Ο μικρός τυμπανιστής θέλει ν’ αυτοκτονήσει

25.12.2020 08:36

Του Κώστα Δρουγαλά*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Στην Αθηνά Μάρκου

Η Εγγονή, εκείνος ο διάολος με το αγγελικό βλέμμα, έφταιγε για όλα. Ήταν και το δέντρο εδώ που τα λέμε, σωστό χούφταλο.

Ίδιο, ολόιδιο εδώ και χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες. Το βγάζαν απ’ την αποθήκη τον Δεκέμβρη, και αρχές Γενάρη, ξανά πίσω στην εξορία και στη σκόνη του κουτιού. Ήμουν εκεί απ’ την αρχή και τα θυμάμαι όλα καθαρά.

Θυμάμαι που το ’φερε ο Πατέρας. Ένα ορθογώνιο κουτί μέσα σε καρότσι. Με το χαμόγελο στα χείλη ο Πατέρας. Το δέντρο, φοβισμένο, πού θα πάω, πώς θα με αντιμετωπίσουν. Αυτά μας τα ’πε καναδυό χρόνια μετά, όταν είχε αρχίσει να συνηθίζει στην παρουσία μας.

Το είχε βγάλει απ’ το κουτί, κι οι τρεις τους –Πατέρας, Μητέρα, Κόρη– είχαν αρχίσει ν’ ανοίγουν τα κλαδιά του. Όλοι είχαμε να το λέμε, τι όμορφο, τι ψηλό και λαμπερό δέντρο που ήταν. Ανακαλώ τις πρώτες μέρες του δέντρου με το είδος της νοσταλγίας που γεμίζει τ’ ανθρώπινα μάτια με δάκρυα. Ήμασταν όλοι νέοι, θαλεροί, κι ο Εωσφόρος δεν είχε γεννηθεί ακόμη.

Αυτά πριν πάρα πολλά χρόνια. Ο Πατέρας πια δεν ζει, τα μαλλιά της Μητέρας έχουν ασπρίσει, κι η Κόρη μένει σε δικό της σπίτι, μεγαλώνοντας τον Εωσφόρο. Το δέντρο είναι πλέον γέρικο, ταλαιπωρημένο, με τα κλαδιά του κακομούτσουνα και στραβωμένα. Και, μεταξύ μας, μυρίζει, μυρίζει όπως όλα τα δέντρα-παππούδες, αυτή την ανυπόφορη οσμή της τρίτης ηλικίας. Η Μητέρα, μόλις το στήσει στη γωνιά του σαλονιού, το ψεκάζει από πάνω ως κάτω με αποσμητικό χώρου για να ξορκίσει τη μυρωδιά του επικείμενου θανάτου. Όλοι γνωρίζουν πως το δέντρο δεν έχει πολύ καιρό μπροστά του· κανείς, ωστόσο, δεν τολμάει να του το πει, γιατί αν το δέντρο χάσει το ηθικό του, ζήτω που καήκαμε.

Το πρόβλημα είναι πως μερικοί απ’ τους μολυβένιους στρατιώτες έχουν αλλεργία στα αποσμητικά χώρου της Μητέρας: τους ζαλίζει η μυρωδιά της βανίλιας, κι έτσι όπως είναι και τα κλαδιά στραβωμένα απ’ τα γηρατειά και την πολυχρησία, γλιστρούν και σπάνε. Κάθε χρόνο θρηνούμε κι από μερικά θύματα, αλλά μόνο εμείς: η Μητέρα φέρνει απλώς τη σκούπα, τσουπ τσουπ, χέρια, πόδια, κεφάλι, σώμα, όλα στο φαράσι και κατευθείαν στα σκουπίδια. Πολλά παιχνίδια τα βάζουν με το δέντρο, αλλά τι φταίει κι αυτό που απλώς γερνάει; Αν έπρεπε να κατηγορήσουμε κάποιον, αυτός θα ήταν η Μητέρα, αλλά κανείς μας δεν θα τολμούσε να προβεί σε μια τέτοια ασέβεια.

Στο συγκεκριμένο θέμα έχω υπάρξει πιο τυχερός: στα τόσα χρόνια δεν έχει τύχει ποτέ να με τοποθετήσουν σε στραβωμένο κλαδί, κι ευτυχώς που δεν έχω αλλεργία στα αποσμητικά χώρου. Ίσα ίσα που μου αρέσει η βανίλια. Πριν λίγα χρόνια, μια ρυτινένια μπάλα από στρας μου ’πε πως ήμουν απλώς τυχερός. Ο «τυχερός τυμπανιστής», αυτός ήμουν για τους συναδέλφους μου. Τουλάχιστον μέχρι φέτος. Γιατί ύστερα έγινα ο «ανώμαλος τυμπανιστής», ή γι’ αυτούς που με ξέρουν, απλώς ο «ανώμαλος».

***

Εγώ πάλι θα με χαρακτήριζα άτυχο τυμπανιστή, αλλά βρίσκω τον προσδιορισμό αρκετά επιεική. Θα καταλάβετε παρακάτω. Είμαι ερωτευμένος με μια χριστουγεννιάτικη μπάλα. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αν τη βλέπατε, θα λέγατε, σιγά, μια γυάλινη μπάλα κόκκινου χρώματος madeinChina, όπως τόσες και τόσες, εγώ όμως είμαι ερωτευμένος μαζί της. Δεν ζει πια. Για όλα φταίει η Εγγονή. Και το δέντρο.

Συνέβη πριν μία βδομάδα. Ήρθε επίσκεψη η Κόρη με τις δύο Εγγονές. Παρότι έχει αρκετά χρόνια που ’χει φύγει απ’ το σπίτι, τη βλέπουμε συχνά την Κόρη. Οπότε βλέπουμε και τις Εγγονές. Η μία είναι καλή. Μας χαϊδεύει, μας ξεσκονίζει, μας λέει μυστικά, καμιά φορά μάς κατεβάζει απ’ το δέντρο να ξεπιαστούμε. Αλλά σπάνια ασχολείται μαζί μας. Συνήθως περνάει τον χρόνο της στην κουζίνα με τη Μητέρα και την Κόρη. Η άλλη, όμως, που είναι ο διάολος ο ίδιος, έχει άπλετο χρόνο για μας. Ο Εωσφόρος. Έχει μεγάλα γαλανά μάτια, που σε κάθε της ματιά, παγώνει το αίμα μας, και κάποιο θεματάκι υπερκινητικότητας. Έτσι λέει η Μητέρα. Η Κόρη λέει θεματάρα. Η Κόρη έχει δίκιο.

Εκείνη τη μέρα έτρεχε στο σαλόνι πέρα-δώθε μ’ ένα ελικόπτερο στο χέρι. Το ελικόπτερο εκλιπαρούσε για βοήθεια, ωστόσο δεν κάναμε τίποτα, γιατί δεν μπορούσαμε να παραβούμε τον Κανόνα του Παιχνιδιού. Κανείς μας δεν μπορεί να παραβεί τον Κανόνα του Παιχνιδιού. Είναι ο ίδιος κανόνας που καθιστά εμάς τα παιχνίδια ανίκανα να κινηθούμε χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Οι άνθρωποι αγνοούν ότι υπάρχουμε. Ούτε ξέρουν πως ό,τι νιώθουμε, το νιώθουμε αποκλειστικά μέσα μας και μπορούμε να το εξωτερικεύσουμε μόνο στα άλλα παιχνίδια μέσω μιας ιδιότητας που θα τη χαρακτήριζα τηλεπαθητική. Ωστόσο, θρυλείται πως σε περιπτώσεις άκρατου πόνου, το κλάμα ενός παιχνιδιού μπορεί να φτάσει στα ανθρώπινα αυτιά. Και παρότι κανείς μας δεν έχει ζήσει τέτοιον πόνο, εντούτοις είμαστε πολύ προσεκτικοί με τα συναισθήματά μας.

