«Η ακτινογραφία του νέου νομοσχεδίου για την Παιδεία»

19.01.2021 19:00

Αρθρο- Παρέμβαση της κ. Ζωής Γαβριηλίδου, αντιπρυτάνεως ακαδημαϊκών υποθέσεων και φοιτητικής μέριμνας του ΔΠΘ

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

—Η ρύθμιση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής αποστερεί φοιτητές από τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια κατευθύνοντας προς τα Ιδιωτικά Κολλέγια.  ανακύπτουν έτσι σημαντικά ζητήματα βιωσιμότητας  για τα Τμήματα Περιφερειακών Πανεπιστημίων, όπως το ΔΠΘ
 
—Η προοδευτική απάντηση στο ζήτημα των λιμναζόντων φοιτητών θα ήταν η πραγματική αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών με τη διάθεση γενναίας χρηματοδότησης καθώς και η υιοθέτηση της φοιτητοκεντρικής μάθησης
 
—Τα Ελληνικά Πανεπιστήμια δεν χρειάζονται αστυνόμευση αλλά περαιτέρω πόρους για καλύτερες υποδομές φύλαξης εφαρμόζοντας το ήδη υπάρχον θεσμικό πλαίσιο

 
Πριν λίγες μέρες είδε το φως της δημοσιότητας το νέο σχέδιο Νόμου με τίτλο «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» που ρυθμίζει μια σειρά θέματα όπως το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια, η Πολιτική ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ, τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και άλλες μεταβατικές διατάξεις.
 
Κάθε νομοσχέδιο, πόσο μάλλον ένα νομοσχέδιο για την Παιδεία, θα μπορούσε να αξιολογηθεί με μια σειρά από κριτήρια: το πόσο εκσυγχρονιστικό είναι και ποια ανάγκη έρχεται να καλύψει, το πόσο προοδευτικό είναι στη σύλληψή του, το πόσο συντελεί στην εμπέδωση της δημοκρατίας και της ελεύθερης σκέψης στα πανεπιστήμια. Θα ακολουθήσω στην ανάλυσή μου, παρακάτω, τα κριτήρια αυτά.
 
Σε μία, εκ πρώτης, εκσυγχρονιστική λογική το νομοσχέδιο φαίνεται να προσπαθεί να ρυθμίσει το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια προβλέποντας υποβολή μηχανογραφικού σε δύο φάσεις και μία ελάχιστη βάση εισαγωγής σε κάθε Τμήμα. Όμως αυτό αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή που συνδέεται στενά με την πολιτική βούληση για διευρυμένη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια ή όχι. Αυτή τη στιγμή, κεντρική επιλογή του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης αποτελεί το άνοιγμα των πανεπιστημίων σε μεγάλους αριθμούς φοιτητών, κυρίως σε μια λογική ‘παραγωγής’ εξειδικευμένου προσωπικού σε όλους τους τομείς. Αυτή την επιλογή φαίνεται να επιθυμεί και το Υπουργείο Παιδείας, ενορχηστρώνοντας, ωστόσο, το ‘μοίρασμα της πίτας’ ανάμεσα στα πανεπιστήμια και τα Ιδιωτικά Κολλέγια. Έτσι η ρύθμιση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής αποστερεί φοιτητές από τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, που έχουν αξιολογηθεί και πιστοποιηθεί, προκειμένου να τους κατευθύνει προς τα Ιδιωτικά Κολλέγια όπου ούτε ελάχιστη βάσης εισαγωγής απαιτείται, ούτε πιστοποιημένα είναι, ούτε καν έχουν αξιολογηθεί. Ως αποτέλεσμα, ανακύπτουν σημαντικά ζητήματα βιωσιμότητας ιδιαίτερα για Τμήματα Περιφερειακών Πανεπιστημίων, όπως το ΔΠΘ, τα οποία λόγω απόστασης από το Κέντρο κινδυνεύουν να μείνουν εκτός των προτιμήσεων των φοιτητών και, επακόλουθα, να χάσουν πάνω από τους μισούς φοιτητές τους. Αν μάλιστα, όπως ακούγεται, συνδεθεί η χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων με τους αριθμούς φοιτητών, τότε κάτι τέτοιο θα είναι ολέθριο για το Πανεπιστήμιό μας και θα ανακόψει κάθε δημιουργική πνοή ανάπτυξης.
 
Το σχέδιο νόμου ρυθμίζει, επίσης, ζητήματα λιμναζόντων φοιτητών, επιλέγοντας ως τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου, τη διαγραφή των φοιτητών που έχουν ξεπεράσει τα Ν+2 έτη (όπου Ν είναι ο κανονικός χρόνος αποφοίτησης). Μία, όμως, τέτοια επιλογή, φαίνεται να αποτελεί την εύκολη, ίσως φοβική και σίγουρα λιγότερο προοδευτική λύση. Όταν μάλιστα συμβαίνει εν μέσω πανδημίας και της συνεπακόλουθης δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας στην οποία έχουν περιέλθει πολλά νοικοκυριά μοιάζει να αγνοεί παντελώς τις ανάγκες των ίδιων των φοιτητών και να πλήττει ιδιαίτερα τις ασθενέστερες οικονομικά φοιτητικές ομάδες. Δεν λαμβάνει, επίσης υπόψη, τον κύριο λόγο ύπαρξης λιμναζόντων φοιτητών που δεν είναι άλλος από τη διεύρυνση της εισαγωγής στην τριτοβάθμια, κάτι που αποτελεί στρατηγική πολιτική επιλογή στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και την οποία συμφωνώ απόλυτα. Η προοδευτική απάντηση στο ζήτημα των λιμναζόντων φοιτητών θα ήταν η πραγματική αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών με τη διάθεση γενναίας χρηματοδότησης καθώς και η υιοθέτηση της φοιτητοκεντρικής μάθησης που παρέχει ειδική επιμόρφωση στους διδάσκοντες, ώστε να προσφέρουν στους φοιτητές εναλλακτικούς τρόπους μάθησης εντός και εκτός αίθουσας, εναλλακτικούς τρόπους εξέτασης, αντιστάθμιση, ώστε να καλυφτούν γνωστικά κενά αλλά και ισχυρή φοιτητική μέριμνα, ειδικά σε περιφερειακά πανεπιστήμια, πλαίσιο υποτροφιών και βραβείων άριστης επίδοσης, ώστε να καταφέρουν όλοι οι φοιτητές να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, κ.ά.
 
Ένα άλλο σημείο που προβλέπει το νέο νομοσχέδιο είναι το πλαίσιο ρυθμίσεων για την Πολιτική ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ, και συγκεκριμένα η πρόβλεψη για ίδρυση Ομάδων που στελεχώνονται από κατώτερους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ, εδρεύουν στα Πανεπιστήμια και  αναφέρονται στην Αστυνομία. Μια τέτοια πρόταση ήρθε ως λύση και νομιμοποιήθηκε στην κοινή Γνώμη μετά από μία συστηματική εμφάνιση στα ΜΜΕ σειράς δημοσιευμάτων, ρεπορτάζ και βίντεο που περιέγραφαν στερεοτυπικά τα πανεπιστήμια ως  κέντρα ανομίας άσχετα με το αν η εικόνα αυτή αφορούσε ένα μικρό μόνο μέρος των ελληνικών πανεπιστημίων που εδρεύουν σε μεγαλύτερες κυρίως πόλεις. Το μέτρο έχουν ήδη καταδικάσει με ψηφίσματά τους οι περισσότερες Σύγκλητοι Ελληνικών Πανεπιστημίων. Γιατί είναι σαφές ότι τα Ελληνικά Πανεπιστήμια δεν χρειάζονται αστυνόμευση αλλά περαιτέρω πόρους ώστε να αποκτήσουν καλύτερες υποδομές φύλαξης εφαρμόζοντας το ήδη υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, που παρέχει δυνατότητες αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών εντός των πανεπιστημιουπόλεων.
 
Τέλος οι τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα που προτείνονται κι η συστηματική χρήση λέξεων όπως «δίωξη» και «τιμωρία» στο κείμενο του νομοσχεδίου δεν συνάδουν με τον ρόλο των ΑΕΙ που είναι ακαδημαϊκός και σίγουρα μπορεί κανείς να τις αξιολογήσει ως προς τη δημοκρατικότητά τους. Στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου, της κεκτημένης εμπειρίας και της βούλησής τους να ενισχύσουν την εμπέδωση της ασφάλειας στο πλαίσιο του κόλπου τους τα Ιδρύματα έχουν στα χέρια τους τα ισχυρά εργαλεία των Εσωτερικών Κανονισμών που μπορούν να ρυθμίζουν ζητήματα σαν και εκείνα που προβλέπονται στις παραπάνω διατάξεις. Εξάλλου το έχουν πράξει ήδη σε μεγάλο βαθμό.
 
Εν κατακλείδι: «Έτος μεταρρυθμίσεων για την παιδεία το 2021» διαβάζω σε ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ. Ξεχνάμε, όμως, ότι μία μεταρρύθμιση καταξιώνεται ως τέτοια εκ των υστέρων. Εφόσον ψηφιστεί το νομοσχέδιο, ο χρόνος θα δείξει αν ήταν όντως μεταρρύθμιση ή… αντιμεταρρύθμιση.
 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine