Καλως τον…

Μύρισε Φλεβάρης… Μπάτης στο καταχείμωνο με τον αρμόδιο πυρετό που εξυγιαίνει πνεύματα, προσαρμόζοντας τις υγρές μάζες στην ανθρώπινη κλίμακα τόσο που να μοιάζει με αειθαλές θέρος… Καταϊδρωμένος αναρριχούνταν για ώρες απ ’τ’ αλμυρά, του Νότου, ατημέλητα… Ανακατεμένος, γομιατάρης μεσογειακός με λίγο από βουνό, ρίγανη και θυμάρι μαζεμένα απ’ τις αρκαδικές πλαγιές που παρίστανται, ομοίως, σε κάθε του έμπασε ξηρά και ξερακιανές … πολιτείες…
 
Έτσι τον αισθάνθηκε και η αφεντιά μου στο δέρμα … Ως νεογνό σε κουκούλι, ακόμα, που προορίζεται για ελεύθερες πτήσεις και ύψη απαγκιστρωμένα ξεπήδησα πολλάκις, απ’ τα φραχτά όρια του οίκου μου για να βρεθώ στο μάτι του… Κι απ’ όσο ξέρω, κατάφερα να ενταχθώ σ’ αυτή τη φούρλα του γύρω απ’ τα πράγματα, τον κόσμο, τον κάμπο… Τις πέτρες που λιώνουν κάθε τόσο μιμούμενες το χώμα και το ανάστημα που κυοφορούν οι πτώσεις… Τα θανάτια που φυλάνε τις μάντρες τις νύχτες ως πιστοί υπηρέτες, καβαλάρηδες της νοσταλγίας και του τρόπου που σπερνόταν κάποτε το κάλλος γύρω απ’ τις περιουσίες… Τα ζουμπούλια που τρέφονται απ’ τον πρώτο πρωινό πάγο και τα πλατάνια απ’ τη ροπή που επιδέχονται οι αποστάσεις σαν διασταυρωθούν…
 
Εμπύρετη κι εγώ, μ’ ένα μυαλό κουβάρι που κάπως- δεν ξέρω πώς- τα καταφέρνει κι ανακτά αυτό το ύψος που απαιτούν οι εκμυστηρεύσεις σε τόπους καλογερικούς, υπέροχους, μονάχους στα σημεία… Μ’ αρέσει αυτό το κυνηγητό… Το θαυμάζω, το ζηλεύω, το «πονάω» κατά πώς ερμήνευαν οι παλιοί μου κι ας μην έπιανε πάντα τόπο η ορμήνια τους… Κατιόντες, γαρ…
 
Μια εξ αυτών κι εγώ, υπολογίζοντας δεδομένα… Ό,τι απέμεινε δηλαδή από εκείνους και πλέον χρησιμοποιείται, αραιά και πού, ως είδος κατακερματισμένης διαλέκτου… Ένα είδος παλιού τραγουδιού που επικροτεί παντός τύπου ματαιότητες… Σαφώς και ταξίδια… Ίσως αυτό να φταίει που επιμένω να κυνηγώ τις μπόρες… Μέσα σ’ όλη μου την αφέλεια, εξακολουθώ να βιάζομαι βάση μιας υστερίας που κουβαλώ από παιδί κι όλο με προλαβαίνει…
 
Τις περισσότερες των φορών, βέβαια, υπολογίζω λανθασμένα… Είναι που αδυνατώ να κατανοήσω τα δίφθογγα της φύσης, τα παρατεταμένα της που οριοθετούν τις αντοχές όπως οι άνθρωποι τους φόβους… Η συνομιλία μας εμπίπτει σε άλλους κώδικες, σιωπηλούς που δεν απαριθμούνται με εκτάρια, ούτε με ρίχτερ…
 
Εκείνη, γιάτρισσα της ψυχής για όσους τη θυμήθηκαν μάνα ακόμη, να τους σκεπάζει με τα φουστάνια της και την πλήρη της σπουδή γύρω από κλίμακες, μελτέμια και καταστροφές, ψυχαναλύει τα πάντα… Σφυγμομετρώντας κατάντιες, φυλλομετρώντας ανημπόριες κι αληθινούς … καπηλευτές… Τους περνά από κόσκινο, τους τρυγά και τους ζυμώνει αναλόγως… Κι απ’ όλους αυτούς κανείς δεν ξέρει πού καταλήγει… Μένει, πάντα, στο τέλος μια κάποια απορία που μοιάζει να οδηγείται κι αυτή όπως οι καταδίκες στο συρτάρι… Και μόνον όταν περάσει ο καιρός και καταφτάσουν τα επόμενα «σήμερα» καθείς πληρώνει το χρέος του…
 
Όσο για μένα… Συνηθίζω, ακόμα, στη νέα μου ταυτότητα… Χρεώστης, με σωρό τα εξώδικά της να εκκρεμούν ανεξαρτήτως τόπου… Τις προάλλες εν μέσω κατακλυσμών, μπουμπουνητών και … βρόγχων, βρέθηκα για λίγο στα πατρικά μου… Άναψα τζάκι, έσπρωξα σκούρα, άνοιξα παράθυρα, έψησα τον καφέ στη χόβολη όπως άλλοτε… Ψάχνοντας για το φλιτζάνι της Τασίας, έπεσε το μάτι μου στο βάθος, πίσω απ’ το τελευταίο τακτοποιημένο της σερβίτσιο… Ένα γυάλινο δοχείο όσο η παλάμη μου, σκεπασμένο μ’ ένα κόκκινο κομμάτι τούλι… Άπλωσα το χέρι κι όσο μου πήρε να το φέρω κοντά, είχα ήδη θυμηθεί…
 
Ζάχαρη έψαχνα, στάχτη ανακάλυψα… Κοσκινισμένη αλισίβα για τους κουραμπιέδες της- τους μοίραζε τρεις φορές το χρόνο- της Παναγίας τον Νοέμβρη, του Αγίου Γεωργίου τον Απρίλη και του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβρη… Μια φουρνιά για κάθε γιο… Χαράτσι που δεν γνωρίζω πώς να το καταβάλλω…
Φόρος για το γιούκο… Υπέροχα μονάχος κι αυτός…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.