Η κριση εμπιστοσυνης ως κριση εκπροσωπησης
Στις σύγχρονες δημοκρατίες, τα πολιτικά κόμματα ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν τα (διαφορετικά) κοινωνικά αιτήματα, να τα αναδείξουν ως πρόταση εξουσίας και να προβούν στην υλοποίησή τους. Χαρακτηρίζονται δηλαδή από μια διφυή σχέση. Από τη μία εκπροσωπούν κοινωνικά συμφέροντα (εκπροσώπηση), ενώ ταυτόχρονα συσχετίζονται άμεσα και αποτελούν κομμάτι των κρατικών θεσμών – κοινοβούλιο, κυβέρνηση, οργανισμοί (ενσωμάτωση).
Η ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο λειτουργιών, εκπροσώπησης και ενσωμάτωσης, είναι κρίσιμη για την εμπιστοσύνη των πολιτών και την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας.
Ακόμα και στην πρώιμη και ατελή δημοκρατία του 19ου αιώνα με το περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, τα κόμματα στελεχών / ελίτ ήταν φορείς δύο εναλλακτικών ιδεολογιών (φιλελεύθερα και συντηρητικά), τα οποία ωστόσο διοικούσαν το κράτος μέσω επιβολής, περιορίζοντας τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα (κράτος-«νυχτοφύλακας»). Και ήταν τα κόμματα μαζών (σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά) τα οποία έθεσαν τη βιομηχανική εργατική τάξη στο επίκεντρο της πολιτικής και τελικά, με μεγάλους εργατικούς αγώνες, ανάγκασαν κατ’ αρχάς τα φιλελεύθερα και αργότερα τα συντηρητικά κόμματα να αποδεχθούν το καθολικό δικαίωμα ψήφου, αλλά και τις πολιτικές του κοινωνικού κράτους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη μεταπολεμική συνθήκη, στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες κυριάρχησε (με εξαιρέσεις) μια συνθήκη δικομματικού συστήματος με δύο κυρίαρχες κομματικές οικογένειες: χριστιανοδημοκρατία και σοσιαλδημοκρατία (εξαίρεση το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας) και ένα κομμουνιστικό κόμμα (απαγορευμένο στη Γερμανία) ή φιλελεύθερο κόμμα σε μεγάλη εκλογική απόσταση. Η συγκεκριμένη συνθήκη προήγαγε τη σύγκλιση του φιλελεύθερου κεϊνσιανισμού με τις πολιτικές κοινωνικού κράτους της σοσιαλδημοκρατίας με αποτέλεσμα την οικοδόμηση των καθεστώτων κοινωνικής ευημερίας για την οικοδόμηση συναινετικής κοινωνίας, όπου όλες οι κοινωνικές ομάδες θα είχαν μερίδιο από το παραγόμενο προϊόν. Έτσι, η φιλελεύθερη ιδεολογία αποδέχθηκε την καθολική ψηφοφορία, προήγαγε τις κρατικοποιήσεις και την αναδιανομή μέσω της προοδευτικής φορολογίας και η σοσιαλδημοκρατική οικογένεια αποδέχθηκε τον καπιταλισμό και αποκήρυξε τον μαρξισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Παρά τον μετασχηματισμό από ταξικά κόμματα σε κόμματα του λαού, κόμματα του έθνους (πολυσυλλεκτικά), δεν έλειψαν οι διαφορές. Τα φιλελεύθερα αποδέχθηκαν τη συγκεκριμένη θέσμιση για τη συσσώρευση του καπιταλισμού λόγω της προσδοκίας για μη κρίσεις, η χριστιανοδημοκρατία με έμφαση στην οικογένεια και η σοσιαλδημοκρατία λόγω των (μειωμένων, πάντως) αναφορών στην (εθνική) εργατική τάξη. Ωστόσο, η από τη δεκαετία του 1960 διεθνής κίνηση του κεφαλαίου με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και το μονοπωλιακό κεφάλαιο και η αύξηση των ανισοτήτων δημιουργούν ανάγκη προσαρμογής του (φιλελεύθερου) κράτους σε πολιτικές νόμου και τάξης με αποτέλεσμα την απο-ευθυγράμμιση κοινωνικών ομάδων και την ανάδειξη κοινωνικών κινημάτων που διεκδικούν νέα ριζοσπαστική θέσμιση (Μάης 1968 στη Γαλλία, Κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, Κίνημα Ειρήνης). Τελικά, οι οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων σηματοδότησαν τη σύγκλιση των κυρίαρχων κομμάτων (χριστιανοδημοκρατία / σοσιαλδημοκρατία) με βάση τη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» (ιδιωτικοποιήσεις, νέο δημόσιο μάνατζμεντ, οικονομικά της προσφοράς).
Στο πλαίσιο αυτό τα κομματικά συστήματα χαρακτηρίζονται από την τάση για πολιτική καρτελοποίηση. Τα πολιτικά κόμματα απομακρύνονται από την κοινωνία μέσω υποβάθμισης των μαζικών οργανώσεων· συγκλίνουν κυβερνητικά στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση· υιοθετούν τεχνοκρατικού τύπου επιχειρήματα και προσωπικό· δίνουν έμφαση στα ΜΜΕ και στις τεχνικές μάρκετινγκ.
Έτσι από τη δεκαετία του 1980 παρατηρείται μείωση του αριθμού των κομματικών μελών, μείωση συνδικαλιστικής πυκνότητας στα συνδικάτα και αύξηση της αποχής στις εκλογές, καθώς η απομάκρυνση από τις συλλογικότητες της νεωτερικότητας (κόμματα, συνδικάτα) συνοδεύεται από τάση εξατομίκευσης αλλά και δυσπιστίας για την πολιτική. Οι πελάτες / καταναλωτές πολιτικής αδιαφορούν πλέον για μεγάλους μετασχηματισμούς.
Η κρίση εμπιστοσύνης της πολιτικής είναι η τάση των κομμάτων να μειώσουν την εκπροσώπηση κοινωνικών αιτημάτων και να ενδυναμώσουν τη σχέση τους με το (καπιταλιστικό) κράτος, γιατί εκεί βρίσκονται πλέον οι όροι αναπαραγωγής τους. Η συγκεκριμένη τάση εντάθηκε με την οικονομική κρίση 2007-2009 και την υιοθέτηση πολιτικών λιτότητας, πολιτικών συσσώρευσης μέσω αποστέρησης (κατά τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ) με την περαιτέρω μείωση της σχετικής αυτονομίας του κράτους σε σχέση με τις ανάγκες συσσώρευσης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Διαμορφώνεται με αυτόν τον τρόπο ένα πλαίσιο α-πολίτικης πολιτικής που τελικά μειώνει περαιτέρω την εκπροσώπηση κοινωνικών αιτημάτων και τελικά συρρικνώνει τη δημοκρατία.
*Ο Χρύσανθος Δ. Τάσσης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και επισκέπτης καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης στο Shippensburg University στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ.
(Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»)
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
