Κατι θα βρεθει…
Μπήκαμε σε ένα μικρό καφενείο, σε μια ορεινή περιοχή της Θράκης. Στο βάθος λαγοκοιμόταν μια γιαγιά πάνω σε μια καρέκλα, μπροστά σε μια ξυλόσομπα που έκαιγε στο φουλ. Γύρω της, άκρα του τάφου σιωπή… ερημιά! Μόνο μια γάτα κουρνιασμένη δίπλα στη σόμπα.
—Θεία, καλησπέρα, της είπαμε… Είμαστε περαστικοί απ’ εδώ. Μήπως έχεις τίποτα να μας ετοιμάσεις για να φάμε;
—Ε, όλο και κάτι θα βρεθεί παιδιά, μας απάντησε η γιαγιά. Δεν θα σας αφήσω νηστικούς.
Και πράγματι, από το βραστό μπρόκολο, τις ξιδάτες ελιές βουτηγμένες στο λάδι και τις τηγανιτές πατάτες, ως τις ομελέτες και τα ψητά λουκάνικα, βρέθηκε ο παράδεισος! Και λίγο κόκκινο μπρούσκο κρασί… το επιστέγασμα. Και όλα αυτά μαζί με το πλατύ χαμόγελο της γιαγιάς.
Χιλιάδες χρόνια τώρα, η ίδια ιεροτελεστία, τα ίδια λόγια. «Κάτι θα βρεθεί… δεν θα σας αφήσω νηστικούς» και στρώνεται ένα τραπέζι γεμάτο λιχουδιές. Λίγες μόνο λέξεις κι όμως, φανερώνουν όλον τον ψυχικό κόσμο του Έλληνα και της Ελληνίδας.
Έτσι είναι. Στους απλούς Έλληνες πάντα κάτι βρίσκεται και μάλιστα κάτι που μοσχοβολά η νοστιμιά του.
Είναι ευλογία Θεού να μπορείς, με λίγες μόνο και τόσο απλές λέξεις, να πλουτίζεις τη σκέψη και την ψυχή σου. Να μοιράζεσαι με τους γύρω σου, να πλουταίνουμε κι εμείς. Κάπως έτσι ομορφαίνει ο κόσμος μας…
Οι γονείς και οι παππούδες των περισσότερων από εμάς «αγράμματοι» ήταν, αλλά «νοικοκυραίοι και σοφοί» και, κυρίως, τρυφεροί με τους άλλους, ακόμη και με τους ξένους. Άνθρωποι απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν. Χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και την ειρωνεία που πληγώνει.
Θα τους αποκαλούσα «Μεταξωτούς ανθρώπους», που σε κοιτούν στα μάτια γεμάτα με καλοσύνη.
Που δεν χρειάζονται πολλά για να σε καταλάβουν.
Που ξέρουν να ακούν και να νιώθουν, να χαρίζουν την ησυχία τους και την αγκαλιά τους, χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα.
«Μεταξωτοί άνθρωποι» σαν τα παλιά λευκά σεντόνια, πλυμένα στον ήλιο και τον άνεμο, στο ρυάκι που τρέχει το γάργαρο πεντακάθαρο νερό. Άνθρωποι καθαροί, αληθινοί, γεμάτοι φροντίδα, σιωπηλή δύναμη και προ πάντων φιλόξενοι.
«Το κρασί σας το κερνά το κατάστημα για την τιμή που μας κάνατε να καθίσετε στο καφενείο μας», ήταν η απάντηση της γιαγιάς όταν πληρώναμε τον λογαριασμό.
Όλο και λιγοστεύουν τέτοιοι άνθρωποι τα τελευταία χρόνια, μα, όταν τους βρεις, αξίζει να τους κρατήσεις κοντά σου σαν φυλαχτό.
*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το ιστορικό μυθιστόρημα «Οίκαδε…» (εκδ. Βιβλιοπωλεία Δημητριάδη, Αλεξανδρούπολη 2022).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
