Τι πρέπει να περιμένει η Ελλάδα από τις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία;

15.01.2021 02:58

Νατάσσα Βαφειάδου

Γιώργος Τζογόπουλος: «Η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει το κομμάτι της δημόσιας διπλωματίας των θέσεων της και στην Ευρώπη»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Στις 25 Ιανουαρίου, στην Κωνσταντινούπολη αναμένεται να λάβει χώρα ο 61ος γύρος των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η ανακοίνωση της επανεκκίνησης του διαλόγου, μετά τον τελευταίο γύρο επαφών που είχε πραγματοποιηθεί το 2016 έγινε από το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, κατόπιν της «πρόσκλησης» που απέστειλε ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Ποιες είναι όμως οι επιδιώξεις των δύο χωρών από τη διαδικασία η οποία έχει ξεκινήσει το 2002 και έχει «τορπιλιστεί» στο παρελθόν τουλάχιστον δύο φορές από την τουρκική πλευρά και ποιο το προσδοκώμενο αποτέλεσμα την ώρα που η διάσταση απόψεων ως προς τη θεματολογία των διαπραγματεύσεων συνεχίζει να υφίσταται;


Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά έδωσε, μιλώντας στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm» ο Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Γιώργος Τζογόπουλος, ο οποίος κράτησε χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών ως προς το ενδεχόμενο συμφωνίας στην ατζέντα που θα οδηγήσει σε έναν ευρύτερο διάλογο των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου για την οριστική επίλυση του ζητήματος, σχολιάζοντας επίσης και την «επιρροή» χωρών τόσο της Ε.Ε. όσο και των ΗΠΑ στην εξέλιξη του διαλόγου.

Ο λόγος στον ίδιο…

«Δεν μπορούμε να δηλώνουμε ιδιαίτερα αισιόδοξοι για ένα θετικό αποτέλεσμα»

ΠτΘ: κ.Τζογόπουλε οι τελευταίες κινήσεις της Τουρκίας αφορούν στην πρόσκληση για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών. Ως τι μπορεί αυτή να εκληφθεί, δεδομένης και της προκλητικότητας που έχει εκδηλώσει στο παρελθόν;
Γ.Τ.:
Βρισκόμαστε σε μια φάση διαχείρισης της ελληνοτουρκικής κρίσης, η οποία έχει ξεκινήσει από τον Ιούλιο του 2020. Από τη στιγμή που η Τουρκία απέσυρε το ερευνητικό της σκάφος από την Ανατολική Μεσόγειο, τουλάχιστον από τα ύδατα που η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούν ότι ανήκουν στη δική τους υφαλοκρηπίδα, άνοιξε ο δρόμος ώστε να μπορέσει να επανεκκινήσει η διαδικασία διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών υπό την ομπρέλα των διερευνητικών συνομιλιών, οι οποίες είχε διακοπεί το 2016. Αυτή είναι η βούληση και της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, αλλά και άλλων χωρών του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αυτό όμως δεν σημαίνει, όσο θετική εξέλιξη και να είναι η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ότι μπορούμε αυτή τη στιγμή να δηλώνουμε ιδιαίτερα αισιόδοξοι για ένα θετικό αποτέλεσμα. Μην ξεχνάτε ότι πρόκειται για τον 61ο γύρο, που θα πραγματοποιηθεί, γεγονός που από μόνο του δείχνει ότι στο παρελθόν γίνονταν τέτοιου είδους συνομιλίες, αλλά χωρίς κάποιο θετικό αποτέλεσμα.

«Οι ΗΠΑ περιμένουν από Αθήνα και Άγκυρα να ξεκινήσουν τις συνομιλίες ελπίζοντας ότι θα βρεθεί κάποια λύση»

ΠτΘ: Μιλήσατε για την βούληση της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Είχαμε λίγα 24ωρα πριν και την ανακοίνωση από το Στέιτ Ντιπάρντμεντ. Πόσο ρόλο θεωρείτε ότι έπαιξαν αυτές οι παρεμβάσεις και όσες προηγήθηκαν, σε σχέση με την αλλαγή στάσης της Τουρκίας;
Γ.Τ.:
Αν μπορούμε να αναλύσουμε τη οπτική ξένων δυνάμεων, κατά κύριο λόγο των ΗΠΑ, η προσέγγισή τους είναι ότι ενώ από τη μια πλευρά καταδικάζουν την προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, την ίδια στιγμή ζητούν και από τις δυο πλευρές να οριοθετήσουν την υφαλοκρηπίδα. Η όλη δηλαδή συμπεριφορά των ΗΠΑ μας δείχνει ότι από τη δική τους οπτική, ακόμα και αν θεωρητικά θεωρούν πως η Ελλάδα έχει δίκιο και  τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, από τη στιγμή που αυτό δεν έχει διευθετηθεί και οριοθετηθεί μεταξύ των δυο πλευρών, χρειάζεται να γίνουν συνομιλίες για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Μην ξεχνάμε ότι επειδή την επόμενη εβδομάδα ξεκινάει η προεδρεία του Τζο Μπάιντεν, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των σχέσεών τους με την Τουρκία. Αυτό σημαίνει ότι ενώ από τη μια πλευρά η Ουάσιγκτον βλέπει εξαιρετικά καχύποπτα και αρνητικά την γενικότερη τουρκική εξωτερική πολιτική - που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα- προσπαθεί να δει πώς ακριβώς θα ακολουθήσει μια πολιτική που θα της επιτρέπει να συνεργάζεται και με την Τουρκία, και την ίδια στιγμή να αποφύγει μια κρίση μεταξύ δυο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Αυτή είναι η πολιτική των ΗΠΑ που επί της ουσίας περιμένουν από Αθήνα και Άγκυρα να ξεκινήσουν τις συνομιλίες ελπίζοντας ότι θα βρεθεί κάποια λύση.

«Ως προς την προοπτική επίλυσης του προβλήματος δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα πλαίσιο το οποίο είναι αμοιβαία αποδεκτό από τις δυο πλευρές»

ΠτΘ: Θα πρέπει να αναμένουμε κάποιο αποτέλεσμα σε αυτές τις διερευνητικές επαφές και το αποτέλεσμα αυτό σε τι θα συνίσταται, γιατί είδαμε ότι υπάρχουν ακόμα διαφωνίες ακόμα και ως προς την ατζέντα των συνομιλιών;
Γ.Τ.:
Το θέμα της επανέναρξης των διερευνητικών συνομιλιών έχει δυο πτυχές. Η θετική είναι ότι Ελλάδα και Τουρκία ξαναρχίζουν τον διάλογο, υπό την ομπρέλα των διερευνητικών και συνεχίζουν την προσπάθεια οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης, ώστε να αποφευχθεί το σενάριο κρίσης των προηγούμενων μηνών.  Άλλωστε ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι προς το ενδιαφέρον ούτε της Ελλάδας, ούτε της Τουρκίας, ούτε της Ε.Ε., ούτε των ΗΠΑ. Είναι πολύ σημαντικό ότι ακόμα και αν οι δύο πλευρές διαφωνούν, τουλάχιστον υπάρχει ένα κλίμα συνεννόησης μεταξύ τους, όπως και αν γίνεται αυτό αντιληπτό.

Όσον αφορά το μέλλον και την προοπτική επίλυσης του προβλήματος δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα πλαίσιο το οποίο είναι αμοιβαία αποδεκτό από τις δυο πλευρές. Δηλαδή οι διερευνητικές συνομιλίες είναι άτυπες συνομιλίες μεταξύ των δυο πλευρών, που ουσιαστικά μπορούν υπό καλούς όρους να οδηγήσουν τις δύο πλευρές να συμφωνήσουν στην ατζέντα της συζήτησης και ενδεχομένως σε τι μπορεί να περιλαμβάνει ένα συνυποσχετικό για να λύσουν οι δυο χώρες τις διαφορές τους στη Χάγη. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που υπάρχει η «παραδοσιακή» διαφορά μεταξύ των δυο πλευρών. Νομίζω ότι σε αυτό δεν μπορεί να είμαστε αισιόδοξοι, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι κακό που δύο χώρες ξεκινούν τις συνομιλίες. Υπάρχουν και διάφορες άλλες ιδέες για το πώς μπορεί να επιταχυνθεί ο διάλογος μεταξύ των δυο πλευρών, και μια σημαντική πρόταση έχει κατατεθεί από την Ε.Ε. η οποία αφορά στη πιθανότητα διενέργειας ενός πολυμερούς διαλόγου για την Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα. Κι αυτό γιατί χωρίς την επίλυση του Κυπριακού είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρχει μια οριστική λύση για το πρόβλημα το οποίο είναι υπαρκτό και δεν αφορά μόνο Ελλάδα και Τουρκία, αλλά και άλλες  χώρες.

«Η Τουρκία προσέρχεται στον διάλογο πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν το 2016 και με μία εντελώς διαφορετική εξωτερική πολιτική, καθώς το ενδεχόμενο ένταξής της στην Ε.Ε. είναι πάρα πολύ μικρό»

ΠτΘ: Άρα μιλάμε για μια πρώτη εκτίμηση και οριοθέτηση της ατζέντας των θεμάτων που θα πρέπει να συζητηθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επαφών και εμπλεκομένων, που δεν μπορεί να γίνει σε συναντήσεις διάρκειας μίας ημέρας…
Γ.Τ.:
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να διευκρινίσουμε. Το γεγονός δηλαδή ότι πρόκειται για άτυπες συνομιλίες οι οποίες πραγματοποιούνται. Συνήθως, βάσει και της ιστορικής εμπειρίας, προσέρχονται οι δυο πλευρές, και η ελληνική πλευρά λέει τη θέση της, η Τουρκία λέει τη δικής της θέση και προσπαθούν να βρουν κατά πόσο μπορεί να υπάρξει κοινός τόπος. Είναι άτυπες συνομιλίες που προσπαθούν να κρίνουν αν υπάρχει δυνατότητα, μεταξύ των δυο πλευρών, επίλυσης του προβλήματος. Αυτό είναι που πρέπει να περιμένουμε, με την πολύ μεγάλη διαφορά βέβαια ότι η Τουρκία είναι διαφορετική σήμερα σε σχέση με το 2016 και οι επιλογές της στην εξωτερική πολιτική δεν είναι σε καμία περίπτωση οι ίδιες με αυτά τα οποία συνέβαιναν παλαιότερα, όταν υπήρχε και το ενδεχόμενο, έστω και θεωρητικά, να ενταχθεί η χώρα στην Ε.Ε. Πλέον υπάρχει μεν συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, αλλά το ενδεχόμενο ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη είναι πάρα πολύ μικρό.

«Τόσο από την οπτική της Ουάσιγκτον όσο και των Βρυξελλών δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λύση στο ζήτημα της Ανατολικής Μεσογείου χωρίς να περιλαμβάνεται η Τουρκία»

ΠτΘ: Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα λειτουργεί και από μια πιο ενισχυμένη θέση στο διεθνές σκηνικό;
Γ.Τ.:
Η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, μια χώρα δημοκρατική, η οποία επιθυμεί να έχει πολύ καλές σχέσεις με τους γείτονές της, όπως συμβαίνει και έως σήμερα. Σε αντίθεση με την Τουρκία, η Ελλάδα δεν είναι μπλεγμένη  σε εμπόλεμα μέτωπα τα οποία έχουν πάρα πολύ μεγάλο κίνδυνο και για ζωές ανθρώπων προφανώς, αλλά και για την γενικότερη πορεία της στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακριβώς, ενισχύθηκαν πάρα πολύ οι σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, και με άλλες χώρες της γειτονιάς, όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακριβώς, η Ελλάδα προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της. Την ίδια στιγμή αν δούμε και την οπτική της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, αυτό το οποίο επιθυμούν είναι να υπάρχει ένας δίαυλος συνεργασίας και με την Τουρκία. Με λίγα λόγια, από την οπτική τόσο της Ουάσιγκτον όσο και των Βρυξελλών δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια λύση στο ζήτημα της Ανατολικής Μεσογείου χωρίς να περιλαμβάνεται η Τουρκία. Και εδώ είναι ακριβώς η προσπάθεια που κάνει και θα πρέπει να κάνει η Ελλάδα, αξιοποιώντας τις πολιτικές των τελευταίων ετών, να έχει την όσο το δυνατόν καλύτερη θέση σε αυτού του είδους τον διάλογο ο οποίος θα έχει σκοπό να τα βρουν μεταξύ τους χώρες, οι οποίες ανήκουν στη Δύση. Εφόσον και η Τουρκία προφανώς, ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, και παρά τις διαφορετικές πολιτικές των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να έχει την επιθυμία να συνεργάζεται με την βορειοατλαντική συμμαχία.

«Η Ελλάδα πρέπει να εξηγήσει  και στους εταίρους της γιατί δεν είναι δυνατόν να συζητηθούν θέματα όπως αυτά για τα οποία προσπαθεί να πείσει η Τουρκία»

ΠτΘ: Οι συνθήκες λοιπόν στη συγκεκριμένη περίπτωση μας ευνοούν, ωστόσο μένει να δούμε και την στάση που θα επιλέξει να κρατήσει η Τουρκία. Μέχρι τότε τι είναι αυτό που θα πρέπει η Ελλάδα κατά την άποψή σας να κάνει;
Γ.Τ.:
Αυτό το οποίο πρέπει να κρατήσουμε, χωρίς να βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά, είναι ότι πρέπει να πέσουν οι τόνοι. Διότι η εμπειρία από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο δείχνει ότι καμία από τις δύο χώρες δεν έχει να κερδίσει κάτι ιδιαίτερο από την τεράστια κρίση, η οποία δημιουργήθηκε. Αυτό που κατά την άποψή μου πρέπει να κάνει η Ελλάδα είναι να αξιοποιήσει τις πολύ καλές της σχέσεις με τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να ενισχύσει τη θέση της για τον διάλογο, ο οποίος αργά ή γρήγορα θα λάβει χώρα. Και μια χώρα όπως η Ελλάδα η οποία τη σημερινή εποχή κρατάει και τη «σημαία» των δυτικών αξιών ψηλά και διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, νομίζω ότι μπορεί να το αξιοποιήσει αυτό στο πλαίσιο του διαλόγου, για να βρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Αυτό που η Ελλάδα πρέπει να κάνει, είναι να εξηγήσει στους εταίρους της, και όχι μόνο στο ελληνικό κοινό, γιατί δεν είναι δυνατόν να συζητηθούν θέματα όπως για παράδειγμα  η κυριότητα σε βραχονησίδες, ή η αποστρατικοποίηση των νησιών, όπως προσπαθεί να πείσει η Τουρκία τη διεθνή κοινότητα. Κι αυτό γιατί η Τουρκία κάνει ακριβώς την ίδια εκστρατεία, προβάλλοντας την περιεκτική ατζέντα των θεμάτων, ως απαραίτητη για να γίνει διάλογος.

Η εξωτερική πολιτική άλλωστε πρέπει να ασκηθεί σε δύο επίπεδα, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που η επικοινωνία παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Προφανώς στο επίπεδο της πολιτικής και της διπλωματίας γίνονται κινήσεις οι οποίες δεν γίνονται πάντοτε γνωστές, αλλά την ίδια στιγμή η επικοινωνία παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο και καλύπτει και το κομμάτι της δημόσιας διπλωματίας στο οποίο σίγουρα υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο ενίσχυσης των ελληνικών θέσεων και στην Ευρώπη. Όταν λέμε Ευρώπη κατά κύριο λόγο εννοούμε το Βερολίνο και το Παρίσι, τις δύο δηλαδή βασικές χώρες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για τη χάραξη της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και την Ουάσιγκτον, όπου η ελληνική δραστηριοποίηση είναι μεν σημαντική τα τελευταία χρόνια σε επίπεδο δημόσιας διπλωματίας, αλλά προφανώς μπορούν να γίνουν πολλά περισσότερα. Ιδίως στην εποχή της σημερινής τεχνολογίας και της χρησιμοποίησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που επιτρέπουν να υπάρχει τέτοιου είδους συστηματική πολιτική χωρίς ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από την ελληνική πλευρά, διότι η στρατηγική αυτή καθεαυτή, δεν απαιτεί να διατεθούν πάρα πολλά κονδύλια, αλλά κυρίως χρειάζεται μια συστηματική δράση και ξεκάθαρη προάσπιση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine