Ο χάρτης της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα μετά την Χρυσή Αυγή

27.11.2020 06:44

Νατάσσα Βαφειάδου

Επαμεινώνδας Φαρμάκης, συνιδρυτής-γενικός διευθυντής της HumanRights360: «Η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας, όσοι δίνουμε τον αγώνα κατά του ρατσισμού, είναι να μην σταματήσουμε τώρα»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η HumanRights360 είναι μία οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα. Αποστολή της η προστασία και ενδυνάμωση των δικαιωμάτων όλων, δίχως διακρίσεις, αλλά με προτεραιότητα στους ευάλωτους πληθυσμούς για την αντιμετώπιση των  παραβιάσεων δικαιωμάτων, ως προϋπόθεση διαφύλαξης του κράτους δικαίου στις κοινωνίες μας.



Το 2019 η ΗumanRights360 σε συνεργασία με το Ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ» και τις εκδόσεις «Τόπος» μετέτρεψαν την καμπάνια δρόμου με τίτλο «Βάλ' τους Χ - Ο μαύρος χάρτης της Αθήνας» σε συλλογικό τόμο, στις σελίδες του οποίου μέσα από σκίτσα,  Ελλήνων και όχι μόνο σκιτσογράφων, ανέδειξαν την εγκληματικότητα που συνδέεται με τις ρατσιστικές επιθέσεις στον δημόσιο χώρο. Το σύνολο των πωλήσεων του οποίου δόθηκαν στους δικηγόρους της Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής.


Ο συνιδρυτής και γενικός διευθυντής της HumanRights360 Επαμεινώνδας Φαρμάκης μίλησε στον καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και την εκπομπή «Μαθήματα Αναπνοής» για την δράση της Χρυσής Αυγής και κυρίως την επόμενη ημέρα της καταδίκης στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση κάθε «σπίθας» κάθε «πυρήνα» ανάπτυξης ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα.


«Μαθήματα Αναπνοής» όμως…

Χ.Π.: Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο έγινε μια εξαιρετική προσπάθεια με θέμα «Βάλ' τους Χ - Ο μαύρος χάρτης της Αθήνας». Ένα βιβλίο για τη ρατσιστική βία στην Αθήνα, ένα βιβλίο που βοήθησε πάρα πολύ στο να αποτυπωθούν τα σημεία ρατσιστικής βίας, ώστε να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία για το πρόβλημα.
Ε.Φ.:
Πράγματι, αυτή η ιδέα ξεκίνησε από τη συνεργάτιδά μας, Ελένη Τάκου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και ειδικά την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου. Αισθανθήκαμε όλοι την ανάγκη να βγούμε προς τα έξω, να υπενθυμίσουμε κάποια γεγονότα που σχετίζονται με τη ναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Η Ελένη Τάκου και οι υπόλοιποι συνεργάτες μας, όπως οι Ράνια Παπαδοπούλου, Μαρία Παρασκευά, Φωτεινή Κοκκινάκη και πιο πρόσφατα η Ευγενία Κουνιάκη, κρίναμε ότι είναι μια ωραία ευκαιρία, με έναν πρωτότυπο τρόπο, με σκίτσα σκιτσογράφων απ’ όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως από την Ελλάδα, που αφορούν σε πάνω από εκατό επιθέσεις της Χρυσής Αυγής και άλλων ομάδων οργανωμένης ρατσιστικής βίας, όχι μόνο στην Αττική, αλλά σε όλη την Ελλάδα, να καταγράψουμε το ιστορικό στην ουσία των επιθέσεων αυτών. Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου πάνε στους δικηγόρους της Πολιτικής Αγωγής. Πέραν αυτού δημιουργήθηκαν και αυτοκόλλητα με QR Codes τα οποία τοποθετήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Αττικής κυρίως, όπου έγιναν αυτές οι επιθέσεις, και μπορεί κάποιος να σκανάρει το barcode από αυτά τα αυτοκόλλητα και να βγει στο αντίστοιχο site που έχει δημιουργηθεί.

Χ.Π.: Τα προηγούμενα χρόνια από ορισμένα μέσα ενημέρωσης είχαμε μια «ωραιοποίηση» του προφίλ της Χρυσής Αυγής, ή αρχίσαμε να συνηθίζουμε, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις, το πρόσωπο του τέρατος. Πλέον έχουμε μία καταδικαστική απόφαση για την Χρυσή Αυγή και την ηγεσία της ως εγκληματική οργάνωση. Τι κάνουμε όμως την επόμενη ημέρα;
Ε.Φ.:
Νομίζω πάντως πως όπως και στην δική μου περίπτωση, ο φόβος ήταν αυτός που με ενεργοποίησε.  Το 2012 η Χρυσή Αυγή πλησίασε το 7% εκλέγοντας 21 βουλευτές. Είχαμε πολλά θύματα, πολλά τα γνωρίζουμε και δεν έχουν καταγραφεί. Προσωπικά συγκλονίστηκα από την δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν, που αποτέλεσε και το έναυσμα για να μπω και εγώ σε αυτόν τον αγώνα, διότι μέχρι τότε ήμουν αρκετά συστημικός. Ήμουν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια διευθυντής στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, μετά έκανα κάτι δικό μου και κατάφερα να προσελκύσω αρκετές χρηματοδοτήσεις για την κοινωνία των πολιτών, πέρασα ένα διάστημα από το ίδρυμα Μποδοσάκη, αλλά τον Οκτώβριο του ’12 έμαθα  για την ιστορία μίας 22χρονης τυνήσιας, η οποία αν θυμάμαι καλά επιστρέφοντας στο σπίτι της, δέχτηκε επίθεση από έξι νεαρά άτομα με αποτέλεσμα να μεταφερθεί πολύ βαριά τραυματισμένη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Το περιστατικό αυτό έχει καταγραφεί στο δίκτυο καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας, και είναι κάτι που με ώθησε κι εμένα να ενεργοποιηθώ. Εκείνη την εποχή η κόρη μου ήταν δύο ετών, και ο φόβος μου για το πού θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας και πώς θα μεγαλώσουν σε μία εποχή που μια εγκληματική οργάνωση  μεγαλώνει και αναδεικνύεται σε μία κρίσιμη «δύναμη» για τη χώρα μας, ώθησε πολλούς από μας στην πράξη.

Ο αγώνας όμως δεν τελείωσε. Έχουν δημιουργηθεί πολλά ακροδεξιά κομμάτια, είναι σαν το κεφάλι που το κόβεις, αλλά δημιουργούνται κι άλλα κεφάλια. Τουλάχιστον 16 απ’ ό,τι διαβάσαμε, αλλά γνωρίζουμε κι εμείς κι άλλα αρκετά κομμάτια, που θα προσπαθήσουν πάρα πολύ να κερδίσουν αυτόν τον χώρο, διότι δυστυχώς κι εμείς σαν κοινωνία των πολιτών, αφήσαμε για πάρα πολλά χρόνια  πολίτες να καταφεύγουν ίσως από φόβο, ίσως από ανοησία, ίσως από αβλεψία, σε τέτοιους κύκλους. Βεβαίως δεν λέω ότι όλοι τυχαία βρέθηκαν σε αυτόν τον χώρο. Πολλοί από τους  ψηφοφόρους της Χ.Α. πολύ σκόπιμα, βρίσκουν αυτό το αποκούμπι στην Χ.Α. Όπως πολλά νέα παιδιά από διάφορες περιοχές της Ελλάδας θεωρούσαν ότι η Χ.Α. ήταν μόδα, καθώς ήταν «εξωσυστημική», ότι ήταν η μόνη οργάνωση που μπορεί να τιμωρήσει το σύστημα, το οποίο σύστημα τιμώρησε κατά κάποιον τρόπο τους γονείς τους, την οικογένεια τους, κ.ο.κ. Άνθρωποι που κατηγορούν το σύστημα και άρα πρέπει να έρθει κάποιος να τιμωρήσει αυτό το σύστημα. Αυτά όλα είναι τεράστιες ανακρίβειες και είναι όλα αυτά που προσπαθούσαμε να αλλάξουμε με τα επιχειρήματά και τα προγράμματά μας. Δεν είναι όμως αρκετά, ούτε από μας, ούτε από τις υπόλοιπες οργανώσεις. Θεωρώ ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας, τόσο εμείς, όσο και οι άλλοι που δίνουμε από κοινού αυτόν τον αγώνα, είναι να μην σταματήσουμε τώρα, αλλά να προσπαθήσουμε να βρούμε τις αιτίες αυτού του φαινομένου και στην Ελλάδα.

«Θα πρέπει να κατευθύνουμε τις δράσεις μας στους συμπολίτες που βρίσκονται σε απόγνωση, σε μίσος και κατ’ επέκταση σε μία απάνθρωπη συμπεριφορά»

Χ.Π.: Φαίνεται ότι συχνά ο κόσμος έχει την ανάγκη ενός εκφραστή της αγωνίας ή της οργής του κι όταν ο εκφραστής βρεθεί, ο άνθρωπος ξεχνάει ακόμη και την ανθρωπιά του…
Ε.Φ.:
Αυτό είναι μία πολύ ακριβής παραδοχή. Σε αυτή την εγκληματική οργάνωση δεν είχαν καμία ανθρωπιά, γεγονός που διαφαίνεται και από το ιστορικό των επιθέσεων που έχουν κάνει σε ευάλωτες ομάδες, έγκυες γυναίκες, παιδιά, δίχως να υπολογίζουν τίποτα.  Δίχως φυσικά να λέω ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια πράξη προς κάποιον άλλον στόχο. Η απόγνωση που ο καθένας βιώνει, έχει τεράστια επίπτωση στην ψυχική του υγεία. Τα τελευταία χρόνια, από το ’08 και μετά, έχει γίνει μια έκρηξη σε θέματα ψυχικής υγείας στην Ελλάδα. Θα το δούμε πάρα πολύ  έντονα και το επόμενο διάστημα, λόγω και του κορωνοϊού. Οπότε, όλα αυτά έχουν οδηγήσει κομμάτι των συμπολιτών μας σε μια απόγνωση, σε ένα μίσος, σε μια απάνθρωπη συμπεριφορά και νομίζω ότι προς αυτούς θα πρέπει να κατευθύνουμε δράσεις και προγράμματα.

Χ.Π.: Κάποιοι θεωρούν ότι για να διατηρηθεί μια ψευδαίσθηση της κοινωνικής συνοχής, θα πρέπει οι διαφορετικοί, οι άλλοι, οι «ξένοι» να βρεθούν εκτός, να αποκλειστούν. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι μια κοινωνία πρέπει να είναι ανοιχτή στους ανθρώπους, να τους εντάσσει. Οι άνθρωποι  άλλωστε αλλάζουν άλλοτε προς το καλύτερο, άλλοτε προς το χειρότερο. Οι συναναστροφές είναι αυτές που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τις αντίστοιχες αντιλήψεις. Ο άνθρωπος είναι οι σχέσεις του με λίγα λόγια. Σας βρίσκει σύμφωνο αυτή η παραδοχή;
Ε.Φ.:
Φυσικά είναι το περιβάλλον. Τα παιδιά άλλωστε δεν γεννιούνται ρατσιστές. Θυμόμαστε γονείς που μεγαλώνοντας, όταν βλέπαμε κάποιον άστεγο στον δρόμο μας τραβούσαν από το χέρι. Σαν να ήταν κάτι κακό, κάποιος που δεν θα έπρεπε να πλησιάσουμε.  Όλα αυτά στα μάτια των παιδιών μένουν, σίγουρα. Ένα πράγμα που με έχει συγκλονίσει 5,5 χρόνια που είμαι στο προσφυγικό, είναι η άφιξη μιας βάρκας για παράδειγμα στη Λέσβο. Από εκεί και πέρα το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να βγάλω είναι ότι δεν έχω καμία διαφορά από έναν Σύριο ή άλλης εθνικότητας πατέρα, πέραν της διαφοράς ότι από τύχη εγώ έχω γεννηθεί στην Ελλάδα, και έχω ελληνική υπηκοότητα και διαβατήριο κι εκείνος που γεννήθηκε σε μια πάρα πολύ, παραδοσιακά, πλούσια – σε όρους πολιτισμού- χώρα και έχει αναγκαστεί λόγω πολέμου να φύγει. Οι Έλληνες ήταν κατ’ εξοχήν μεταναστευτικός λαός. Όταν φτάναμε στην Αμερική υπήρχαν πινακίδες που έλεγαν «όχι έλληνες, όχι εβραίοι, όχι μαύροι» σε διάφορα καταστήματα. Έχουμε νοιώσει αυτόν τον ρατσισμό σε πολλές χώρες που έχουμε πάει. Τα τελευταία χρόνια επίσης μισό εκατομμύριο νέοι και νέες έφυγαν από την Ελλάδα ως οικονομικοί μετανάστες σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Δεν θα πρέπει λοιπόν να κατακρίνουμε κάποιον που προσπαθεί να κάνει το ίδιο, αν πρόκειται για οικονομικούς λόγους ή αν απλώς έχει βομβαρδιστεί η πόλη του, το σπίτι του.

«Υπάρχει μεγάλο κέρδος από την μετακίνηση πληθυσμών και έτσι δυσκολεύεται η επίλυση του θέματος» 

Χ.Π.: Μας θυμίσατε την μετανάστευση των Ελλήνων στις αρχές του 20ου αιώνα, ας θυμηθούμε και  πώς αντιμετωπίστηκαν οι Έλληνες πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, το 1922…
Ε.Φ.:
Οι «τουρκόσποροι» Έλληνες όπως τους έλεγαν που δυσκολεύθηκαν και πέρασαν πολλά χρόνια για να ενσωματωθούν. Στην Ελλάδα κανένας δεν μπορεί να ενσωματωθεί, εκτός αν έχει βρει μια δουλειά. Ωστόσο, πραγματική ενσωμάτωση δεν έχει γίνει στην Ελλάδα  για κανένα πληθυσμό. Ούτε για τους Ποντίους που είχαν έρθει, ούτε για τους Αλβανικής καταγωγής. Συνεχίζεται η ρατσιστική αντιμετώπιση, η διαφοροποίηση.  Είναι σίγουρα κοινωνικό και πολιτικό το ζήτημα και μεγάλο μέρος ευθύνης έχουν αυτοί που είχαν τη διακυβέρνηση της χώρας. Από την σημερινή κυβέρνηση υπάρχει μία ακραία αντιμετώπιση του προσφυγικού, ωστόσο και οι προηγούμενες νομίζω ότι πιέστηκαν πολύ, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο από την Ε.Ε. Δεν μπορούμε να πούμε όμως ότι μια χώρα δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων δεν μπορεί να διαχειριστεί εκατό χιλιάδες ανθρώπους και τους έχει σε αυτές τις συνθήκες που τους έχει. Με τους βιασμούς τα βράδια, με τις συμπλοκές, χωρίς τουαλέτες κ.ο.κ.

Και φυσικά υπάρχει και μία οικονομική κατάσταση που δεν αφήνει χώρο για αλλαγές προς το καλύτερο. Υπάρχει μια βιομηχανία η οποία βοηθάει να μετακινηθούν πληθυσμοί, με διαφορετικούς τρόπους απ’ ό,τι οι μετακινήσεις που περιγράψαμε παραπάνω πριν από εκατό χρόνια, και υπάρχει και μια βιομηχανία στρατιωτική, αστυνομική, που προσπαθεί να κρατήσει αυτούς τους πληθυσμούς έξω. Ξέρουμε όλοι μας ότι και με τη κλιματική αλλαγή και με άλλες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, αυτή η μετακίνηση πληθυσμών δεν θα σταματήσει. Οπότε αυτή η διαχείριση πρέπει σίγουρα να αλλάξει. Όταν η Ελλάδα δέχεται προ κορωνοϊού 25-35 εκατομμύρια  τουρίστες τον χρόνο, δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε ένα τέτοιο τμήμα πληθυσμού. Αυτές οι δύο βιομηχανίες αγγίζουν τα 32 δισεκατομμύρια δολάρια. Η μία είναι αυτή που προσπαθεί να φέρει, να «βοηθήσει», οι λεγόμενοι διακινητές στους οποίους εναποθέτουν όλα τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, την ελπίδα και κατ’ επέκταση όλες τις οικονομίες τους. Και δεν έχουμε ένα ορθολογικό σύστημα υποδοχής των ανθρώπων αυτών. Η Ευρώπη των πεντακοσίων εκατομμυρίων θα μπορούσε να πει ότι κάθε χρόνο θα δέχομαι πεντακόσιες χιλιάδες, ένα νούμερο σε κάθε περίπτωση που θα σπάσει αυτή τη βιομηχανία. Αλλά φαίνεται γενικά πως  υπάρχει μεγάλο κέρδος από αυτή τη μετακίνηση πληθυσμών και έτσι δυσκολεύεται η επίλυση του θέματος  και από πλευράς κυβερνήσεων.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine