Εσεις, εμπιστευεστε τη Δικαιοσυνη;

Το ερώτημα

Το ερώτημα «εμπιστεύεστε τη Δικαιοσύνη;», που τίθεται και πάλι επιτακτικά στον δημόσιο διάλογο, είναι απλουστευτικό, εξισώνει ανόμοιες καταστάσεις και δεν απαντάται με ένα ναι ή ένα όχι. Το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, στα πλαίσια του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, διέπεται από κανόνες και αρχές, όπως αυτή της αμεροληψίας, που έχουν διαμορφωθεί εξελικτικά μέσα από χρόνια κοινωνικών αγώνων, επιστημονικών αναζητήσεων και θεσμικών κατακτήσεων. Έτσι, η απάντηση που προσήκει στο παραπάνω ερώτημα είναι, κατά την άποψή μου, «Ναι, όταν τηρούνται οι κανόνες της βασικής αρχής της αμεροληψίας».

Στην υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων, που πλήττει τον πυρήνα της λειτουργίας του δημοκρατικού μας πολιτεύματος,  είχαμε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις:

Από τη μία, η πρόσφατη δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων του μισού Υπουργικού Συμβουλίου, του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, του Αρχηγού της Αστυνομίας, του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών κλπ., με την οποία κρίθηκαν ένοχοι οι τέσσερις κατηγορούμενοι, τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών (!!) και διαβιβάστηκε η δικογραφία στην Εισαγγελία για περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών των κατηγορούμενων και άλλων προσώπων, ακόμα και για το κακούργημα της κατασκοπείας.

Από την άλλη, η από 27.4.2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αγνόησε τις διαπιστώσεις της παραπάνω απόφασης και έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση επανεξέτασης της υπόθεσης των παράνομων παρακολουθήσεων. Η Πράξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, που υπήρξε στόχος του predator, και έθεσε για πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα στην κορυφή της επικαιρότητας το ζήτημα της ποιότητας των θεσμών στη χώρα μας και ειδικότερα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Το νομοθετικό πλαίσιο

Η νομοθεσία μας περιλαμβάνει προβλέψεις προκειμένου να διασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, η αμεροληψία της Δικαιοσύνης και να αποφευχθούν εσωτερικές ή εξωτερικές παρεμβάσεις στην επιλογή των προσώπων που θα εκδικάσουν μια συγκεκριμένη υπόθεση. Έτσι, σύμφωνα με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, κατ’ εφαρμογή σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στα μεγάλα Δικαστήρια της χώρας (όπου υπηρετούν τουλάχιστον 15 Δικαστές) οι συνθέσεις των Δικαστηρίων προκύπτουν υποχρεωτικά μετά από κλήρωση.

Εξάλλου, με διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών καθιερώνεται η αυτονόητη υποχρέωση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να δηλώσουν εξαίρεση όταν συντρέχουν λόγοι που θέτουν σε αμφισβήτηση την αμεροληψία τους σε συγκεκριμένη υπόθεση (πχ συγγενική σχέση, προηγούμενη ανάμειξη στην υπόθεση κλπ.).

Πώς εφαρμόστηκαν οι παραπάνω ρυθμίσεις, που διασφαλίζουν τη βασική αρχή της αμεροληψίας, στις μέχρι τώρα κρίσεις της Δικαιοσύνης για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων

Στην περίπτωση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης οι τέσσερις κατηγορούμενοι για τις παράνομες παρακολουθήσεις, η σύνθεση της έδρας (Πρόεδρος και Εισαγγελέας) προέκυψε μετά από κλήρωση μεταξύ εκατοντάδων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο της πρωτεύουσας, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων διασφάλισης της αμεροληψίας. Εξάλλου, κανένας λόγος εξαίρεσης δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε είτε για τον Πρόεδρο είτε για τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου.

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, στην περίπτωση της Πράξης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση επανεξέτασης της υπόθεσης των παράνομων παρακολουθήσεων, δεν διενεργήθηκε καμία κλήρωση. Την υπόθεση εξέτασε ο διορισμένοςτον Ιούλιο του 2025 στη θέση αυτή από την κυβέρνηση (το Υπουργικό Συμβούλιο) Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω Εισαγγελικός Λειτουργός: α) είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση, έχοντας διατελέσει εποπτεύων εισαγγελέας της ΕΥΠ κατά τον χρόνο τέλεσης κάποιων εκ των ελεγχόμενων πράξεων, β) είχε εξεταστεί ως μάρτυρας για την υπόθεση στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής και γ) όφειλε να διερευνήσει πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν σε βάρος πολλών μελών του ίδιου του Υπουργικού Συμβουλίου που τον διόρισε, δεν απείχε από την εξέταση της υπόθεσης.

Η απάντηση

Στο ερώτημα, λοιπόν, «εμπιστεύεστε τη Δικαιοσύνη;» η απάντηση είναι «Ναι, όταν τηρούνται οι κανόνες της βασικής αρχής της αμεροληψίας», όπως συνέβη στην περίπτωση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου η υπόθεση κρίθηκε από τον φυσικό Δικαστή κατόπιν κλήρωσης.

Κάποιες επιπλέον σκέψεις

– Για να ακριβολογούμε νομικά: Μόνο μία δικαστική απόφαση έχει εκδοθεί για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων. Αυτή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ο Άρειος Πάγος καμία δικαστική απόφαση δεν έχει εκδώσει, όπως ανακριβώς διακινείται. Πρόκειται για Πράξη του Εισαγγελέα.

Η μόνιμη επωδός της κυβέρνησης ότι η συζήτηση για το θέμα των παράνομων παρακολουθήσεων έχει κουράσει, σημαίνει ότι παίρνει οριστικό διαζύγιο από τον χώρο του κέντρου. Όποιος αποδέχεται ως φυσιολογική διαδικασία την παράνομη παρακολούθηση των πάντων, ακόμα και του εαυτού του, όποιος αποδέχεται ως ακόμα πιο φυσιολογικό να μην διερευνηθούν και αποδοθούν τυχόν ευθύνες, όποιος επιδιώκει να εφαρμόσει την πρακτική της απευθείας ανάθεσης σε κάθε κρατική λειτουργία, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τον κεντρώο ψηφοφόρο, που θέλει την Ελλάδα μία κανονική Ευρωπαϊκή χώρα.

*Ο Στάθης Κουτσοχήνας είναι Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και Αν. Γραμματέας Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.