«“Ο ελληνικός 20ός αιώνας” αποδίδει με απλό τρόπο σύνθετα νοήματα, είναι μια συστηματική απάντηση στην κυρίαρχη τάση που χαρακτηρίζει την πειθαρχία της Ιστορίας ως “αντικείμενο δημοσκοπήσεων”»

26.01.2021 10:45

Χρύσανθος Τάσσης*

«Για “τον ελληνικό 20ό αιώνα” του Αντώνη Λιάκου»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Ακολουθεί η ομιλία του κ. Χρύσανθου Τάσση στη διαδικτυακή εκδήλωση, που διοργάνωσε το Εργαστήριο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΤΙΕ/ΔΠΘ, παρουσίασης του βιβλίου του Αντώνη Λιάκου «Ο Ελληνικός 20ος Αιώνας».
 
Μπορείτε να βρείτε το ρεπορτάζ της παρουσίασης, και τις εισηγήσεις των άλλων συμμετεχόντων, εδώ.

Χρύσανθος Τάσσης όμως...

Καταρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω το Εργαστήριο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης του Τμήματος Ιστορίας και Εθνογραφίας του ΔΠΘ, και ιδίως την αγαπητή συνάδελφο κ. Αθηνά Συριάτου, για την πρόσκληση να συνεισφέρω στην παρουσίαση ενός τόσο σημαντικού έργου.

Το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου «Ο ελληνικός 20ός αιώνας» αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά στον κλάδο της Ιστορίας αλλά και σε άλλους κλάδους, όπως την Πολιτική Οικονομία και την Πολιτική Επιστήμη. Και αυτό γιατί αναδεικνύει με συστηματική ανάλυση τα ιστορικά γεγονότα της Ελλάδας του 20ού αιώνα και τα συνδέει με ευρύτερους μετασχηματισμούς και διεθνείς εξελίξεις. Είναι μια συμβολή που συνδυάζει την κοινωνική ιστορία με την παγκόσμια οπτική. Ο συγγραφέας συσχετίζει τα ιστορικά γεγονότα του ελληνικού 20ού αιώνα με την πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη, τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, μια συσχέτιση η οποία οδηγεί στη διεθνή δυναμική των γεγονότων, μια σφαιρική και κριτική αντίληψη για την ιστορία.

Για την οικονομία της συζήτησης η συνεισφορά μου θα επικεντρωθεί στο κεφάλαιο 5, το οποίο τιτλοφορείται «Μετά τον κατακλυσμό: Η μεταπολεμική ανασύνταξη» και κυρίως στο κεφάλαιο 6 «Το πανηγύρι της Δημοκρατίας».

Το κεφάλαιο «Μετά τον κατακλυσμό: Η μεταπολεμική ανασύνταξη» αποτελεί σημαντική συνεισφορά στο να κατανοήσει κανείς τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο την Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, στο «Πανηγύρι της Δημοκρατίας». Στο πλαίσιο αυτό, σε πολιτικό επίπεδο, η συνεργασία των ΗΠΑ με το Παλάτι και τον Στρατό για την οικοδόμηση μια ελεγχόμενης και χειραγωγήσιμης Δημοκρατίας το 1950-1967 και η συνέχειά της, η Δικτατορία, απονομιμοποιεί τους συγκεκριμένους θεσμούς και δίνει τη δυνατότητα στα πολιτικά κόμματα να κυριαρχήσουν τόσο στη διαδικασία της μετάβασης στη Δημοκρατία αλλά και συνολικά στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία. Σε οικονομικό επίπεδο, η έμφαση στη ναυτιλία και στον τουρισμό δημιουργεί τις συνθήκες για την αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος από τη μονοκαλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας και του καπνού. Σε κοινωνικό επίπεδο η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είχε ως αποτέλεσμα σημαντική κοινωνική αναδιοργάνωση με τη συγκέντρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα αστικά κέντρα κυρίως στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.

Ο συγγραφέας αναλύει τη μετεμφυλιακή περίοδο σε σχέση με την επίσημη κρατική αντι-κομμουνιστική ιδεολογία και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Με αυτό τον τρόπο εξηγεί τους λόγους που δεν επιβλήθηκε δικτατορία αμέσως μετά τον Εμφύλιο, όταν οι ΗΠΑ θεώρησαν πως μια «δημοκρατική» επιλογή με τη συνεργασία Φιλελεύθερου και Λαϊκού κόμματος που είχε ξεκινήσει στον Εμφύλιο και που εκφράστηκε από τον Ελληνικό Συναγερμό του Α. Παπάγου και την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή θα εγγυόταν την παραμονή της Ελλάδας στη Δύση. Ωστόσο οι αντιφάσεις αυτής της πορείας και ο ρόλος του ΙΔΕΑ που προετοίμαζε και εκδήλωσε πραξικόπημα ήδη το 1951, κατέληξαν στη Δικτατορία, η οποία πολύ σωστά εκλαμβάνεται ως συνέχεια της συγκεκριμένης μετεμφυλιακής θέσμισης.

Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω την ερώτηση προς τον συγγραφέα. Στην ανάλυσή του για τη μετεμφυλιακή περίοδο θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ένα ισχυρό κράτος. Ωστόσο η υιοθέτηση ενός σχήματος κυρίαρχης/κυριαρχούμενης χώρας δεν θα ήταν μια πιο αντιπροσωπευτική ανάλυση καθώς η Ελλάδα δεν ήταν αποικία, αλλά ήταν ανεξάρτητο κράτος όπου ωστόσο οι κρατικές του δομές δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα;

Το βιβλίο αναλύει τη διάσπαση της Αριστεράς κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας με την εμφάνιση τριών ουσιαστικά πόλων που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο την επόμενη περίοδο: Το ΚΚΕ, το ΚΚΕ Εσωτερικού και ο Α. Παπανδρέου.

Έτσι, στο επόμενο κεφάλαιο, στο «Πανηγύρι της Δημοκρατίας» το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να διαδραματίσει τον κυρίαρχο πόλο στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ, όπως πολύ σωστά αναλύει το συγγραφέας, αποτελεί την πολιτική έκφραση των ηττημένων του Εμφυλίου και του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος. Είναι η «ρεβάνς των ηττημένων» σε σχέση με το πλέγμα της μετεμφυλιακής εξουσίας που επιζητούσε τη διατήρησή του σε συνθήκες διαφορετικές, ριζοσπαστικές μετά την πτώση της Δικτατορίας. Έτσι, όταν το ΠΑΣΟΚ συναντιέται ως κυβέρνηση με την κρατική λογική, τότε, ενώ δεν αλλάζει το οικονομικό σύστημα, η αναγνώριση ωστόσο της Εθνικής Αντίστασης, ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων, η κατάργηση των παρακολουθήσεων και του διαχωρισμού των πολιτών σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας αποτελούν τομές στην εμπέδωση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Ο συγγραφέας πολύ σωστά δεν προσπαθεί να αξιολογήσει την πορεία του ΠΑΣΟΚ με έμφαση στα σχήματα του λαϊκισμού ή των πελατειακών σχέσεων, τα οποία κατά την άποψή μου αποτελούν απλοϊκές, μη επιστημονικές, προσεγγίσεις οι οποίες συσκοτίζουν την ανάλυση, αλλά υιοθετεί μια πολυπαραγοντική ανάλυση με βασικούς άξονες: το θεωρητικό υπόδειγμα της Σχολής της Εξάρτησης που σηματοδοτεί τη ριζοσπαστική και αντιϊμπεριαλιστική θεώρηση του ΠΑΣΟΚ, την προσπάθεια για ένταξη του ηγέτη στη συλλογικότητα του κόμματος μαζών,  τη συνάντηση του αριστερού τεχνοκρατισμού της δεκαετίας του 1970 με τις κρατικές αναγκαιότητες του καπιταλιστικού κράτους τη δεκαετία του 1980, που οδήγησε στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους και τη μετάβαση στον πολυσυλλεκτισμό του κόμματος και την τελικά υιοθέτηση του εκσυγχρονισμού τη δεκαετία του 1990 και την προσαρμογή του στην κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης αντίληψης και τη μείωση της έμφασης στο κοινωνικό ζήτημα (ανάλυση που πραγματοποιείται στο επόμενο κεφάλαιο).

Ο συγγραφέας έχει κατανοήσει και έχει αποδώσει με πολύ συστηματικό τρόπο τη Μεταπολίτευση (όπως σωστά την ορίζει από το 1974 μέχρι το 1985), ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο, με την πολύ σωστή ανάλυσή του για την ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θ. Μαραγκού, η οποία αποδίδει το κλίμα της εποχής.  Είναι η λεγόμενη κουλτούρα της μεταπολίτευσης που αναφέρεται στη συλλογικότητα, στην παιδεία, στην υγεία, στον φεμινισμό, στο οικογενειακό δίκαιο, στην πολιτική μουσική, στο θέατρο, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στην έμφαση στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και στην πρόσβαση των κατώτερων στρωμάτων στην εξουσία.

 

Έτσι, στις μέρες μας, ο συγγραφέας σωστά θεωρεί ότι η συντηρητικοποίηση της Νέας Δεξιάς έχει επικεντρωθεί στη Μεταπολίτευση. Η Νέα Δεξιά προσπαθεί να χτυπήσει την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Από θέση ελίτ να χτυπήσει τη λαϊκή κουλτούρα. Η Μεταπολίτευση λογοδοτούσε στο Πολυτεχνείο το οποίο συμβόλιζε τον ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας. Η Νέα Δεξιά επιτίθεται στη Μεταπολίτευση και στη «γενιά» του Πολυτεχνείου.

Ο συγγραφέας προσδιορίζει το τέλος της μεταπολίτευσης το 1985 με την υιοθέτηση του σταθεροποιητικού προγράμματος στην οικονομία σε συνδυασμό με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη έναν χρόνο αργότερα. Είναι η περίοδος όπου μειώνεται η έμφαση στην ιδεολογία και στη συλλογικότητα και ενισχύεται ο ατομισμός, ο κοσμοπολιτισμός σε συνδυασμό με την εθνική υπερηφάνεια. Είναι η υποχώρηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης όπου δίνεται έμφαση στο λαϊκό στοιχείο και στον λαϊκό πολιτισμό και η αντικατάσταση στον δημόσιο λόγο από τον όρο Ελληνισμός, όρος ο οποίος δίνει έμφαση στον εκδυτικισμό της Ελλάδας με βάση το πρότυπο της ανώτερης τάξης.

Συμπερασματικά, ο συγγραφέας αναπτύσσει μια εξαιρετική και με ενάργεια κριτική προσέγγιση της ελληνικής ιστορίας τον 20ό αιώνα. Συνομιλεί με σημαντικούς ιστορικούς, όπως τον Ε. Hobsbawm, και μάλιστα ασκεί κριτική στο έργο του «Η εποχή των άκρων» για τον σύντομο 20ό αιώνα, ο οποίος κατά τον Βρετανό ιστορικό ολοκληρώνεται το 1989, καθώς θεωρεί ότι μια τέτοια ανάλυση δεν ταιριάζει στην ελληνική περίπτωση. Είναι ένα έργο το οποίο αποδίδει με απλό τρόπο σύνθετα νοήματα, μια συστηματική απάντηση στην κυρίαρχη τάση που χαρακτηρίζει την πειθαρχία της Ιστορίας, ως «αντικείμενο δημοσκοπήσεων», μια παρόμοια τάση που χαρακτηρίζει εξάλλου και την πειθαρχία της Πολιτικής Επιστήμης. Και γι’ αυτούς τους λόγους αποτελεί μια πολύτιμη διεπιστημονική συνεισφορά.

*Ο Χρύσανθος Τάσσης είναι Λέκτορας Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής/ΔΠΘ. Το κείμενο είναι η ομιλία του στη διαδικτυακή εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Aντώνη Λιάκου «Ο ελληνικός 20ός αιώνας», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2019, που διοργανώθηκε την Πέμπτη 21 Ιανουαρίου από το Εργαστήριο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΤΙΕ/ΔΠΘ.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine