Γενεες και εγκληματικοτητα: Η νεα γενια απεναντι στον νομο
Η εγκληματικότητα, ως κοινωνικό φαινόμενο, δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές που επηρεάζουν τις κοινωνίες. Οι νέοι θεωρούνται διαχρονικά πιο ευάλωτοι στην υιοθέτηση παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, καθώς η περίοδος της προσωπικής ανάπτυξης αποτελεί μια μεταβατική και ευαίσθητη φάση ζωής, όπου η προσωπική ταυτότητα διαμορφώνεται και οι δεσμοί με τους κοινωνικούς κανόνες δεν έχουν ακόμα παγιωθεί. Η ανάγκη για αυτονομία, κοινωνική αναγνώριση ή αντίδραση σε κατεστημένες δομές μπορεί να οδηγήσει ένα ποσοστό νέων στην αμφισβήτηση των θεσμών ή και σε παραβατικές εκδηλώσεις. Στη σημερινή εποχή όμως, το στάδιο της εφηβείας και της πρώιμης ενηλικίωσης διαμορφώνεται κάτω από ακόμα πιο σύνθετες και ασταθείς συνθήκες:
—οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται,
—τα παραδοσιακά συστήματα αξιών αμφισβητούνται και
—η τεχνολογία εισχωρεί σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, επηρεάζοντας βαθιά την κοινωνικοποίηση και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Αυτές οι μεταβολές δεν αλλάζουν απλώς τη μορφή που προσλαμβάνει η εγκληματικότητα, αλλά μετασχηματίζουν και τη στάση των νέων απέναντι στον νόμο, την εξουσία και τη νομιμότητα. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς, η απώλεια εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη και η αίσθηση κοινωνικού αποκλεισμού ενισχύουν το ενδεχόμενος παραβατικής συμπεριφοράς, όχι μόνο ως αντίδραση ή επιλογή, αλλά συχνά και ως μέσο έκφρασης, διαμαρτυρίας ή επιβίωσης σε ένα περιβάλλον που βιώνεται ως αβέβαιο και άνισο.
Επιστημονικά, αυτή η «ρευστή νεωτερικότητα» ενισχύει το αίσθημα της αστάθειας και της προσωρινότητας, διαμορφώνοντας ταυτότητες οι οποίες είναι περισσότερο εύθραυστες και λιγότερο δεσμευμένες με κοινωνικά συμβατικά πρότυπα. Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το έγκλημα αποκτά νέες μορφές έκφρασης, και κατ’ επέκταση κοινωνικής ερμηνείας, ειδικότερα στις νεότερες ηλικίες. Σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές, η εγκληματικότητα των νέων δεν εκδηλώνεται πλέον κυρίως στον φυσικό χώρο, με βίαια ή ορατά εγκλήματα, αλλά μετατοπίζεται στο πεδίο του κυβερνοχώρου. Οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε μορφές παραβατικότητας, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η διαδικτυακή παρενόχληση, η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, όπως επίσης και η συμμετοχή σε διάφορες διαδικτυακές απάτες ή παράνομες δραστηριότητες. Οι ψηφιακές μορφές εγκλήματος δεν ακολουθούν πάντα τα παραδοσιακά κριτήρια πρόθεσης, βλάβης ή ηθικής καταδίκης, γεγονός που καθιστά την ποινική τους αποτίμηση πιο σύνθετη. Η εξοικείωση της νέας γενιάς με την τεχνολογία ξεπερνά συχνά την ικανότητα των θεσμών να ανταποκριθούν κανονιστικά, γεγονός που δυσχεραίνει την ανίχνευση, την πρόληψη και την τιμωρία των σχετικών εγκλημάτων.
Παράλληλα, οι νεότερες γενιές φαίνεται να υιοθετούν μια ολοένα και πιο κριτική στάση απέναντι στους θεσμούς και το κράτος δικαίου. Σύμφωνα με τη θεωρία της έντασης, όταν οι κοινωνικοί στόχοι, όπως για παράδειγμα είναι η αναγνώριση, η επιτυχία ή η ευημερία, παραμένουν ανέφικτοι για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, λόγω έλλειψης θεσμικών μέσων, τότε ορισμένα άτομα οδηγούνται σε εναλλακτικές, συχνά παράνομες, στρατηγικές επίτευξής τους. Η νέα γενιά, βιώνοντας συχνά μαζική ανεργία, επισφαλείς μορφές εργασίας και κοινωνική περιθωριοποίηση, μπορεί να καταφύγει σε παραβατικές πρακτικές είτε για λόγους οικονομικούς είτε ως έκφραση ματαίωσης και απογοήτευσης.
Η σχέση της νέας γενιάς με τον νόμο είναι σύνθετη και πολυπαραγοντική. Η εγκληματικότητα δεν είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, αλλά έκφραση των κοινωνικών συνθηκών, των πολιτικών αποκλεισμών, όπως επίσης και των πολιτισμικών αντιθέσεων που βιώνουν οι νέοι. Η εγκληματολογική έρευνα και η κοινωνική πολιτική οφείλουν να προσεγγίσουν την παραβατικότητα των νέων όχι ως ένα πρόβλημα που πρέπει να κατασταλεί, αλλά ως ένα σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών ανισορροπιών. Η επένδυση στην παιδεία, στη συμμετοχή και στη δημιουργία θεσμών που ενισχύουν τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ νέων και κράτους μπορεί να αποτελέσει την ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα, με στόχο μια πιο δίκαιη κοινωνία, συμπεριληπτική και λιγότερο κοινωνικά δυσλειτουργική
Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι η σύνδεση τω νέων με την εγκληματικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φυσική ή αναπόφευκτη. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, οι ταξικές ανισότητες, αλλά και η έλλειψη προοπτικής αποτελούν βασικοί πυλώνες που εξηγούν την εμπλοκή των νέων στην παραβατικότητα. Άλλωστε, όπως τονίζεται και στην κριτική εγκληματολογία, το έγκλημα είναι κατά βάση κοινωνικά κατασκευασμένο και η ποινικοποίηση συγκεκριμένων συμπεριφορών εξαρτάται από τις πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες κάθε εποχής. Για παράδειγμα, χαμηλά κοινωνικά στρώματα στοχοποιούνται πιο εύκολα από ό,τι δράστες εγκλημάτων υψηλού επιπέδου. Εκτός αυτού, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι πολλοί νέοι στρέφονται σε μορφές συλλογικής διεκδίκησης, κοινωνικού ακτιβισμού και συμμετοχής, που μπορεί να εκλαμβάνονται από τις αρχές ως απειλή ή αμφισβήτηση της τάξης. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, τα κινήματα για το περιβάλλον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν μορφές πολιτικής δράσης, που αν και νόμιμες, συχνά περιθωριοποιούνται ή αντιμετωπίζονται με καταστολή. Συνεπώς, η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική ανυπακοή και την ποινικά διωκόμενη πράξη γίνεται συχνά δυσδιάκριτη.
Εν κατακλείδι, η σχέση της νέας γενιάς με τον νόμο είναι σύνθετη και πολυπαραγοντική. Η εγκληματικότητα δεν είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, αλλά έκφραση των κοινωνικών συνθηκών, των πολιτικών αποκλεισμών, όπως επίσης και των πολιτισμικών αντιθέσεων που βιώνουν οι νέοι. Η εγκληματολογική έρευνα και η κοινωνική πολιτική οφείλουν να προσεγγίσουν την παραβατικότητα των νέων όχι ως ένα πρόβλημα που πρέπει να κατασταλεί, αλλά ως ένα σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών ανισορροπιών. Η επένδυση στην παιδεία, στη συμμετοχή και στη δημιουργία θεσμών που ενισχύουν τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ νέων και κράτους μπορεί να αποτελέσει την ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα, με στόχο μια πιο δίκαιη κοινωνία, συμπεριληπτική και λιγότερο κοινωνικά δυσλειτουργική.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