Η Εγγονή μιμούνταν με το στόμα τον ήχο του έλικα, σκορπώντας σάλια στο διάβα της. Κάθε φορά που ερχόταν προς εμάς, έσπρωχνε το δέντρο, που κρατιόταν με το ζόρι να μην πέσει κι έπνιγε με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία τις κραυγές πόνου. Βλέπαμε το δέντρο να κλυδωνίζεται κι έτρεμε το φυλλοκάρδι μας. Λέγαμε από μέσα μας, πού θα πάει, θα κουραστεί ο Εωσφόρος και θα σταματήσει το μαρτύριο. Πού να ’ξερα, πως το πραγματικό μαρτύριο θα ξεκινούσε λίγες στιγμές αργότερα.
Η Εγγονή-Εωσφόρος, εκεί που έτρεχε, κάποια στιγμή γλίστρησε και πιάστηκε απ’ το δέντρο για να μην πέσει. Σ’ ένα απ’ τα κλαδιά που αγκάλιασαν τα ιδρωμένα χέρια της βρισκόταν η αγαπημένη μου. Το δέντρο στάθηκε με δυσκολία στο ύψος του, αλλά το κλαδί λύγισε, κι η αγαπημένη μου, το φως των ματιών μου, αυτήν που περίμενα να δω κάθε Δεκέμβρη έπειτα από έντεκα μήνες χειμερίας νάρκης στην αποθήκη, έπεσε κι έγινε θρύψαλα μπροστά μου. Η Ιουλιέτα μου γκρεμίστηκε απ’ το μπαλκόνι της.

Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό σ’ εμένα, αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Σαν να πίστευα μέχρι τότε πως η ζωή μου ήταν φτιαγμένη από άλλα υλικά, όπου δεν ανακατεύεται η φθορά με τη δυστυχία. Σαν να μην ήμουν προετοιμασμένος για το γεγονός ότι τα χειρότερα πράγματα απλώς συμβαίνουν στον οποιονδήποτε.

Η Εγγονή-Εωσφόρος γελούσε, γελούσε και με το πόδι της πατούσε την αγαπημένη μου, μέχρι που την έκανε σκόνη. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήθελα να κάνω κάτι, να πάρω εκδίκηση, αλλά δεν μπορούσα να κάνω το παραμικρό. Είμαι απλώς ένα στολίδι του δέντρου. Ούτε κίνηση έχω ούτε μιλιά. Κι είναι κι ο Κανόνας του Παιχνιδιού.

Φορτωμένος ενοχές που δεν κατάφερα να υπερασπιστώ την αγαπημένη μου, ήμουν καταδικασμένος να ζήσω τη σκηνή μέχρι τέλους: μόλις άκουσε τον θόρυβο, ήρθε η Μητέρα με τη σκούπα και το φαράσι, και τσουπ τσουπ, δεν την ξαναείδα την αγαπημένη μου. Κι η Εγγονή-Εωσφόρος ούτε ένα δάκρυ, ούτε μια τόση δα συγγνώμη στη Μητέρα (αντίθετα η Μητέρα τής έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο σαν να την επιβράβευε για την πράξη της), μόνο συνέχισε να τρέχει εδώ κι εκεί με το ελικόπτερο στο χέρι. Το δέντρο μαζί με τα στολίδια συνέχιζαν να τρέμουν απ’ τον φόβο τους, εγώ όμως όχι. Δεν μου καιγόταν καρφί για το αν θα πέθαινα. Δεν μου προκάλεσε καν έκπληξη η σκέψη του θανάτου. Εκείνη τη στιγμή, μάλιστα, ευχόμουν ν’ άνοιγε η γη και να με κατάπινε. Και λίγο μετά συνειδητοποίησα, πως σκεφτόμουν την αυτοκτονία.

***

Δεν ξέρω αληθινά αν ήθελα να πεθάνω, ωστόσο ο συναισθηματικός πόνος που βίωνα μετά τον τραγικό χαμό της αγαπημένης μου ήταν δυσβάσταχτος. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ την απώλεια, ούτε να βρω διέξοδο απ’ το κενό που βρισκόμουν. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω προκειμένου να σταματήσει ο πόνος.

Σκεφτόμουν πως ο πιο αποδοτικός τρόπος ήταν να γλιστρήσω απ’ το κλαδί μου και να σκοτωθώ στο μάρμαρο του σαλονιού, όμως ήξερα πως μόνος μου δεν μπορούσα εκ των πραγμάτων να τα καταφέρω. Όπως σας είπα, δεν μπορώ να κουνηθώ, εκτός αν με κουνήσει ανθρώπινο χέρι· ή σατανικό, αν μιλάμε για τον Εωσφόρο. Ωστόσο, μια φωνούλα μέσα μου μού έλεγε, Ζήτα βοήθεια, δεν τη λυπάσαι τη ζωή σου; Αποφάσισα να εμπιστευτώ τη φωνή. Το πιο μεγάλο λάθος της ζωής μου.

Κοίταξα γύρω μου τα άλλα στολίδια. Τα περισσότερα κοιμούνταν βαριά, εξαντλημένα απ’ τη χθεσινή επέλαση του Εωσφόρου. Ήρθε ξανά. Αυτή τη φορά έτρεχε στο σαλόνι κλωτσώντας μια πλαστική μπάλα μπάσκετ. Κάποιος στρατιώτης αναρωτήθηκε για την τύχη του ελικοπτέρου. Ποιος ξέρει τι να ’χε απογίνει το έρμο. Ίσως είχε συναντήσει την αγαπημένη μου στον Παράδεισο των Παιχνιδιών.
Στο διπλανό κλαδί, με την τσίμπλα ακόμη στο μάτι, κρεμόταν ένας μολυβένιος στρατιώτης. Ήμασταν ντυμένοι το ίδιο, όπως κι όλοι της διμοιρίας: κόκκινη ζακέτα με διακοσμητικά, μπλε παντελόνι, καπέλο, μαύρα παπούτσια. Ο αγουροξυπνημένος στρατιώτης για πολλά χρόνια στόλιζε ένα λευκό δέντρο στο γραφείο μιας ψυχολόγου στο κέντρο της πόλης. Σκέφτηκα, τόσα χρόνια πλάι σε ειδικό, κάτι θα ’χε μάθει, ίσως μπορούσε να με βγάλει απ’ το αδιέξοδο. Κι έκανα, όπως προείπα, το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.

Του σφύριξα νοητά για να με προσέξει.

«Τι θες;» με ρώτησε.

Μερικές εκατοντάδες λέξεις μποτιλιαρίστηκαν στο στόμα μου κι ευθύς άρχισα να κλαίω, μ’ ένα κλάμα τρομακτικό, σαν ανθρώπινο.

Ο μολυβένιος στρατιώτης είχε τρομάξει.

«Σσσσς, θες να σ’ ακούσει η Μητέρα;»

«Δεν με νοιάζει...»

«Τρελάθηκες μου φαίνεται!»

Ήθελα να μιλήσω. Θα ’σκαγα αν δεν τα ’λεγα σε κάποιον.

«Κρατάς μυστικό;» τον ρώτησα.

«Λέγε».

«Δεν λέω τίποτα, πες πρώτα αν κρατάς μυστικό».

«Στη Μητέρα που μας φροντίζει».

Θεώρησα τον όρκο του ιερό κι απαράβατο, οπότε άρχισα να μιλάω, διστακτικός στην αρχή, απελευθερωμένος στη συνέχεια.

Του τα ’πα όλα.

***

Όσην ώρα μιλούσα, απέφευγα να τον κοιτάξω. Ντρεπόμουν, κι άλλωστε δεν ήθελα να χάσω τον ειρμό μου. Αν υπήρχε ειρμός στο συναισθηματικό μου παραλήρημα. Όταν τέλειωσα, πήρα το ρίσκο και τον κοίταξα.

Με παρατηρούσε με σιχαμάρα, και κάποια στιγμή μού είπε, Έχεις πρόβλημα, το ξέρεις; Καλά μου το ’χε πει ο τάρανδος πριν χρόνια πως σ’ είχε πιάσει να τη γλυκοκοιτάζεις! Τόσοι στρατιώτες, την μπάλα βρήκες να ερωτευτείς; Εμείς δεν σου κάνουμε δηλαδή;

Φαινόταν προσβεβλημένος, αλλά ενδόμυχα νομίζω ότι απλώς ζήλευε που δεν είχα επιλέξει αυτόν ή κάποιον άλλον από τη διμοιρία. Η αλήθεια είναι πως ο έρωτας που βίωνα για την μπάλα ήταν παρά φύσιν έρωτας· στα χριστουγεννιάτικα δέντρα οι στρατιώτες ερωτεύονται στρατιώτες, οι τάρανδοι ταράνδους κι οι μπάλες μπάλες. Είναι αφύσικο, ανώμαλο να μπλέκουν τα πράγματα μεταξύ τους. Το ’λεγε κι ο Κανόνας του Παιχνιδιού. Απαγορεύεται ο ανορθόδοξος έρωτας. Ωστόσο, ήθελα ν’ απαντήσω στον στρατιώτη, να του πω πως δεν διαλέγεις ποιον θα ερωτευτείς, αλλά εκείνος το πήρε προσωπικά και σταμάτησε να μου μιλάει. Καλά να πάθω. Ο κόσμος των παιχνιδιών –κι ειδικά των χριστουγεννιάτικων– είναι γεμάτος προκαταλήψεις. Το χειρότερο όμως ήταν αυτό που ακολούθησε.

Ο στρατιώτης δεν κράτησε τον όρκο του και μέσα σε λίγη ώρα όλοι είχαν μάθει για τον παρά φύσιν έρωτά μου για την κόκκινη μπάλα: οι στρατιώτες της διμοιρίας, τα αγγελάκια, οι πολικές αρκούδες, οι μπάλες –πλαστικές, ψάθινες, με στρας ή ανάγλυφα σχέδια– το αστέρι στην κορυφή, τα λαμπάκια, το ’χαν μάθει όλοι, μέχρι κι ο τάρανδος, που ήταν ο μεγαλύτερος κουτσομπόλης κι αποφεύγαμε να του μιλάμε.

Έπειτα άρχισαν ν’ ακούγονται πολλά και διάφορα: πως η Μητέρα με είχε καλομαθημένο, γι’ αυτό είχα γίνει τέτοιος, πως φαινόμουν τοιούτος απ’ τον τρόπο που κρατούσα τις μπαγκέτες στα χέρια μου, απ’ τον τρόπο που ήταν περασμένο το τύμπανο στον λαιμό μου, πως κατά βάθος το ’ξεραν, αφού τόσα χρόνια δεν είχα ενδιαφερθεί ποτέ για κάποιον από την ομάδα μου, πως τώρα εξηγούνταν όλα...

Το ίδιο βιολί συνεχιζόταν για ώρες, ως το ξημέρωμα. Πηγαδάκια, ψίθυροι και σπόντες. Σταμάτησαν λίγο πριν χαράξει· το κουτσομπολιό τούς είχε αποκάνει. Μόλις ξυπνούσαν, θα συνέχιζαν τις κακόβουλες επικρίσεις, ήμουν σίγουρος γι’ αυτό.
Άθελά μου είχα γίνει το θέμα των φετινών γιορτών. Η κοινότητα των παιχνιδιών δεν είναι ανεκτική μ’ αυτού του είδους τα πράγματα. Σπάνια θα συναντήσεις προοδευτικό παιχνίδι, σας το λέω εγώ· μόνο στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν μ’ ένοιαζε και πολύ. Η αποκάλυψη του έρωτά μου για την κόκκινη μπάλα κι η φανέρωση της σεξουαλικής μου ταυτότητας, απλώς επιβεβαίωναν το συναίσθημα που είχα βαθιά μέσα μου μετά τη δολοφονία της αγαπημένης μου: δεν την επιθυμούσα τη ζωή· ήθελα ν’ αυτοκτονήσω. Παρ’ όλα αυτά η φωνούλα μέσα μου επέμενε, Κάνε μια προσπάθεια ακόμη. Εντάξει, είπα, αλλά αυτή θα είναι η τελευταία.

Στράφηκα στους από κάτω. Μπορεί ο φασκιωμένος γιος του Θεού μέσα απ’ τη φάτνη να με βοηθούσε. Οι γονείς του κοιμούνταν. Το ίδιο κι οι μάγοι. Φώναξα για να μ’ ακούσει.

«Μη με μπλέκεις σ’ αυτό», είπε τελικά.

«Κι εσύ;»

Δεν απάντησε.

Σκέφτηκα πονηρά.

«Ξέχασες τι έχω κάνει εγώ για σένα;»
«Δεν σε καταλαβαίνω».

«Ξέχασες που σου ’χα παίξει τα κάλαντα με το τύμπανό μου... Ξέρεις τι περπάτημα είχα ρίξει ακολουθώντας το φωτεινό αστέρι στον ουρανό;»

Το βρέφος κάγχασε.

«Πού ξέρω ότι ήσουν εσύ;»

«Τι εννοείς;» έκανα δήθεν πως δεν καταλάβαινα.

«Υπάρχουν εκατομμύρια, ίσως και δισεκατομμύρια τυμπανιστές σαν κι εσένα... Πού ξέρω ότι ήσουν εσύ;»

Συνέχισα, πασχίζοντας να βρω παρηγοριά:

«Τουλάχιστον με καταλαβαίνεις;»

«Σου ’πα και πριν... Μη με μπλέκεις σ’ αυτό. Εσύ πάνω στο δέντρο, εγώ κάτω απ’ το δέντρο. Ο καθένας τη δουλειά του».

Σιώπησα.

Η φωνούλα μέσα μου πήγε να ξαναμιλήσει.

«Σκάσε», της είπα.

«Ελπίζω αυτό να μην πήγαινε σ’ εμένα, γιατί την πάτησες», είπε το βρέφος.

«Σ’ έναν συνάδελφό μου το ’λεγα».

«Α».

***

Ξύπνησα από μουρμουρητά. Δεν χρειαζόταν να στήσω αυτί, ήταν προφανές ότι με κουτσομπόλευαν. Άλλωστε ήμουν ο ανώμαλος του δέντρου· το θέμα των φετινών Χριστουγέννων. Δεν μ’ ένοιαζε όμως και δεν έδωσα παραπάνω σημασία. Ήθελα να πεθάνω. Ευχόμουν από μέσα μου να πάθει το δέντρο καρδιακή ανακοπή και να τελειώνω μια και καλή, ή έστω να ’ρθει ο Εωσφόρος και να με κάνει σκόνη, σαν την αγαπημένη μου, το φως των ματιών μου.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Ένιωθα πάνω μου βλέμματα σιχασιάς, άκουγα ολοκάθαρα προσβολές και κουβέντες με υπονοούμενα· κάποιος μάλιστα –νομίζω πως ήταν ένα αγγελάκι απ’ τα πάνω κλαδιά– σχολίασε το μουστάκι μου. Μουστάκι τοιούτου, αποφάνθηκε. Δεν μπήκα καν στον κόπο να του εξηγήσω ότι το ίδιο ακριβώς μουστάκι είχαν κι οι υπόλοιποι στρατιώτες της διμοιρίας, αφού όλοι προερχόμαστε απ’ το ίδιο εργοστάσιο παραγωγής. Ή να του πω (με μια δόση μικροπρέπειας είναι η αλήθεια) πως εγώ τουλάχιστον είχα φύλο. Δεν έκανα όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο: είναι κάποιες μάχες που δεν μπορείς να κερδίσεις. Χώρια που όταν θες να πεθάνεις, όλα τ’ άλλα φαντάζουν μάταια.

Ξάφνου, η ζωηράδα των κουτσομπολιών κόπηκε μαχαίρι. Όλοι ξέραμε γιατί. Έμπαινε στο σπίτι ο Εωσφόρος. Γύρισα προς το μέρος της Εγγονής. Πείτε με τρελό, αλλά ένιωσα το γαλανό βλέμμα της πάνω μου· έσταζε αίμα. Είχε έρθει για μένα. 
Άρχισε να τρέχει στο σαλόνι –αυτή τη φορά χωρίς να κρατά ή να κλωτσά κάποιο κακόμοιρο παιχνίδι.

Έλα, διάολε, και λύτρωσέ με.

Το λεπτό σώμα της έγλειφε τα κλαδιά στο πέρασμά της. Νιώθαμε τα μποφόρ όλο και πιο μεγάλα.

Δεν αντέχω άλλο, ψιθύρισε το δέντρο με πόνο.

Ούτε εγώ, ήθελα να του πω, αλλά για άλλους λόγους.

Η στιγμή του τέλους πλησίαζε, το ένιωθα ως τα τρίσβαθα της ψυχής μου.
Τις στιγμές της συντέλειας, το μυαλό μου γύριζε γύρω απ’ την αγαπημένη μου.
Είχαμε ερωτευτεί πριν δέκα χρόνια ακριβώς και δεν το ’χαμε πει σε κανέναν. Όπως καταλάβατε, δεν υπήρχε λόγος να το κάνουμε.

Ο έρωτάς μας την πρώτη χρονιά ήταν καθαρά πλατωνικός· όταν μας ξεκρέμασε η Μητέρα κι έπρεπε να αποχωριστούμε, δώσαμε υπόσχεση αιώνιας αγάπης. Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει. Κι αυτό έγινε.

Το πιστεύω, πως η αληθινή, η αμόλυντη η αγάπη, επιβραβεύει πάντα τους ερωτευμένους: πώς να εξηγήσεις άλλωστε το γεγονός ότι την επόμενη κιόλας χρονιά ήμασταν σε διπλανά κλαδιά, που η Μητέρα είχε ξεχάσει να ξεμπλέξει; Ήταν απορίας άξιον πώς η Μητέρα είχε προβεί σε τέτοιο ατόπημα. Ίσως, είπε η αγαπημένη μου, επειδή δεν κρεμόμαστε απ’ την ορατή πλευρά του δέντρου, αλλά απ’ την άλλη, την «κακή».

Αυτό ήταν αλήθεια: ήμασταν μονάχοι στο σκοτάδι μιας γωνιάς του σαλονιού, εγώ κι εκείνη, στα πρώτα κλαδιά πάνω απ’ τον κορμό, μακριά από ανθρώπινα και βλέμματα παιχνιδιών. Για έναν ολόκληρο μήνα.

Κοιταζόμασταν, αγγιζόμασταν, ψιθυρίζαμε: δεν θέλαμε κάτι περισσότερο απ’ τη ζωή μας. Βρισκόμασταν σε κατάσταση διαρκούς ευφορίας. Ήμασταν τρελοί από έρωτα. Ιδρώναμε, ανατριχιάζαμε, κοκκινίζαμε, από μέσα μας όλα αυτά. Απ’ την επόμενη χρονιά όμως κι έπειτα χαθήκαμε. Τις ελάχιστες φορές που έτυχε να κρεμαστούμε δίπλα δίπλα, περιμέναμε να κοιμηθούν όλοι στο δέντρο και να αρχίσουμε να ψιθυρίζουμε λόγια αγάπης. Η αγάπη μιλάει με ψιθύρους, το ίδιο θαρρώ πως ισχύει και για τους ανθρώπους. Κι όλα αυτά, έτσι ξαφνικά, τέλειωσαν πριν από λίγες μέρες.
Αυτό όμως με το οποίο δεν θα μπορούσα να ζήσω ποτέ ήταν η νοσταλγία της αληθινής αγάπης. Οι άνθρωποι άραγε μαθαίνουν να ζουν μ’ αυτό το συναίσθημα ή απλώς ξεγελούν τους εαυτούς τους; Θυμάμαι ένα βράδυ που ’χε κοιμηθεί και το τελευταίο στολίδι, κι η αγαπημένη μου είχε γυρίσει και μου ’χε ψιθυρίσει, Εσύ κι εγώ, Μόνο εσύ κι εγώ.

Αυτή θα ’ταν η ζωή μου από δω και στο εξής; Ένα καταναγκαστικό μάθημα, για το πώς να ζεις με μια απώλεια που στην πραγματικότητα δεν αντέχεις;
Ο Εωσφόρος κινείται απειλητικά προς το μέρος μου. Μη με ρωτήσετε πώς, αλλά ξέρω ότι έρχεται για μένα. Ο διάολος με το αγγελικό πρόσωπο είναι το πεπρωμένο μου.

Έλα, λέω από μέσα μου, αν είναι να χάνω, δεν θέλω να παίζω άλλο.
Ο Εωσφόρος παίρνει φόρα και συγκρούεται στο δέντρο. Γέρνω, κι η κλωστή μου απελευθερώνεται απ’ το κλαδί. Το δέντρο μουγκρίζει απ’ τους πόνους, νομίζω πως δεν θα τη βγάλει καθαρή, κι εγώ αιωρούμαι στον αέρα. Είναι πρωτόγνωρο συναίσθημα. Επιτέλους, είμαι εκτός παιχνιδιού.

Αντίο, κόσμε.

***

Το δέντρο το έσωσε απ’ το πέσιμο η Κόρη. Εμένα μ’ έπιασε η Μητέρα στον αέρα. Ή, καλύτερα, «με μάζεψε». Πρώτα εμένα, που γλίστρησα απ’ το κλαδί, κι ύστερα όλους μας. Ξεστόλιζε νωρίτερα αυτή τη χρονιά. Ήμουν τόσο προσηλωμένος στη σύγκρουση με τον Εωσφόρο, που δεν είχε προσέξει την παρουσία της Μητέρας και της Κόρης στο σαλόνι. Νόμιζα πως θα πήγαιναν όπως πάντα στην κουζίνα. Τζίφος. Και του χρόνου, είπε η Μητέρα, κι εγώ ευχόμουν να γλιστρήσω απ’ το ζεστό της χέρι και να γίνω κομμάτια. Κι ακόμη καλύτερα, μακάρι να ’μενε κι η Εγγονή-Εωσφόρος, να μην πήγαινε ποτέ στην κουζίνα ύστερα απ’ τις κατσάδες της Κόρης, να μ’ άρπαζε απ’ το χέρι της Μητέρας και να με τσαλαπατούσε με μανία, να εξαφανιστώ, να μη μείνει το παραμικρό ίχνος από μένα στον κόσμο.
Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Η Μητέρα, πάνω απ’ όλα είναι μητέρα, που σημαίνει ότι ήταν προσεκτική. Με τοποθέτησε με ευλάβεια πίσω στο κουτί. Είχα τη δική μου θέση και το δικό μου καλούπι. Ένα στρώμα για τη χειμερία νάρκη μου. Ήταν παγωμένο. Κι η καρδιά μου επίσης. Δεν χτυπούσε. Αλλά, όμως, αυτό δεν νομίζατε από πάντα;


*Ο Κώστας Δρουγαλάς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1985. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο τμήμα.

Διηγήματα, ποιήματα, μεταφράσεις και λογοτεχνικές κριτικές του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Εργάζεται ως καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων και ως διορθωτής κειμένων. Το 2016  από τις  εκδόσεις Πικραμένος κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του  «Το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν».


ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine