Κύματα σιωπής

25.12.2020 08:31

Του Αντώνη Χαριστού*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Ένα κίτρινο χρυσελεφάντινο φόντο καθρεφτίστηκε στα ουράνια διαζώματα τις πρώτες πρωινές ώρες πάνω απ’ το Παρίσι. Οι λεωφόροι, φωτισμένοι λαμπιόνια σε κρεμαστούς φα-νούς πεζοδρομίων, έσβηναν τα παρακλάδια της νυκτός όπως έβγαινε νωχελικά απ’ την ο-μίχλη της υγρασίας, μεθυσμένη καθώς ήταν στου Φεβρουαρίου τις δροσερές στάλες. Η ιαχή κραυγής στην Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Γαλλίας δεν τάραξε τα λιμνάζο-ντα νερά του Σηκουάνα. Με βήμα σταθερό εκείνα ακολουθούσαν την προδιαγεγραμμένη πορεία τους στο τέρμα της διασυνδέσεως της πόλης με την εσωτερική χώρα ανάμεσα στο δίπολο της Βουργουνδίας και της Μάγχης. Μονάχα οι εκπαιδευόμενοι πετάχτηκαν απ’ τις κλίνες τους εν εγρηγόρσει. Ήταν μέρα εορτής για το στράτευμα. Οι νέοι αξιωματικοί λάμ-βαναν τη σπάθα των αποφοίτων της Ακαδημίας και επισήμως. Σε μία τελετή διακοσμητι-κών αναμνήσεων του αυτοκρατορικού παρελθόντος οι νέοι αυτοί άνδρες, πιστοί του Γαλλι-κού Έθνους στην προάσπιση των δικαίων του, θα αφιερώνονταν ψυχή τε και σώματι υπό τις επαγγελματικές προδιαγραφές των στρατιωτικών χιτώνων, με το βαθύ μπλε χρώμα στη στολή, την κόκκινη ζώνη και τα λευκά γάντια να αποτίνουν φόρο τιμής, στα ιδανικά της πατρίδας εν μέσω πάνδημης ομοιομορφίας σωμάτων. Η τελευταία μέρα των εκπαιδευομέ-νων προ της τελετής ορκωμοσίας περιελάβανε σειρά δοκιμών και επαναλήψεων έως ότου επιτευχθεί το θεμιτό αποτέλεσμα στις φαντασιώσεις της ιεραρχίας. Οι υποψήφιοι αξιωμα-τικοί παρατάσσονταν σε διάταξη συντάγματος φορτωμένοι τον εξοπλισμό τους και την ει-δική ενδυμασία για τις ανάγκες της τελετής, ενδυμασία η οποία κατέφθανε φρεσκοπλυμένη σε σορούς. Η εν λόγω στολή, πέραν των συμβολισμών των οποίων καρφίτσωνε στα πλευρά και τους ώμους της με προεκτάσεις που έτρεχαν πίσω στην ιστορία στα χρόνια του Ναπο-λέοντα Βοναπάρτη και τις επαναστατικές συμβάσεις να αναζωογονούνται στις αυτοκρατο-ρικές βλέψεις του πραγματισμού, θα συμμόρφωνε τους νέους αξιωματικούς με τις υποχρε-ώσεις τις οποίες όφειλαν στην προάσπιση των πάτριων, ανά τον κόσμο, εδαφών. Πράγματι, οι απόφοιτοι της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας αναλάμβαναν καθήκοντα στα ακρο-τελεύτια σύνορα της Γαλλίας για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών έως ότου κριθούν κατάλληλοι για την επιστροφή στην μητρόπολη και την προαγωγή στα ανώτερα κλιμάκια του στρατεύματος, όντας ενταγμένοι στις γραφειοκρατικές επάλξεις της διοίκησης αποφέ-ροντάς τους δόξα και φήμη. Το ένα τρίτο της σταδιοδρομίας τους οι αξιωματικοί το επέν-δυαν σε περιοχές άγνωστες στον χάρτη της Γαλλίας και εν πολλοίς ξεχασμένες στα χαρτο-φυλάκια των Υπουργείων. Θεωρούνταν έμμεση τιμωρία για τους νέους του σώματος μέσα από την οποία σφυριλατούνταν η υπομονή και ο χαρακτήρας. Μία διαδικασία αυτοπεριο-ρισμού η οποία μετέδιδε τις υποχρεώσεις σε όλους όσους καρπώνονταν τις φιλοδοξίες της χώρας προσφέροντας τη ζωή τους σε λήθαργο αισθήσεων.

Η ηχώ, με τη Μασσαλιώτιδα στις νότες του πενταγράμμου να ποτίζει κάθε σπιθαμή αυ-τοπεποίθησης, άνοιξε την αυλαία στους οφθαλμούς του Andre Fiyion. Οι ηλιακές ακτίνες έσπρωχναν τα κύματα θερμαινόμενων αιχμών όπως καρφωθούν στα περάσματα των γυάλι-νων παραθύρων του τρίτου ορόφου. Απ’ τους στενούς διαδρόμους του κτιρίου τελειόφοιτοι άρχισαν να διανέμουν τις πρώτες εύθυμες ανταποκρίσεις με γνώμονα τη μέρα που ξημέ-ρωσε τα πέπλα της ολοκάθαρα. Οι υποψήφιοι αξιωματικοί θα λάβαιναν το χρίσμα από τον Βασιλέα σε επίσημη ορκωμοσία και η νεανική, μέχρι πρότινος, όψη των αμούστακων αγο-ριών θα έδινε μεμιάς τη θέση της στους υπεύθυνους πολίτες του κράτους απ’ τους οποίους το Έθνος ασφάλιζε τα νότα του στην αναπαραγωγή κοινωνικών προτύπων. Πράγματι, οι ανώτερες θέσεις του στρατεύματος είχαν μετατραπεί σε κληρονομικό έθιμο των μελών της παραπαίουσας αριστοκρατίας, τα υπολείμματα της οποίας ήδη από τον Μεσαίωνα αντάλ-λασσαν τα απρόσκοπτα σύμβολα τιμής στην υλική ανταμοιβή της αυτοτελούς παρουσίας της στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γενεές επί γενεών τα άρρενα τέκνα της εγκατέλειπαν τυχόν έτερες ενασχολήσεις και φυσικές κλήσεις εξαργυρώνοντας, απ’ την αυτοκρατορική αυλή, τίτλους ευγενείας οι οποίοι μορφοποιούνταν σε στρατιωτικά αξιώματα. Μετά την ήττα στο γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870 με τον οποίο, μαζί με τον Ναπολέοντα Γ΄, συμπαρασύρ-θηκε στην διάλυσή της η Β΄ Γαλλική Αυτοκρατορία ο στρατός αναδιοργανώθηκε από μη-δενική βάση. Αυτή η ανατροπή των πεπαλαιωμένων τακτικών πολέμου και εθιμοτυπικών ιεραρχιών δεν μετέβαλε τη θέση των αριστοκρατικών οικογενειών. Αντιθέτως, την αναβάθ-μισε. Όντας πλεγμένες με αόρατα δεσμά ήταν έτοιμες να θυσιάσουν ιστορίες και μύθους γύρω απ’ τ’ όνομά τους προκειμένου να επιβιώσουν στην επιφάνεια αλλεπάλληλων διεργα-σιών των οποίων η αστική ανέλιξη προκάλεσε με τονισμούς συγκρούσεων και θεσμικές ε-πανακαθορίσεις. Επιβίωσαν. Στα ανώτερα κλιμάκια της στρατιωτικής ελίτ η αριστοκρατία κατόρθωσε δια μέσου των τέκνων της όχι μόνο να διατηρήσει την όψη της σφύζουσα δυ-ναμικής της αλλά και να εντάξει στα στρατιωτικά εγχειρίδια και τις προτομές που κοσμού-σαν την Βασιλική Ακαδημία τα ανδραγαθήματα των προηγούμενων γενεών.

Ο Andre Fiyion ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Το ίδιο επίπονο σενάριο με τις ίδιες και αναλλοίωτες εικόνες και την αντίστοιχη σκηνοθεσία προθέσεων και φιλοδοξιών παίζονταν ενώπιόν του. Απ’ την στιγμή κατά την οποία τα πρώτα ανώριμα και επίφοβα βήματα τον έφεραν στο προσκέφαλο της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας κατήργησε οριστικά ό-ποιες ελπίδες περίσσευαν για το θέατρο και την υποκριτική. Δεν ήταν τόσο η συνειδητο-ποίηση του αδιεξόδου εναλλακτικών λύσεων στην εκπλήρωση των επιθυμιών όσο η εν τοις πράγμασι ακύρωση αυτών στη βάση της βιολογικής επιβίωσης των μελών της αριστοκρατί-ας. Η άρνηση ακολουθίας των παραδεδεγμένων αληθειών, τις οποίες ο χρόνος σκάλιζε ε-πιμελώς όπως τονίσει την παρουσία του στα σύγχρονα γεγονότα του Έθνους, θα σήμαινε την κατάρρευση της ιθύνουσας τάξης στον φαντασιακό κόσμο της αφηγηματικής εποποιίας και την εξώθησή της στον απογαλακτισμό απ’ τα εγκόσμια της κοινωνικής πραγματικότη-τας. «Θα συντριβούμε και η πρόσκρουση θα είναι ανεπανόρθωτη» φωνασκούσε επανει-λημμένως ο πατέρας του όπως προετοίμαζε το έδαφος για την στρατιωτική διαδοχή του υιού του. Ο Andre Fiyion έβλεπε στωικά το μέλλον του να ακουμπά την παλάμη του χε-ριού του στα χείλη όπως αποσιωπήσει την αντίρρηση που σκαρφάλωνε με πείσμα συνειδή-σεως απ’ τα υπόκωφα ρεύματα στον λάρυγγα των φωνών, κρούοντας την ισορροπία και τη διασάλευση της τάξης στο βασίλειο των σκιών. Στις πεδιάδες που περικύκλωναν τα εγκεφα-λικά κύτταρα οι σκιές βυσσοδομούσαν, με τους αέρηδες εν πλήρη στύση να τρομοκρατούν της βουλήσεως την ατίθαση πνοή που ολοένα ξεφύτρωνε στα έγκατα του ψυχικού πόνου κι ολοένα δεν έλεγε να παραδεχτεί την προσωπική της ήττα. «Η μόνη σωτηρία του οίκου μας βρίσκεται στις στρατιωτικές αρχές τις οποίες το Έθνος με τόση υπευθυνότητα μας εμπι-στεύτηκε» επανέρχονταν ο πατέρας για να χτενίσει το παρθένο έδαφος απ’ τις ανίατες σκέ-ψεις του υιού του καθώς γίνονταν μάρτυρας των εχθροπραξιών που μαίνονταν στα αισθή-ματα αποδοχής του. Ο τελευταίος, σε κάθε πρόταση προσηλυτισμού των δεδομένων εξελί-ξεων της στρατιωτικής ακολουθίας κληρονομιών, ταξίδευε στα θεατρικά σανίδια απ’ τα ο-ποία το μυαλό του δεν ξέφευγε ποτέ παρά τον εγκλωβισμό στους στρατώνες και τις επανα-λήψεις ασκήσεων που τράνταζαν τους ώμους του καθώς η λόγχη, κοφτερή στο πέρασμά της, έπεφτε με δύναμη στα παραγγέλματα των ανωτέρων. Όσο η επιτομή του αριστοκρατι-κού επιθανάτιου ρόγχου όριζε τα περιθώρια ελευθερίας ο Andre Fiyion ξόδευε τον χρόνο σε θεατρικά έργα και τα σανίδια πειραματικών επιθεωρήσεων στα οποία τόσο ο ίδιος όσο και άλλα μέλη των ομοιοπαθών οικογενειών συναναστρέφονταν με γνώμονα την βιωμένη εμπειρία μίας έκφρασης λανθανουσών δονήσεων που μάστιζε την ανία των όπλων. Έχοντας παρακαταθήκη την αδιαπραγμάτευτη κατάταξη στο σώμα της βασιλικής φρουράς οι επίδο-ξοι νέοι αξιωματικοί περιγελούσαν την παιδική ηλικία βασιλευόμενη σε όνειρα θερινής νυκτός στα οποία, ωστόσο, η διανομή ρόλων και μονολόγων, διαλόγων και μεταμορφώσε-ων κάλπαζε στις εξεγερμένες υποκείμενες αναγκαιότητες, όπως ξεφύτρωναν απ’ τα υπόγεια του μικρόκοσμου της αριστοκρατικής πανδαισίας επιτάφιων μνημείων. Οι ίδιοι αναζητού-σαν το μεδούλι της ζωής έως ότου στο άγγιγμά του η γεύση, πικρή και απόκοσμη, απο-στρέψει τα τελευταία δείγματα ενέργειας που αφυδατώνονταν στις φιλοδοξίες τους. «Και σαν ενταχθείς στις τάξεις του στρατεύματος η επιβίωση της γενιάς σου έχει διασφαλιστεί έως την επόμενη. Μαζί με σένα εξασφαλίζεται η διαδοχή σε έναν κόσμο που έχει πάψει προ πολλού να αναγνωρίζει την τάξη μας ως φορέα εθνικού κύρους και εκπροσώπησης» τελείωνε τις νουθεσίες ο πατέρας και ο Andre Fiyion επανέρχονταν στις επάλξεις της πραγματικότητας η οποία δεν άφηνε ανάσες αδέσποτες όπως οξυγονωθούν τα όνειρα και τα παιχνίδια των ανηλίκων αποκτήσουν επίφαση ταυτότητας. Δίχως ανταπόκριση η σφρα-γίδα είχε τεθεί φαρδιά πλατιά στα έγγραφα με τα βασιλικά οικόσημα λεόντων και πετεινών που δέσποζαν στις περικεφαλαίες των επίσημων αρχών.

Ο Andre Fiyion ανοιγόκλεισε τους οφθαλμούς του για τελευταία φορά. Οι ίδιες εικόνες με τον πατέρα του σε όρθια στάση στο οικογενειακό δείπνο να αναπολεί τα μεγαλεία πα-ρελθόντων χρόνων και να προετοιμάζει το έδαφος της διαδοχής στα τελευταία αναχώματα της προσωπικής του λάμψης ενός παρακμάζοντος θριάμβου, στοίχειωναν το πεπρωμένο του. Εντός ολίγων λεπτών ο λοχαγός θα επισκέπτονταν τα δωμάτια των νέων αξιωματικών. Έστρωσε την κουβέρτα, τίναξε το μαξιλάρι όπως ισιώσει τις ραγάδες του βραδινού ύπνου, φόρεσε τη στολή ορκωμοσίας και στήθηκε έμπροσθεν της κλίνης του σε στάση προσοχής. Αντίστοιχα έπραξαν και οι άλλοι δύο συγκάτοικοι του δωματίου. Κι εκείνοι σε στάση προσοχής με τα εξαρτήματα της ημέρας σε διαστολή χασκογελούσαν μορφάζοντας προσ-δίδοντας ιδιαίτερη νότα ευθυμίας στην τελευταία ημέρα που φιλοξενούσε τις παρουσίες τους στα σκέλια της. Απ’ το βάθος του διαδρόμου οι φωνές του λοχαγού μαρτυρούσαν την άφιξή του. Υπό τις οδηγίες του μαθήτευσαν σειρές και σειρές αξιωματικών οι οποίοι εγκα-θίδρυαν την παρουσία τους και μόλις εκείνη γίνονταν μόνιμος κάτοικος στα κλινοσκεπά-σματα της Ακαδημίας ένα πρωινό ντυνόντουσαν μεγαλοπρεπώς και όδευαν σε άλλες πολι-τείες. Τα βήματά του βαριά πλησίαζαν ολοένα στο δωμάτιο των τριών νέων. Οι τελευταίοι ρουφούσαν τις σταγόνες ιδρώτα που ξεμυτούσαν στα μέτωπά τους και με πείσμα κράδαι-ναν αποφασιστικά στις κοκάλινες κλειδώσεις τα τυφέκια. Ο τρόπος με τον οποίο τα ακρο-δάχτυλα έδεναν το λαιμό τους στις ξύλινες επιπλώσεις του όπλου καταδείκνυαν τις στιγμές αγωνίας που περνούσαν έως ότου η επιθεώρηση ολοκληρωθεί επιτυχώς. Επί τέσσερα συνα-πτά έτη και εκατοντάδες ημερολογιακές επιθεωρήσεις ο κλοιός ελέγχου έφτανε στο τέλος του. Η ίδια η διαδικασία αποκάλυπτε τα τρωτά της σημεία τα οποία οι νέοι εκμεταλλεύο-νταν δίνοντας έμφαση σε όσα ο επιθεωρητής λοχαγός επεδίωκε να διασφαλίσει. Η ίδια διεργασία με τις ομοιόμορφες αδυναμίες και τα επιφανειακά πασαλείμματα τάξης εκπλή-ρωναν το ρόλο τους στο σήμερα της ορκωμοσίας.

Ο λοχαγός εισήλθε στο δωμάτιο και στάθηκε ενώπιον των ανδρών με αυστηρή διάθεση. Έλεγξε τον εξοπλισμό του καθενός εξονυχιστικά, την καθαριότητα του χώρου και την ε-τοιμότητα των υποψηφίων αξιωματικών. Ικανοποιημένος έστρεψε την προσοχή του στους τρεις νέους απασφαλίζοντας την κεφαλή του στην κορυφή του δωματίου.

«Έφτασε η μέρα κατά την οποία σας παραλάβαμε παιδιά και σας παραδίδουμε άντρες. Άντρες ικανούς να υπερασπιστούν το μεγαλείο της Γαλλίας απ’ τις επιβολές των εχθρών της πατρίδας. Οι κίνδυνοι παραμονεύουν όπως καταλύσουν τα κεκτημένα του πολιτισμού μας. Ο αποικιακός χώρος γαλλικής εκπολιτιστικής ευθύνης κλονίζεται απ’ τις επιβουλές των βαρβάρων. Τιμήστε την πατρίδα σας όπως σας τιμά εκείνη σήμερα ονοματίζοντάς σας άξια τέκνα του στρατεύματος. Αποστολή σας η υπεράσπιση των κυριαρχικών μας δικαιω-μάτων ανά τον κόσμο. Σας παραδίδουμε το προνόμιο της στρατιωτικής ιδιότητας του Γαλ-λικού Έθνους. Φανείτε αντάξιοι των προσδοκιών. Μην λησμονείτε τα κατορθώματα της ιστορίας, το όραμα για έναν κόσμο δίκαιο και ειρηνικό. Η Αυτοκρατορία απαιτεί θυσίες, ευθύνη και πίστη στα ιδανικά τα οποία επαρκώς διδαχτήκατε» αναφώνησε ο λοχαγός κλεί-νοντας τη σύντομη ομιλία του και τρία «ζήτω» ακούστηκαν σε απόλυτη σύμπνοια με τις πεποιθήσεις των στομάτων.

Οι υποψήφιοι αξιωματικοί παρατάχθηκαν σε σχηματισμό ενώπιον της ανώτατης στρα-τιωτικής διοίκησης, της διεύθυνσης της Στρατιωτικής Ακαδημίας και του Βασιλέως. Η απο-νομή των βαθμών στους αξιωματικούς στην κατώτερη βαθμίδα αναλογίας θεωρούνταν ε-θνική εορτή. Από καιρό στα έντυπα Μέσα της χώρας υμνολογούνταν το στράτευμα με επί-κεντρο την Βασιλική Ακαδημία Πολέμου. Επρόκειτο για εκλεκτό σώμα. Ίσως ήταν αδήρι-τη εσωτερική ανάγκη του Έθνους να διατηρήσει ζωντανή την εικόνα του ένδοξου αριστο-κρατικού παρελθόντος παρά τις ισχύουσες ανατροπές στο περίβλημα της γαλλικής κοινω-νίας. Ήταν ο φαντασιακός μανδύας που ανέμιζε μεσίστιος στα έδρανα των γαλλικών ρομα-ντικών θεωριών για την ιστορική συνέχεια του Έθνους απ’ την χρονική κάνουλα των πολέ-μων και τις παιγνιώδεις αυτοκρατορικές εξουσίες έως τα σύνορα του κόσμου. Οι υποψήφιοι αξιωματικοί, σε απόλυτη ομοιομορφία ο ένας δίπλα στον άλλο, υιοθετούσαν με αυστηρό-τητα και σοβαρότητα το ρόλο τους βαστώντας τα τυφέκια, στις σφαίρες των οποίων καθρε-φτίζονταν η αποκλειστική ενασχόλησή τους μέχρι το τέλος του βίου τους. Οι άνδρες έμε-ναν αγκυλωμένοι στα πέλματα των υποδημάτων που έπλεκαν με θάρρος τις αγέρωχες στά-σεις των σωμάτων. Το σύνταγμα, με τις πανδαισίες αρρενωπών χαρακτήρων να επικρέμο-νται στις πεδιάδες κεφαλών καλλωπισμένα και τα δέρματα των προσώπων ξουρισμένα ό-πως αποκαλύψουν το πουπουλένιο άρωμα παιδικότητας που κρύβονταν κάτω απ’ τις ρίζες τριχωτών αγγείων, άνοιγε σαν βεντάλια σε μήκος δεκάδων μέτρων. Στα αριστερά του συ-ντάγματος η βασιλική μπάντα παιάνιζε νότες μελωδίας βγαλμένες απ’ τα πεδία των μαχών καθώς η ανθρωποθυσία τραγουδούσε και χόρευε στους ρυθμούς των βίαιων εκφάνσεων της ανθρώπινης απαξίας. Ενώπιον του συντάγματος η κερκίδα των επισήμων με προεξάρχουσα προσωπικότητα αυτή του στρατηγού και ολόκληρη την ιεραρχία επί ποδός να ανταγωνίζε-ται τη λάμψη των άστρων καρφιτσωμένων στο πέτο των στολών. Κάτω απ’ τα κράνη τους με τα βασιλικά σύμβολα τα μουστάκια τους έκλαιγαν από αυταρέσκεια όπως καμάρωναν ο ένας δίπλα στον άλλο σαν καιόμενες δάδες σε σκοτεινούς θαλάμους. Οι επικεφαλής αξιω-ματικοί του συντάγματος καβάλα στα άλογά τους έδιναν οδηγίες και κατευθύνσεις. Οι δεί-κτες του χρόνου κύλησαν αργά και βασανιστικά υπό τη σκέπη του Αυγουστιάτικου ήλιου έως ότου ο Βασιλεύς δώσει το σύνθημα για την έναρξη της τελετής. Πλήθος αυλικών ακο-λούθησαν την άφιξή του. Στην έλευσή του οι αξιωματικοί ύψωσαν τα τυφέκιά τους όπως τι-μήσουν τον Μεγαλειότατο, ενώ η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία σε διάταξη ιεραρχίας επέ-δειξε τιμές αντίστοιχα του ρόλου της. Ο εθνικός ύμνος αντιλαλούσε τον περιβάλλοντα χώ-ρο και οι λαϊκοί που κύκλωσαν κάθε πτυχή αυτού, με αίσθημα υπερηφάνειας, αφαίρεσαν τα καπέλα τους σε ένδειξη σεβασμού προς την σημαία η οποία την ίδια στιγμή υψώνονταν στην κορυφή του ιστού στο κέντρο του στρατώνα. Με την ολοκλήρωσή του ο διοικητής της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας εξήλθε του όγκου των στρατιωτικών και εκπροσωπώ-ντας τη Σχολή απευθύνθηκε στον Βασιλέα.

«Μεγαλειότατε, σήμερα είναι μέρα εθνικής εορτής. Η Γαλλία ανοίγει τις αγκάλες της όπως υποδεχτεί τα άξια τέκνα της. Μετά από την ολοκλήρωση του προγράμματος αδιάκο-πης εκπαίδευσης η σημερινή τελετή ορκωμοσίας πιστοποιεί ενώπιόν σας Μεγαλειότατε και ενώπιον της ηγεσίας του στρατεύματος την αξία των νέων ανδρών οι οποίοι υπό τις οδηγίες ανωτέρων της διοίκησης στρατιάς πέρασαν με πάσα επιτυχία τις απαιτήσεις όπως λάβουν το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Από σήμερα, οι νέοι αυτοί αξιωματικοί θα σταλούν στα α-κρότατα όρια της Αυτοκρατορίας όπως υπερασπιστούν με αυτοθυσία και αίσθημα ευθύνης τον ρόλο που τους αναγνώρισε η πατρίδα».

Με την εισαγωγή αυτή ο Βασιλέας πυροδότησε την τελετή αφήνοντας ελεύθερα στον γαλάζιο ουράνιο σκέπαστρο δεκάδες λευκά περιστέρια τα οποία συμβόλιζαν τον αγώνα των στρατιωτών για την διατήρηση της ειρήνης εντός και εκτός των συνόρων. Μία συμβολι-κή κίνηση καταλοίπων της εποχής του Ναπολέοντος Βοναπάρτη. Έπειτα, ήρθε η ώρα του ιδίου να απευθυνθεί στους άνδρες που δικαιωματικά του ανήκαν. Μολονότι ασκούσαν τις υποχρεώσεις τους στο όνομα του γαλλικού Έθνους υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Βασι-λέα. Κι εκείνος τους μίλησε αναλόγως.

«Παιδιά μου, παιδιά της Γαλλίας, η 23η Αυγούστου 1896 κρίνεται ως επιστέγασμα των προσπαθειών σας για μία θέση στον ήλιο της Γαλλίας και του πολιτισμού της. Τα όπλα και οι σπάθες που θα σας παραδοθούν είναι οι ευχές της πατρίδας με τα οποία καλείστε να ανταποδώσετε την εμπιστοσύνη την οποία πλουσιοπάροχα αναγνωρίζει στα πρόσωπά σας. Από σήμερα ανήκετε επισήμως στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Είστε η εκλεκτή κάστα της αριστοκρατίας. Στα χέρια σας η ιστορία της Γαλλίας, το παρόν και το μέλλον αυτής, εναποτίθεται με πίστη. Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Γαλλία!».

Τρία «ζήτω» ακούστηκαν καθολικά απ’ τους πνεύμονες των παρισταμένων. Στο τέλος του λόγου ο Βασιλεύς ασπάστηκε την σημαία που παρέστεκε δίπλα του λυγερόκορμη κι έπειτα αποσύρθηκε στη θέση του ανάμεσα στους επισήμους. Ο διοικητής της Ακαδημίας ανέλαβε την διεκπεραίωση παράδοσης παραλαβής των σπαθών στους νέους αξιωματικούς. Η εν λόγω διαδικασία συνοδεύονταν από έγγραφο στο οποίο γνωστοποιούνταν η τοποθέ-τηση του ενδιαφερόμενου στην επικράτεια των διάσπαρτων στρατιωτικών δυνάμεων. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των τοποθετήσεων ήταν η ετήσια παρουσία των αξιωματικών στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο με μόνη συνοδεία δύο κληρωτούς στρατιώτες, οι οποίοι εκτελούσαν την θητεία τους. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν καθοριστικό για την μετέπει-τα εξέλιξη και ανέλιξη του αξιωματικού στις τάξεις του στρατεύματος. Στο τέλος του έτους εκπρόσωπος της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, συνήθως φέροντας τον βαθμό του συ-νταγματάρχη ή του ταξίαρχου, επισκέπτονταν το αντίστοιχο φυλάκιο. Εξετάζοντας τα δε-δομένα συνέτασσε λεπτομερή αναφορά με την οποία ο αξιωματικός είτε θα προβιβάζο-νταν σε νέο βαθμό και θα επέστρεφε στην μητρόπολη είτε θα έμενε στον ίδιο βαθμό και στον ίδιο χώρο για ένα ακόμη έτος, έως την επόμενη αναφορά. Για το λόγο αυτό οι περισ-σότεροι αξιωματικοί τηρούσαν ευλαβικά τους κανόνες λειτουργίας των περιοχών δικαιοδο-σίας τους εξασκώντας την βαθμολογική τους ανωτερότητα στους υφιστάμενους στρατιώτες, οι οποίοι επέμεναν στωικά τους εξευτελισμούς και τη βαρβαρότητα ορισμένων, αναμένο-ντας την ειδοποίηση για την επιστροφή στην ιδιωτικότητά τους.
Ο Andre Fiyion προχώρησε στο σημείο του διοικητή. Εκείνος άπλωσε το χέρι του ό-πως του αποδώσει την σπάθα του αξιωματικού και με το δεξί χέρι παρέδωσε το σχετικό έγγραφο. Ο Andre Fiyion χαιρέτισε με τη σπάθα στο ύψος των ματιών με τις κόρες αυτών στυλωμένες στα απέναντι υψίπεδα του συνταγματάρχη. Μεταβολή και παρέλαση βήμα το βήμα έως ότου λάβει εκ νέου τη θέση του. Η ορκωμοσία έληξε. Οι νέου αξιωματικοί πέτα-ξαν τα πηλήκιά τους στον ουρανό της Ακαδημίας σε ένδειξη ενθουσιασμού και ανακούφι-σης. Ένας κύκλος ολοκλήρωσε την πορεία του. Η Κορσική φάνταζε τόπος εξορίας. Το χειρότερο σενάριο, ωστόσο, αφορούσε ένα νησάκι τριάντα μίλια νοτιοδυτικά της Κορσι-κής το οποίο ανήκε στη Γαλλική διοίκηση. Άγονο μέρος περιφρουρημένο απ’ τα κύματα της Μεσογείου. Σαν στίγμα πάνω στο χάρτη, βουτηγμένο στο γαλάζιο της θάλασσας και τα ξεραμένα πλευρά της γης σε αποσύνθεση σχημάτιζε μήτρες εκτάσεων πάνω στις οποίες ένα φρούριο πέτρινης αρχιτεκτονικής σηματοδοτούσε το πέρασμα του ανθρώπινου πολιτι-σμού. Σε αυτό το επίπεδο διαβίωσης ο νέος αξιωματικός και οι δύο στρατιώτες όφειλαν να προσαρμοστούν αντιπροσωπεύοντας τα ιδανικά της πατρίδας. Ήταν το στάδιο δοκιμασίας εαυτού για τον αξιωματικό και αντοχής για τους στρατιώτες. Σε ερημονήσι ως το ακροδά-χτυλο των συνόρων της αποικιακής πολιτικής αναμετρούνταν στη σιωπή με τις αδυναμίες και τα πάθη που άκμαζαν με ταχύτητα φωτός καθώς πάσχιζαν να καλύψουν τα κενά εσωτε-ρικής υφής ανάμεσα στην φαντασιακή κατάσταση κυματιστής αλμύρας και την εκκωφαντι-κή νηνεμία αέρηδων που περιπαιχτικά φώλιαζαν στις σχισμές της νήσου.

Ο Andre Fiyion πέρασε όλο το απόγευμα συρρικνωμένος στην πατρική οικία. Οι μέ-ρες αδείας ισοδυναμούσαν με κυκεώνα αναμόρφωσης, σαν την τελευταία αναλαμπή του μελλοθανάτου πριν την επιμνημόσυνη ακολουθία. Εκείνο το οποίο επιθύμησε ήταν η πα-ρουσία του στην θεατρική πλατεία. Το Βασιλικό Θέατρο με έδρα το Παρίσι, γιγαντόσωμο και επιβλητικό, ανέβαζε στο ρεπερτόριό του το κλασικό έργο «Ο Αρχοντοχωριάτης», σε πρωτοποριακή ερμηνεία και σκηνοθεσία. Η είδηση αναθέρμανε το ενδιαφέρον του. Το έργο του Μολιέρου γραμμένο στα 1670 αφορούσε τη ζωή ενός νεόπλουτου αστού, ζωή η οποία διακωμωδούνταν καθώς παρίστανε τον αριστοκράτη φορώντας αρχοντικά ρούχα, χορεύοντας μενουέτο και διδασκόμενος μαθήματα ξιφασκίας. Εμφορούνταν από μανία, ακίνδυνη στο εκτόπισμά της. Αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη όταν η βάση της μανίας επιθυ-μεί να ορίζει τις τύχες των υπολοίπων μελών της οικογενείας, ολοκληρώνοντας τον πίνακα του ανθρώπινου παραλογισμού. Ο Μολιέρος προχωρεί σε σατυρική αποδόμηση της αστι-κής τάξης η οποία επιχειρεί να μιμηθεί τα διακριτά γνωρίσματα της υψηλής κοινωνίας ο-δηγούμενη ωστόσο στο γελοίο της αντιγραφής συμπεριφορών και συνηθειών. Κάθε φορά που η θεατρική παράσταση έφτανε στο τέλος της ο Andre Fiyion αναπλήρωνε την κρυφή γοητεία της αριστοκρατίας, μέρος της οποίας ήταν και ο ίδιος. Τμήμα αναπόσπαστο και κληρονόμος μίας θέσης στον βασιλικό στρατό. Μόλις η αυλαία έπεφτε και οι ηθοποιοί έ-βγαιναν στη σκηνή υποκλινόμενοι στους θεατές υπό βροχή επευφημιών και χειροκροτημά-των οι συνομήλικοι που τον ακολουθούσαν ισορροπούσαν στα άκρα της πραγματικότητας. Νεοαστοί με υπερένταση αυτοπεποίθησης και εγωπάθειας, όντας συνδεδεμένοι με κρίσι-μους τομείς της σύγχρονης πραγματικότητας και της πολιτικής έκφρασης αυτής προσπα-θούσαν να επιτεθούν στα κεκτημένα της άλλοτε κραταιής ισχύουσας τάξης. Απ’ την άλλη πλευρά, οι τελευταίοι επιθανάτιοι ρόγχοι της αριστοκρατίας πιασμένοι κυριολεκτικά απ’ τα στρατιωτικά γυμνάσια και τις πολεμόχαρες φωνές αναζητούσαν ευκαιρία όπως αποδείξουν την παρουσία τους στο γίγνεσθαι των τελών του αιώνα. Οι συζητήσεις κατέληγαν σε συ-μπλοκές στις κακόφημες γειτονιές της πρωτεύουσας.

Ο Andre Fiyion είδε τις μέρες επαναπατρισμού στην πατρική οικία να εξανεμίζονται. Την τελευταία ημέρα παρουσίας του στα ελεύθερα πρότυπα της κοινωνικής συμβίωσης ο πατέρας του μίλησε με λόγια στοργής ενθαρρύνοντας το έργο που ανέλαβε.

«Όπως ο πατέρας μου και ο πατέρας του πατέρα μου έτσι κι εσύ υιέ μου κατά τον πα-τροπαράδοτο τρόπο θα τιμήσεις το όνομα της οικογενείας στην στρατιωτική θέση την ο-ποία σου έλαχε να υπηρετήσεις έως ότου επιστρέψεις στην ηπειρωτική χώρα με γαλόνια δαφνοστεφανωμένος και δόξα καμωμένος. Όχι μόνο η οικογένειά μας αλλά ολόκληρη η τάξη μας εξαρτάται από την πορεία τόσο τη δική σου όσο και των υπολοίπων αρρένων α-ριστοκρατών. Ο χώρος που μας απέμεινε στο δημόσιο λόγο είναι εξαιρετικά περιορισμέ-νος. Πίσω από εσένα έρχονται κι άλλα τέκνα εφάμιλλης αξίας. Πριν από εσένα έχουν προηγηθεί γενιές νέων ανδρών που αφιέρωσαν τα νιάτα τους στο βωμό του ιστορικού χρέ-ους» και τα δάκρυα κύλησαν ορμητικά πνίγοντας τους οφθαλμούς στην ευσυγκίνητη στιγμή που στρογγυλοκάθισε μεταξύ των δύο ανδρών. Ένα πλέγμα αμηχανίας διατηρούσε απο-στάσεις απ’ την ολοκληρωτική εκπόρθηση των συναισθημάτων.

Το επόμενο πρωινό βρήκε τον Andre Fiyion στην πλώρη εμπορικού πλοίου το οποίο θα τον μετέφερε στην Κορσική. Από εκεί φορτωμένος έγγραφα πιστοποίησης από την Βασιλική Φρουρά θα μεταφέρονταν στην έδρα του στην οποία θα διέμενε για το επόμενο έτος. Αποθήκευσε μνήμες και αχαρτογράφητες επιθυμίες στα κατάβαθα της σκέψης του και ανήμπορος καθώς ήταν όπως ανατρέψει την μοίρα που φεγγοβολούσε σαν φωτοστέφα-νο πάνω απ’ την κεφαλή του σκλήρανε την όψη του όση ώρα ο δροσερός αέρας μαστίγωνε το δέρμα του προσώπου του εισβάλλοντας απρόσκλητα στα μηνίγγια της όσφρησης, παρα-βιάζοντας έρημες ατραπούς έως ότου εγκαθιδρυθεί στα βάθη των πνευμόνων. Σμιλεμένος με απόκρυφες βουλήσεις γεμάτες μυστικιστικές φιλοφρονήσεις στο μέλλον κουλουριάστηκε στο κατάστρωμα μέχρις ότου η Κορσική ανοιχτεί μπροστά του ολοζώντανη. Τα κύματα, μειλίχια και φοβισμένα, οδήγησαν το πλοίο στον προορισμό του και ο Andre Fiyion απώ-θησε το πέλμα του στο νησί, περιστοιχισμένος από αγνώστους συνεπιβάτες. Μαθημένος στην περισπούδαστη ασφάλεια των τειχών της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας και τις αψιμαχίες στα ευκολοδιάβατα περιστατικά μεταξύ συναδέλφων, διαφωνίες οι οποίες στην ακρότατή τους προοπτική ομοίαζαν σε παιδική σύγκρουση φαντασιόπληκτων ιπποτών στην πανοπλία των οποίων προσέκρουαν τα δίκαια και τα άδικα του κόσμου, έδειχνε χαμένος στον συνωστισμό της πραγματικότητας στην αθέατή της όψη. Τότε, στα ενδότερα της Α-καδημίας, μετά το τέλος της παράστασης φίλοι και εχθροί ανάμεσα σε γέλια και αίματα συμφιλιώνονταν διασχίζοντας τον διάδρομο ιδεώδους ευτυχίας. Τώρα, όλα οδηγούσαν στην αποστροφή και την εσωστρέφεια ως καταφύγιο. Ένας στρατιώτης πλησίασε προς το μέρος του. Μεμιάς βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον ανθυπολοχαγό. Χοροπήδησε σε στάση προσοχής και παρουσιάστηκε μεγαλοπρεπώς.

«Δεκανέας, Lucien Fabre, 16ου σώματος πεζικού. Σας καλωσορίζουμε στην Κορσική, κύριε ανθυπολοχαγέ. Παρακαλώ, όπως με ακολουθήσετε στα γραφεία διοίκησης της 2ης στρατιάς».

Ο Andre Fiyion ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Δίχως να απαγκιστρώσει την μιλιά του που απεγνωσμένα βυσσοδομούσε για μία νότα ελεύθερης απόκρισης ακολούθησε τον δε-κανέα. Μερικές εκατοντάδες μέτρα τους χώριζαν απ’ το μεσοδιάστημα που μεσολαβούσε έως την επικύρωση των εγγράφων και την μετάβασή του στον τελικό προορισμό. Ένας διοικητικός υπάλληλος έλεγξε τα στοιχεία και την ταυτότητα του απεσταλμένου. Στη συνέ-χεια, εξέτασε τα έγγραφα και αφού τα σφράγισε του παρέδωσε την εντολή παρουσίας στο φυλάκιο νησίδας στο χάος της θάλασσας. Στην αποβάθρα και εν αναμονή του καϊκιού που θα τους μετέφερε ανέμεναν δύο στρατιώτες. Η εμφάνισή του τους τράνταξε συθέμελα. Απ’ την ανεμελιά των στιγμών πέρασαν αίφνης σε στάση προσοχής και ευθύβολης πειθαρχίας. Ο Andre Fiyion δεν έδωσε σημασία. Αρνήθηκε να πλησιάσει προς το μέρος τους. Διέ-γνωσε ανεπαίσθητα μία εικόνα υφέρπουσας υπεροψίας απ’ την οποία γεύονταν καρπούς ευεξίας. Συχνά πυκνά ίσιωνε τις επωμίδες στη στολή και το παράσημο βαθμοφόρου στο πέτο ενόσω οι δύο στρατιώτες παρέμεναν σε στάση αγάλματος με το δεξί χέρι κολλημένο στα πλευρά του πηληκίου να χαιρετά την ιεραρχία. Επί μία ώρα ο ανθυπολοχαγός δεν α-νταπέδιδε τον χαιρετισμό των στρατιωτών με αποτέλεσμα οι κοκάλινες διασταυρώσεις των άνω άκρων να αγκυλώσουν προκαλώντας πόνο στις κλειδώσεις. Με την άφιξη του καϊκιού ο Andre Fiyion χαιρέτισε βεβιασμένα απαλλάσσοντας τους συνδαιτυμόνες από τα βαρίδια που μαντρώθηκαν στους ώμους. Οι στρατιώτες με έκδηλη την ικανοποίηση αλλά και το φόβο μπολιασμένο στα πρόσωπά τους παρατάχθηκαν πίσω του. Δίχως να στρέψει το βλέμμα ούτε για μία στιγμή ο Andre Fiyion επιβιβάστηκε στο πλεούμενο. Αμέσως μετά την ίδια διαδικασία ακολούθησαν οι δύο στρατιώτες. Η σύντομη πορεία έως το θαλάσσιο φυλάκιο δεν έκρυβε εκπλήξεις. Την σιωπή προθυμοποιήθηκε να διαρρήξει ο οδηγός του καϊκιού.

«Κάθε βδομάδα θα σας φέρνω τρόφιμα. Εκτός κι αν οι αέρηδες και τα κύματα δεν το επιτρέψουν. Αλλά ακόμη κι αν αργήσω λίγες μέρες δεν θα λησμονήσω. Τούτοι δω» κι έδει-ξε με την κίνηση της κεφαλής τους στρατιώτες «αλλάζουν κάθε τόσο. Πάνε έρχονται, πάνε έρχονται. Εσύ τραβάς το κουπί. Ο προηγούμενος τρελάθηκε. Έκανε να φύγει απ’ τη νήσο κολυμπώντας. Τον ξέβρασαν τα κύματα στη στεριά. Ένας άλλος τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Τι να σου κάνει τόση απομόνωση; Μουρλαίνει το μυαλό. Τι να σου κάνει και η αρι-στοκρατία;» σχολίασε σκωπτικά. Βιώνοντας το εχθρικό βλέμμα του Andre Fiyion έραψε τα χείλη για το υπόλοιπο της διαδρομής.
Μόλις έπιασε στα ρηχά της νήσου ο τελευταίος με ένα άλμα άγγιξε την ακτή. Ενώπιόν του σαν την καλαμιά στον κάμπο ξεπρόβαλε ένα πέτρινο κτίριο με δύο πατώματα. Στην λιτότητά του διάβαζε τις διαθέσεις των επισκεπτών. Εκείνος επέλεξε το πάνω μέρος. Για τους στρατιώτες έμενε το κάτω. Ένα ξύλινο κρεβάτι, μία βιβλιοθήκη γεμάτη υπηρεσιακά έγγραφα κι ένα γραφείο ήταν η συγκομιδή. Απ’ τα αδειανά παράθυρα ο μπάτης εισέρχο-νταν καυτός. Γύρω γύρω το μάτι χάνονταν στα βάθη του γαλάζιου ορίζοντα. Η μόνη αν-θρώπινη ύπαρξη θα ήταν η παρουσία των δύο στρατιωτών οι οποίοι αποβίβασαν τα τρόφι-μα απ’ το καΐκι βολεύοντάς τα στην αποθήκη. Η βλάστηση έμοιαζε με διακεκομμένη γραμμή καρδιογράφου. Διάσπαρτοι θάμνοι και μικροκαμωμένοι κορμοί δέντρων συγκολ-λούσαν τα κύματα της φύσης που θύμιζαν κάτι από τις ονειρώδεις περιπέτειες που ο Andre Fiyion καθοδηγούσε τους ήρωές του στα πυκνά δάπεδα της φαντασίας. Στην ημερήσια διάταξη εντάσσονταν η λεπτομερής καταγραφή των λειτουργιών του φυλακίου. Ο αξιωματι-κός όφειλε να συμπληρώνει τις λευκές κόλλες αναφορών περιγράφοντας τις επαναλήψεις μίας αδόκιμης αφαίρεσης. Μετά τις πρώτες διερευνητικές ημέρες μετέθετε τον φόρτο ερ-γασίας σε έναν εκ των δύο στρατιωτών. Οι τελευταίοι μετατράπηκαν σε γραφιάδες πολυτε-λείας. Και τι δεν θα έκαναν για να απολαύσουν τις ώρες επαναλήψεων στα χειρόγραφα, σαν να περιγράφουν τον ίδιο πίνακα στις ίδιες αποχρώσεις και τα ίδια σχήματα, αναλλοίωτα και αμετακίνητα, αρκεί να απέφευγαν τις ατέλειωτες ώρες περιπολίας και ορθοστασίας στα περιορισμένα τετραγωνικά της νήσου, αναμένοντας τους βαρβάρους. Μονάχα το καΐκι έδι-νε νότες αισιοδοξίας κάθε φορά που έφτανε γεμάτο τρόφιμα και σπανίως γράμματα συγγε-νών.

Η συμβίωση τους πρώτους μήνες κύλησε σαν τα καράβια που αρμενίζουν αμέριμνα στη μεσόγειο, δηλώνοντας από απόσταση την παρουσία τους καθώς εξαφανίζονταν στο τέρμα της υγρής λεωφόρου. Οι γλάροι προσέφεραν θέαμα ζωντάνιας στον ουράνιο θόλο. Στην νησίδα του φρουρίου ο Andre Fiyion δεν ξεμύτιζε από το δωμάτιό του παρά μόνο για την καθιερωμένη πρωινή ενημέρωση σχετικά το πρόγραμμα υπηρεσιών. Οι σχέσεις του με τους δύο στρατιώτες αποπνικτικά τυπικές. Μονάχα αργά τη νύχτα κατέβαινε από τον δεύ-τερο όροφο για έναν περίπατο κοιτώντας τ’ άστρα που έβρεχαν τον σύμπαντα κόσμο και μονολογούσε. Οι στρατιώτες απ’ την πλευρά τους αναζητούσαν τρόπους όπως ξεγελάσουν την ανία των ωρών. Άλλοτε έβαζαν στόχους στα δέντρα πετώντας πέτρες προς τους κορ-μούς τους κι άλλοτε έφτιαχναν αυτοσχέδιας δίχτυα όπως ψαρέψουν υποψήφια θαλάσσια θύματα, επιδιώκοντας να μαγειρέψουν την πείνας της ημέρας που θέριζε τα στομάχια τους καθώς οι άνεμοι δεν επέτρεπαν την έλευση του καϊκιού. Πότε πότε έπιαναν μεγάλα ψάρια ίσαμε το μπόι τους και τότε το ‘ρίχνανε  στα τραγούδια γύρω από φωτιά με αναμμένα ξε-ρόκλαδα. Ο Andre Fiyion δεν συμμετείχε σε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κατανοώντας το μαρ-τύριο της απομόνωσης έστρεφε τα όμματα σε επάλληλες κατευθύνσεις και βούλωνε τα ώτα να μην ακούσει το παραμικρό που θα υπέπεφτε στην αντίληψή του.

Οι μήνες περνούσαν βαριεστημένα. Ο ανθυπολοχαγός συντηρούσε τον ίδιο ρυθμό σε ημερήσια βάση. Ώσπου, μια βραδιά συνέλαβε έναν στρατιώτη υπό τη σκιά ενός κεριού να μελετά ένα βιβλίο. Τον παρακολούθησε επί αρκετή ώρα. Ένα παράξενο σχεδόν απόκοσμο αίσθημα χαράς ανηφόρισε στους καρδιακούς παλμούς. Το αυστηρό του ύφος και το ακά-ματο παρουσιαστικό εκτονώθηκε μεμιάς στις φλόγες που κεντούσαν τις λέξεις στις σελίδες που ξεφύλλιζε ο στρατιώτης. Πλησίασε θαρρετά. Ξερόβηξε για να ειδοποιήσει τεχνηέντως για την παρουσία του. Ο στρατιώτης πετάχτηκε απ’ τη θέση του. Με τον εξοπλισμό σε πλήρη αποστρατεία κούμπωσε βιαστικά το αμπέχονο, ίσιωσε το κράνος και σήκωσε το τυφέκιο από χάμω. Ο Andre Fiyion βρέθηκε μπροστά του. Τα μάτια του γυάλιζαν. Μέσα του μία υπόκωφη σύγκρουση λάβανε χώρα. Από τη μία μεριά η άσπιλη ανάγκη επιβολής της τάξης και της πειθαρχίας. Από την άλλη, η εικόνα του νέου βουτηγμένου στο βιβλίο τον συγκλόνισε. Τα συναισθήματα του καλλιτέχνη εξήλθαν στην επιφάνεια. Το πάθος για τα βιβλία λογοτεχνίας το καλλιέργησε από την τρυφερή ηλικία η μητέρα του ενώ η κλίση προς το θέατρο ξεδιπλώθηκε κοντά στην εφηβεία όταν για τις ανάγκες σχολικής εορτής κλήθηκε να πρωταγωνιστήσει στο σανίδι. Ήταν το κύκνειο άσμα της επιθυμίας, ορόσημο για το μέλλον, που κόπηκε όμως άδοξα όταν ο πατέρας όρισε την επαγγελματική του πο-ρεία στην Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία. Ο συγκαταβατικός του χαρακτήρας και η α-δύναμη φύση του δεν επέτρεπαν συγκρούσεις, πόσο μάλλον ρήξεις. Στα χρόνια της Ακα-δημίας ο χαρακτήρας ατσαλώθηκε. Ο έφηβος σφυριλατήθηκε στις ευθύνες ενηλίκων και προτού προλάβει να νιώσει τις τρίχες του ανδρός στα μάγουλά του να μεγαλώνουν ξεχερ-σώνοντας τα ίχνη παιδικής υφής, βρέθηκε κλεισμένος σε ερημονήσι με δύο στρατιώτες και τόνους θάλασσας να καρτερά τους βαρβάρους. Η πρώτη, λοιπόν, έφοδος των βαρβάρων εκτυλίχθηκε σε κωμωδία. Μέσα στο μυαλό του τραντάζονταν τα χάχανα του ευφυολογήμα-τος βλέποντας τον στρατιώτη σε στάση προσοχής να τρέμει σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό. Ύψωσε το χέρι του και με σφιγμένα τα δάκτυλα στο ύψος του μετώπου να αγναντεύουν τα βασιλικά σύμβολα, παρουσιάστηκε στον ανώτερό του.
«Στρατιώτης, 16ου βασιλικού συντάγματος, τυφεκιοφόρος, Michel Αundrin» και οι σιε-λογόνοι αδένες αποστεώθηκαν στα τοιχώματα της στοματικής κοιλότητας θυμίζοντας λα-τομείο με τις λευκές άκρες των χειλιών να ξεβράζουν κολλητικές ταινίες. Ο λάρυγγας είχε στεγνώσει. Η γλώσσα σπαρταρούσε χλωμή.
Ο Andre Fiyion κάρφωσε το ενδιαφέρον του στο βιβλίο που κείτονταν καταγής.
«Τι είναι αυτό;» έκανε και ο ύμνος της ευτυχίας τυμπάνιζε τα αθέατα κορμιά του εγκε-φάλου. Ο στρατιώτης κούνησε τους οφθαλμούς του από συστολή. Κατάφερε να ψελλίσει τον τίτλο του έργου.

«Ο Δον Κιχώτης…»

«Χμμμ, μάλιστα, ενδιαφέρον. Εν ώρα υπηρεσίας και με τους βαρβάρους εν αναμονή;» ρώτησε επιδεικτικά ο ανθυπολοχαγός κι έπιασε στα χέρια του το βιβλίο.
«Συγνώμη, κύριε ανθυπολοχαγέ» επιχείρησε να δικαιολογηθεί εκείνος και το χρώμα του προσώπου του απέκτησε αιφνίδια πορφυρή γεύση ηττοπάθειας.
«Είναι το αγαπημένο μου έργο» τόνισε ο αξιωματικός και συμπλήρωσε «Το έχω διαβά-σει ίσαμε επτά φορές. Δεν το χορταίνω!».

Ο στρατιώτης αναθάρρησε. Ζωγράφισε επιπόλαια ένα πρόχειρο χαμόγελο αφήνοντας την οδοντοστοιχία, κακομοιριασμένη στο κιτρινωπό της νέφος, να λάμψει.

«Διαβάζεις, στρατιώτη;»

«Λατρεύω η λογοτεχνία!» απάντησε εκείνος με αυτοπεποίθηση.

«Το ίδιο κι εγώ. Ομολογώ πως ανέπτυξα κάποτε ερωτική σχέση μαζί της. Αλλά οι υπο-χρεώσεις της Ακαδημίας μου σκότωσαν τη χαρά της συντροφιάς της»
Ο στρατιώτης δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Παρέμενε σε στάση προσοχής και με τεντωμένο το χέρι.

«Σε ζήλεψα όπως σε είδα να διαβάζεις».

«Σας το προσφέρω με χαρά, κύριε ανθυπολοχαγέ. Το έχω ήδη τελειώσει»
«Θα καταχραστώ την καλοσύνη σου» έκανε εκείνος και άνοιξε τυχαία μία σελίδα του βιβλίου.

«Μου επιτρέπετε, κύριε ανθυπολοχαγέ;» τόνισε ο στρατιώτης με θάρρος.
«Βεβαίως!» απάντησε ο Andre Fiyion και με αστραπιαία κίνηση διέταξε όπως κατεβά-σει το χέρι.

«Τόσους μήνες αναρωτιόμασταν πώς αντέχετε ώρες ολάκερες κάθε μέρα κλεισμένος σε ’κείνο το δωμάτιο…».

Ο ανθυπολοχαγός έβαλε τα γέλια. Γέλια που ανάγκασαν και τον έτερο στρατιώτη να ε-ξέλθει του οικήματος και να κατευθυνθεί προς το μέρος τους. Μόλις αντίκρυσε την παρου-σία του αξιωματικού πάγωσε. Κούμπωσε το παντελόνι κι έσφιξε τη ζώνη. Άρχισε αργά αρ-γά να δένει περίτεχνα το πανωφόρι. Ο Andre Fiyion παρατηρούσε αμίλητος.

«Άκουγα χωρατά και βγήκα να δω τι συμβαίνει..» έσπευσε να δικαιολογηθεί.
«Παρουσιάσου!» διέταξε με ευθυτενές ύφος εκείνος.

«Στρατιώτης, 16ου βασιλικού συντάγματος, τυφεκιοφόρος, Paul Marat» και το αίμα κο-κάλωσε στις φλέβες.

«Διαβάζεις κι εσύ λογοτεχνία;» ρώτησε ο Andre Fiyion.

Ο στρατιώτης περίφερε το βλέμμα του εξονυχιστικά στο πρόσωπο του συναδέλφου του. Εκείνος απλώς ανέπνεε.

«Όχι, κύριε ανθυπολοχαγέ» απάντησε με κατάκοπη φωνή.

«Καλώς» έκανε ο Andre Fiyion και κίνησε να φύγει.

«Τραγουδάει και παίζει κιθάρα, κύριε ανθυπολοχαγέ» πρόφτασε να εξηγήσει ο Michel Αundrin, προτού ο αξιωματικός χαθεί στο πυκνό σκοτάδι.

«Μουσική και τραγούδι; Ααα! Όμορφα τα γλέντια που στήνατε. Ας τραγουδήσουμε κι ας χορέψουμε» αναφώνησε με κέφι αφήνοντας άναυδους τους δύο στρατιώτες. Απ’ το μυα-λό των τελευταίων πέρασε η ιδέα πως πρόκειται για ανεπίσημο γυμνάσιο εκ μέρους του αξιωματικού, κάποιο ιδιόμορφο αστείο ή μία σαδιστική τακτική αιφνιδιασμού ώστε στην αναφορά της ημέρας να τους καταδικάσει ερήμην. Αρχικά παρέμεναν αμετάπειστοι να ιχνηλατούν τις προθέσεις του. Όταν, όμως, τον είδαν να κουβαλά μία νταμιτζάνα κρασί και να στρογγυλοκάθεται γύρω απ’ τη φωτιά που θέριευε στα ανεμοδαρμένα ύψη του ανέμου, υπερέβησαν κάθε ενδοιασμό. Εκμηδένισαν τις συσπάσεις επιφύλαξης και στρώθηκαν στην γιορτή που μόλις άρχιζε.

Τι ήταν εκείνο που πυροδότησε την ρηξικέλευθη αλλαγή στάσης του Andre Fiyion, ου-δείς κατανόησε εκείνες τις ώρες. Ούτε θα μάθαινε ποτέ. Είχαν ήδη διαβεί δέκα μήνες με μόνη επαφή τις πρωινές αναφορές και την υποστολή της σημαίας αργά το απόγευμα. Ήταν οι δύο στιγμές εντός των ωρών της ημέρας κατά τις οποίες οι τρεις άνδρες βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο στα στενά πλαίσια της γεωμετρίας. Τώρα, όλα μεταβλήθηκαν στο αντίθετο άκρο. Ούτε γραπτές αναφορές, ούτε υποστολή σημαίας, ούτε περιπολίες.

«Περιμένουμε, περιμένουμε και τελικά, όλα είναι ένα ψέμα» αποκρίθηκε ο Andre Fiyion καθώς το κόκκινο κρασί ευεργετούσε τα κύτταρα υπό τις άρπες το Διονύσου. «Περι-φρουρήστε την Γαλλία απ’ τους βαρβάρους! Ποιους βαρβάρους; Οι λέοντες είμαστε εμείς οι ίδιοι. Λέοντες και ίαινες» τόνιζε και ένας κραδασμός απέχθειας σκιαγραφούσε τις γωνίες του προσώπου. «Σύμβολα, σημαίες, όπλα, παράσημα, βαθμοί, ύμνοι, παρελάσεις. Όλα εί-ναι ένα ψέμα» και η θλίψη σκέπαζε επιμελώς τις πτυχές του σώματος.

Οι στρατιώτες δεν αποκρίνονταν. Βυθίζονταν στις δικές τους σκέψεις μετρώντας αντί-στροφα για την ώρα απόλυσής τους από τις τάξεις του στρατεύματος. Και η μέρα δεν άρ-γησε να φανεί. Όταν το καΐκι ξεπρόβαλε στα ανοιχτά οι δυο τους φώναξαν τον αξιωματικό για την επικείμενη άφιξη. Ζαλισμένος από την βραδινή πόση αδιαφόρησε επιδεικτικά. Αμίλητος επί βδομάδες κλείνονταν στο δωμάτιό του αυτή τη φορά διαβάζοντας κατ’ επα-νάληψη το βιβλίο του Δον Κιχώτη. Στα χρονικά όρια της ιδιάζουσας ελευθερίας που βίωνε έγραψε κι ένα θεατρικό έργο. Ήταν τόσο αφοσιωμένος σε αυτό ώστε μερόνυχτα ξαγρυ-πνούσε πάνω από τις λευκές κόλλες χαρτιού που προορίζονταν για τις ημερήσιες αναφορές της διοίκησης. Όταν το ολοκλήρωσε το διάβασε φωναχτά στους στρατιώτες. Τέτοιο υπήρξε το πάθος του ώστε εικόνες και διάλογοι αποκτούσαν σάρκα και οστά σαν σε ζωντανή πα-ράσταση. Πρωταγωνιστές και ρόλοι έλαβαν χαρακτήρα πνοής. Κινούνταν γύρω απ’ την εστία φωτιάς με επιδεξιότητα, εναλλασσόμενος σε σκηνές και ευφάνταστα προσωπεία. Οι στρατιώτες ομοίαζαν στα κεφάλια χιλιάδων θεατών της πλατείας και τα θεωρία του θεάτρου χειροκροτώντας και αποθεώνοντας τον σκηνοθέτη και τους συντελεστές.

Η άναρχη χαρά δεν έμελλε να κρατήσει τα ηνία. Η τελευταία επίσκεψη του καϊκιού πέ-ραν των τροφίμων έφερε και την ειδοποίηση από την πλευρά της ανώτατης διοίκησης. Ε-ντός ολίγων ημερών θα κατέφθανε εκπρόσωπος της τελευταίας όπως επιθεωρήσει το φυλά-κιο και την λειτουργία του. Επρόκειτο για μία εξονυχιστική διαδικασία στην οποία ο απε-σταλμένος του επιτελείου βαθμολογούσε τον ενδιαφερόμενο αξιωματικό. Στο τέλος της λεπτομερούς αναφοράς πρότεινε τον προβιβασμό του σε βαθμό ανώτερο του ιεραρχικά αναμενόμενου, προβιβασμός ο οποίος συνεπάγονταν την μεταφορά του στη μητρόπολη ή την επανάληψη της ετήσιας παρουσίας του στο φυλάκιο άνευ οποιασδήποτε βαθμολογικής μεταβολής. Η αναστάτωση που προκλήθηκε αποσυντόνισε την πανήγυρι η οποία επί μα-κρόν έστησε χορούς μετατρέποντας το φρούριο σε πεδίο αταξίας και χαρμόσυνων ιαχών μέθης. Ο Andre Fiyion πανικοβλήθηκε. Στην εικόνα που παρουσίαζε το φυλάκιο και δε-δομένης της ασυδοσίας που επιβλήθηκε από τις περιστάσεις στις υποχρεώσεις αναφοράς, τις οποίες όφειλε να παραδώσει στον εκπρόσωπο της διοίκησης, έπεσε σε κατάθλιψη. Επί ώρες έκλαιγε γοερά με τις σταγόνες να νοτίζουν τους υδάτινους πόρους του χώματος καθώς έσταζαν μεθοδικά απ’ τα φαράγγια των βλεφάρων. Ξάφνου, οι καταρράκτες σκούπισαν τα υπολείμματα υδρατμών. Σήκωσε το ανάστημά του. Έστυψε τον ιδρώτα που φουρτουνια-σμένος κολυμπούσε στα μήκη και τα πλάτη του κορμιού του και αποφασισμένος στράφηκε στους στρατιώτες που, ανήμποροι καθώς ήταν, παραμέρισαν την ανάσα τους όπως αποφύ-γουν οποιαδήποτε παρεμβολή στην στιγμιαία έκφραση ορμής του.
«Παρασύρθηκα και σας παρέσυρα σε ακατάληπτη συναισθηματολογία. Τις τελευταίες μέρες παραδοθήκαμε άνευ ορίων άνευ όρων σε αχαλίνωτα πάθη ελευθερίας. Όσο οι βάρ-βαροι επιβουλεύονταν την πατρίδα μας, εμείς επιδιδόμασταν σε παιχνίδια και τραγούδια» υπογράμμισε και τα δόντια του χτυπούσαν μεταξύ τους με λύσσα. «Όμως, δεν μετανιώνω. Αυτό ήταν ζωή. Αυτό ήταν απόλαυση και ηδονή» τόνισε και οι οφθαλμοί του άστραψαν από αγαλλίαση. Οι δε στρατιώτες μετά το πρώτο ξάφνιασμα ανταπέδωσαν την αυταρέ-σκεια την οποία βίωσαν υπό τον μανδύα της στρατιωτικής αγχόνης.

«Και τώρα;»

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησαν με έκδηλη την απορία και τον κίνδυνο να επικρέμεται πά-νω απ’ τα κεφάλια τους σαν δαμόκλειος σπάθη.

«Δεν προλαβαίνουμε να αναστήσουμε το χώρο για να θυμίζουν στρατιωτικό φρούριο» είπε ο αξιωματικός και άρχισε να περπατά νευρικά πάνω κάτω στο χώρο με τα χέρια σταυρωμένα πισώπλατα. «Σκέφτηκα κάτι.. Ίσως παρακινδυνευμένο αλλά δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα» έκανε και αμέσως έπιασε να εξηγεί τις επεξεργάζονταν ο νους του. «Α-κούστε με προσεκτικά. Τόσα χρόνια στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία προετοιμαζό-μασταν για την επικείμενη επέλαση των βαρβάρων. Ουδείς τους κατονόμασε. Άγνωστη η ταυτότητά τους. Με την ορκωμοσία και την τοποθέτησή μας στις ακριτικές περιοχές της Αυτοκρατορίας έναν σκοπό, μία αποστολή, είχαμε. Την φύλαξη των συνόρων απ’ τις επι-βουλές των βαρβάρων. Ε, λοιπόν, οι βάρβαροι έδρασαν. Έδρασαν και μάλιστα αστραπιαί-α. Έδρασαν στο σημείο που τώρα βρισκόμαστε»  και με τον δείκτη του αριστερού του χε-ριού έδειξε τη γη της νήσου την οποία πατούσαν.  «Και για να γίνει πειστική η επιδρομή των βαρβάρων…» έλαβε το τυφέκιο του ενός στρατιώτη και άρχισε να αραδιάζει τις σφαί-ρες στο πέτρινο κτίριο. Οι σφαίρες εκσφενδονίζονταν με μαεστρία αφήνοντας τα αποτυ-πώματά τους βαθουλωτά στην πρόσοψη και τα πλευρά του. Με θράσος που αναδεικνύονταν στις περιστάσεις οι δύο στρατιώτες συμμετείχαν στο μακελειό με χορούς πυροβολισμών. Σε λίγη ώρα, μέσα σε καπνούς από αναψοκοκκινισμένο μπαρούτι, το κτίριο έμοιαζε ξε-χαρβαλωμένο απ’ τα θεμέλιά του.

«Τώρα, διεξήχθη πραγματική μάχη. Οι επιδρομείς υπήρξαν αποφασιστικοί στην τόλμη αλλά ηττήθηκαν κατά κράτος» και τα γέλια επιδοκιμασίας επεκτάθηκαν στην ατμόσφαιρα.

«Ας σκάψουμε δυο τάφους, να καρφώσουμε και πλάκες προς τους αγνώστους βαρβά-ρους» πρότεινε ο ανθυπολοχαγός και όλοι μαζί έπεσαν στο χώμα. Με τα χέρια γυμνά άρ-χισαν να σκάβουν έως ότου τα βάθη ήταν αρκετά για να υποδεχτούν τα υποψήφια πτώματα.

«Θα μας επικροτήσουν για την πολιτιστική αξία και τον ανθρωπισμό τον οποίο δείξαμε στους βαρβάρους» σχολίασε ο Andre Fiyion. Στη θέση των δύο τάφων αναφώνησε «Πράγ-ματι, ήρωες!» και χαιρέτησε στρατιωτικά τα αυτοσχέδια νεκρικά μνημεία. «Ας αδειάσουμε και τις τελευταίες σφαίρες. Κρατήστε μονάχα μία στις θήκες σας. Μόλις η βροχή από πυ-ροβολισμούς σταμάτησε ο Andre Fiyion εισήλθε βεβιασμένα στο δωμάτιό του αναποδο-γυρίζοντας το γραφείο και τη βιβλιοθήκη διασπαθίζοντας τα έγγραφα. Το αποτέλεσμα υ-πήρξε μία εικόνα διασαλευμένης τάξης. Μετά τον κάματο της ημέρας ξάπλωσαν γύρω απ’ τη φωτιά που έφεγγε μέσα απ’ τ’ αποκαΐδια των προηγούμενων ημερών. Δεν μιλούσαν. Καθένας στη σκοπιά του αναμόχλευε σκέψεις, τυραννισμένους φόβους και άοκνες απόπει-ρες διακωμώδησης των κινδύνων που δεν έμελλε να αποδεσμευτούν απ’ τα κάτεργα του ασυνειδήτου, με τις υπερφίαλες αιτιάσεις ελευθερίας.

«Κάτι ακόμη λείπει για να συμπληρωθεί το κάδρο» έλεγε και ξανάλεγε ο Andre Fiyion. οι δύο στρατιώτες ταξίδευαν σε αχαρτογράφητα νερά έως ότου άνοιξε σαν βεντάλια τις προθέσεις του.

«Πρέπει να γίνουμε πιο πειστικοί» και η φαντασία του ονειροβατούσε σε απόκρημνες όχθες. «Ένας από μας πρέπει να πεθάνει» είπε και κίνησε τους οφθαλμούς του στους άν-δρες που παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι.
«Να πεθάνει..στ’ αλήθεια;» ρώτησε αμήχανα ένας εξ αυτών.

«Στ’ αλήθεια» απάντησε αποστομωτικά ο αξιωματικός. «Θα παίξουμε στα ζάρια και όποιος φέρει ίδιους αριθμούς θα γλυτώσει. Ο τελευταίος που θα μείνει θα πρέπει να πεθάνει».

«Εγώ.. εγώ.. αρνουμ..»

«Πριν αρνηθείτε σκεφτείτε ότι η άρνηση εκτέλεση διαταγής συνεπάγεται εκτέλεση εν καιρό πολέμου» προλόγισε ο Andre Fiyion.

«Μα δεν έχουμε…».

«Και τότε τι είναι όλα αυτά» έκανε δείχνοντας με τον δείκτη του χεριού το ματωμένο κτίριο, ζωσμένο εκατοντάδες σφαίρες. Ο Andre Fiyion σηκώθηκε όρθιος. «Κάποιος απ’ τους τρεις μας πρέπει να πεθάνει» και τα λόγια του χάιδευαν τις συνειδήσεις των νεαρών ανδρών.

«Καλύτερα να αποκαλύψουμε το ψέμα που στήσαμε παρά να πεθάνει ένας από μας! Πώς θα ζήσουμε με τέτοιο κρίμα στο λαιμό;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ο Paul Marat κι έπειτα τον έσβησε σε επιφάνεια λυγμών.

Ο ανθυπολοχαγός έβγαλε απ’ τη θήκη του το πιστόλι σημαδεύοντάς τον.
«Θα παίξουμε τα ζάρια κι όποιου το καντήλι έχει λιγότερο λάδι αυτός και θα θυσιαστεί για το μέλλον των υπολοίπων» επανέλαβε σταθερά.

Ο δεύτερος στρατιώτης πετάχτηκε απ’ τη θέση του και με γρονθοκοπήματα έριξε στο έδαφος τον ανθυπολοχαγό. Ο τελευταίος δέχτηκε σωρεία χτυπημάτων. Ίσα που συνήλθε άρχισε να ανταποδίδει τα χτυπήματα. Τα μωλωπισμένα ζυγωματικά μαρτυρούσαν την ο-δύνη που προκλήθηκε μεταξύ των αρρένων. Τα στρατιωτικά χιτώνια σκισμένα, τα χείλη ματωμένα, οι μύτες να τρέχουν ποτάμι και οι ανάσες κοφτές, ξεθώριαζαν τα ελάχιστα δείγματα ενέργειας που απέμεναν στους μύες. Τα σώματα κατάκοπα και εξουθενωμένα σωριάστηκαν στο χώμα. Ο βραδινός αέρας δρόσισε τις πληγές. Το αίμα ξεράθηκε στις πρώτες ακτίνες του ηλίου όπως έσβηναν τα λέπια στα βασανισμένα δέρματα. Ο Andre Fiyion διέρρηξε το μαύρο πέπλο των οφθαλμών του όπως αντικρίσει τον φωτεινό ουρανό. Νιώθοντας τους πόνους αφόρητους στο κορμί κοίταξε προς το απέραντο της θάλασσας. Βούτηξε στα στρώματά της όπως αποκαθαίρει τις βρωμιές του παρελθόντος χρόνου. Κα-θώς κολυμπούσε, από μακριά αντιλήφθηκε την παρουσία πλοίου το οποίο πλησίαζε ολοτα-χώς στο μέρος του νησιού. Έτρεξε προς το μέρος των στρατιωτών.
«Δεν έχουμε χρόνο!» ξεφώνισε και ο φάρυγγας εκτονώθηκε στις φλέβες του λαιμού. Οι στρατιώτες εμβρόντητοι προσανατολίστηκαν στο χώρο.

«Έρχονται, έρχονται!» συνέχισε ο ανθυπολοχαγός. «Δεν έχουμε χρόνο. Θα αποκαλυ-φτούν όλα. Χανόμαστε! Θα περάσουμε στρατοδικείο και μετά στο εκτελεστικό απόσπα-σμα. Καλύτερα να σωθούν δύο παρά να χαθούν τρεις» είπε και οι λυγμοί του ακούμπησαν τα κατάβαθα των υπολοίπων.

Πράγματι, ο κίνδυνος του στρατοδικείου και η διαπόμπευση στο δημόσιο λόγο ήταν άμεσος. Τότε, ένας εκ των δύο στρατιωτών συμφώνησε «Ας είναι» και έφερε τα ζάρια στο προσκήνιο. Και οι τρεις σχημάτισαν κύκλο με τα τυφέκια στα χέρια και μία τελευταία σφαίρα στη θήκη. Η σειρά του παιχνιδιού ρυθμίστηκε με τρόπο απλό. Ο Andre Fiyion έκοψε ένα κλαδί σε τρία μέρη. Όποιος τράβηξε το μακρύτερο άρχισε πρώτος. Η τύχη πή-ρε με το μέρος της τον Michel Αundrin. Στις παλάμες του κονταροχτυπήθηκαν τα ζάρια. Οι αριθμοί που σχηματίστηκαν δεν έσωσαν τη ζωή του. Ακολούθησαν οι υπόλοιποι δίχως θετικό αποτέλεσμα. Το πλοίο ολοένα και πλησίαζε όση ώρα οι επαναλήψεις του παιχνιδιού πολλαπλασιάζονταν. Η στιγμή της αλήθειας έφτασε. Όταν Michel Αundrin έφερε τους ί-διους αριθμούς τα μάτια του γούρλωσαν. Η χαρά ήταν έκδηλη. Έτρεξε προς άγνωστη κα-τεύθυνση μη γνωρίζοντας πώς να διαχειριστεί το λαχείο της επιβίωσης. Οι άλλοι δύο έμει-ναν σκυθρωποί. Ένα φλεγόμενο μίσος ανάβλυζε σε κάθε κούνημα των ζαριών στους αδένες των χεριών. Προτού τα ζάρια φύγουν από τον έλεγχό τους έκλειναν τα μάτια και φιλούσαν τα χέρια, μεταφέροντας την ελεημοσύνη προς τη μοίρα όπως ευνοήσουν την ματαιότητα της στιγμής. Αλλά τα ζάρια δεν έλεγαν να φέρουν ίδιους αριθμούς. Η αγωνία εκτοξεύθηκε έως ότου ο ανθυπολοχαγός όπλισε απότομα το πιστόλι που κράδαινε σφιχτά και το έστρε-ψε εναντίον του στρατιώτη. Εκείνος ανταπέδωσε με το ίδιο νόμισμα. Όπλισε το τυφέκιο με τη μοναδική σφαίρα που απέμενε στο θάλαμο. Κύλησε την κάννη στο ύψος του ανθυπολο-χαγού. Ένα θέαμα σκιαγραφούνταν βγαλμένο από τα πλέον απάνθρωπα παρασκήνια του ασυνειδήτου, όταν η ορμή για ζωή υπερνικά τις εντυπώσεις του θανάτου.

«Είμαι γόνος αριστοκρατών. Ο πατέρας μου θυσίασε πλούτο και δόξα για μία θέση στην Βασιλική Ακαδημία» φώναζε προς το μέρος του στρατιώτη. Εκείνος βαριανάσαινε δίχως απόκριση. «Πέτα το όπλο σου! Είναι διαταγή!» συνέχισε ο αξιωματικός και η φωνή του βούλιαζε στη λάσπη της απρόσμενης τροπής των πραγμάτων.

«Και η δική μου ζωή; Πόσο κοστολογείται η ζωή μου;» αντέτεινε τρομαγμένος καθώς το δάκτυλο στη σκανδάλη χάιδευε το σιδερένιο μοχλό.

«Η ζωή σου δεν αξίζει τίποτα. Ουδείς θα ασχοληθεί μαζί σου. Μία απογραφή στον κα-τάλογο. Εγώ όμως είμαι γόνος αριστοκρατών. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι η ζωή σου αξίζει όσο πληρώνεις για να υπάρχεις στη βιτρίνα» ήταν η αιχμή του δόρατος που έσπειρε τον πόνο ανόθευτο στην πληγή.

Τότε ένας κρότος διπλής όψεως ακούστηκε. Οι δύο κάννες είχαν αφρίσει απ’ το μακε-λειό που μάστιζε την ατμόσφαιρα. Δευτερόλεπτα αργότερα και οι δύο άνδρες έπεφταν στο έδαφος νεκροί. Ο στρατιώτης που όλη την ώρα παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα με υπο-βόσκουσα ενοχή κατευθύνθηκε στο μέρος τους. Άγγιξε τους παλμούς των σφυγμών αναζη-τώντας σημεία ζωής. Στον Andre Fiyion οι παλμοί είχαν εξασθενίσει. Στον στρατιώτη α-γωνίζονταν να επανέλθουν όμως αδύναμοι καθώς ήταν έσβησαν κάτω από το στρώμα των φλεβών. Το πλοίο είχε πλέον εισέλθει στα ύδατα της νήσου. Μία βάρκα κατέβηκε με τον διοικητή επιβαίνοντα και δύο αξιωματικούς. Ύψωσε τη σημαία της Γαλλίας ως σύμβολο φίλιας παρουσίας. Ο στρατιώτης κυριεύτηκε από τρόμο. Το μέλλον του προδιαγράφονταν ατιμασμένο και βάναυσο όπως αναπαριστάνονταν ενώπιόν του οι σκηνές της ανάκρισης και του θανάσιμου ικριώματος εγγύησης των περιστάσεων, στην υπεράσπιση της ηθικής τάξης του στρατεύματος. Ξεγύμνωσε τον αξιωματικό και φόρτωσε τα ενδύματα με τα ά-στρα στο σώμα του. Έπειτα, έσυρε τα πτώματα έως το σημείο των ανοιχτών ταφών. Το χώ-μα κάλυψε τα ίχνη τους. Μόλις ολοκλήρωσε το μακάβριο έργο ίσιωσε το πηλήκιο με το βασιλικό σύμβολο, τακτοποίησε το χιτώνιο και κινήθηκε προς την ακτή. Η βάρκα είχε ήδη αποθέσει τους επιβάτες στην στεριά. Ο ταξίαρχος κοίταζε το θέαμα που εκτυλίσσονταν μπροστά του με τραγική αίσθηση απώλειας.
«Τι συνέβη εδώ;» ρώτησε ξαφνιασμένος.

«Ανθυπολοχαγός, Βασιλικού Σώματος, Andre Fiyion» παρουσιάστηκε ο στρατιώτης σε στάση προσοχής, αντιγράφοντας τα λόγια που κάθε πρωί στην ύψωση της σημαίας άκουγε από τα χείλη του αξιωματικού, που πλέον, θαμμένος με τον έτερο στρατιώτη στο ίδιο μνή-μα, αφουγκράζονταν το βάθος του χώματος. Επρόκειτο για εθιμοτυπική διαδικασία η ο-ποία στην ώρα της έμοιαζε γελοία, τώρα, όμως, χρησιμοποιούνταν ως δικλείδα ασφαλείας για τον στρατιώτη.

«Λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω, κύριε ταξίαρχε, ότι οι βάρβαροι αποκρούστηκαν. Θρηνήσαμε δύο νεκρούς του γαλλικού Έθνους. Αιωνία η μνήμη τους» αναφώνησε και σταυροκοπήθηκε. Μαζί του σταυροκοπήθηκαν άπαντες οι παρευρισκόμενοι.

Ο ταξίαρχος κοιτούσε απαρηγόρητος. Συνεχάρη τον αξιωματικό για την τόλμη και την υπηρεσία του στην πατρίδα. Ζήτησε λεπτομερή αναφορά ώστε να τη μεταβιβάσει στην ανώτατη διοίκηση στρατιάς.

«Το μέλλον σας προδιαγράφεται λαμπρό. Εγώ ο ίδιος θα προτείνω την τιμή με τον ύψι-στο σταυρό του Έθνους και την προαγωγή σας στο βαθμό του συνταγματάρχη» έκανε με αυτοπεποίθηση ο ταξίαρχος. Ο στρατιώτης στην εμφάνιση ανθυπολοχαγού δεν έστρεψε το βλέμμα του στο σημείο στο οποίο κείτονταν οι δυο άνδρες. Εκτόπισε το στέρνο του, σά-λιωσε τα χείλη και με εθνική υπερηφάνεια επιβιβάστηκε στη βάρκα που θα τον οδηγούσε στην μητρόπολη με ξένη ταυτότητα και λαθραίες ελπίδες.

Μήνες αργότερα η αλήθεια αποκαλύφθηκε. Η κοινή γνώμη ζήτησε το κεφάλι του στρα-τιώτη αντί πινακίου φακής. Θύελλα εκδίκησης προωθούνταν στα πρωτοσέλιδα του Τύπου με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία να διεξάγει εσωτερική έρευνα ευθυνών και την κυβέρ-νηση απ’ την πλευρά της να διακηρύσσει προς πάσα κατεύθυνση την υπεράσπιση των εθνι-κών συμφερόντων από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Ο στρατιώτης Michel Αun-drin καταδικάστηκε από στρατοδικείο με την ποινή της εσχάτης προδοσίας.

Εκτελέστηκε στις 6 Αυγούστου 1897


*Ο Αντώνης Χαριστός είναι φιλόλογος και δηµοσιογράφος. Ιδρυτής της Υπερρεαλιστικής Οµάδας Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τα έργα πεζογραφίας: «Τέσσερις ανάσες ελευθερίας» (Locus 7 – Άλλωστε, Αθήνα 2016), «Μέρες νηστείας» (Ρώµη, Θεσσαλονίκη 2018), «µπο-στάνι Δηµοκρατίας» (Γράφηµα, Θεσσαλονίκη 2020), καθώς και τα θεωρητικά έργα «Μανι-φέστο ανθρωπιστικής τέχνης» (Ρώµη, Θεσσαλονίκη 2018), «Υπερρεαλισµός και η αυτονό-µηση των ιδεών» (Ρώµη, Θεσσαλονίκη 2019). Επίσης, είναι επιµελητής του ετήσιου θεωρη-τικού φιλολογικού οργάνου «Κλίβανος» της Υπερρεαλιστικής Οµάδας Θεσσαλονίκης, κα-θώς και των µηνιαίων εντύπων «Λογοτεχνικό Δελτίο», «Ποιητικά τοπία» και του τετράµηνου έντυπου κριτικών αναφορών «Εκδοτικά νέα». Έχει σκηνοθετήσει και επιµεληθεί σενάρια στις ταινίες µικρού µήκους «Επιθυµώ», «Πολφός αίµατος» και «Οµφαλλός κολπορραγίας».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine