Ιστορία: Τι τελικά θέλουμε να διδασκόμαστε στο σχολείο;

24.10.2020 05:22

Νατάσσα Βαφειάδου

Με αφορμή την πρόσφατη κατάργηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Άγγελος Παληκίδης, Επίκουρος καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ

«Στην Ελλάδα είτε μεμονωμένα πολιτικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, είτε συνολικά κυβερνήσεις φοβούνται να “αγγίξουν” την ιστορία, γιατί αισθάνονται ότι θα έχουν “πολιτικό κόστος”»

«Στις πολιτισμένες χώρες τα Προγράμματα Σπουδών είναι το Α κάθε εκπαιδευτικού συστήματος• στην Ελλάδα το Α και το Ω είναι το σχολικό βιβλίο»

«Γιατί αναρωτιόμαστε γιατί η ελληνική νεολαία μπορεί να “σαγηνεύεται” από τη ρητορική αντιδημοκρατικών, ακροδεξιών κύκλων όπως είναι η Χρυσή Αυγή, την ώρα που περνούν δέκα χρόνια στο σχολείο χωρίς να έχουν διδαχτεί την περίοδο του Μεσοπολέμου, δηλαδή την περίοδο της ανάδυσης του φασισμού και του ναζισμού;»

Ένα ΦΕΚ που δημοσιεύτηκε εντός του Σεπτεμβρίου, προέβλεπε την κατάργηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για το μάθημα της Ιστορίας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, που μόλις την άνοιξη του 2019 είχαν εγκριθεί και δημοσιευτεί σε ΦΕΚ. Η απόφαση της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας έδωσε τέλος στο τριετές έργο 21 επιστημόνων της Ιστορίας και της Διδακτικής της, οι οποίοι συνέστησαν την επιτροπή που συνεκλήθη επισήμως στις αρχές του 2017. Στη θέση των καταργηθέντων το υπουργείο επανέφερε σε ισχύ τα προγράμματα σπουδών που σχεδιάστηκαν πριν από περίπου 20 χρόνια και συγκεκριμένα το 2002-2003 επί υπουργίας Πέτρου Ευθυμίου.

Η απόφαση αιφνιδίασε την εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και τα μέλη της επιτροπής που υπέγραφαν τα νέα προγράμματα σπουδών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο επίκ. καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Άγγελος Παληκίδης.

Την απόφαση του Υπουργείου ακολούθησαν δριμείες αντιδράσεις από την πλευρά της ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και από τον πολιτικό κόσμο, ενώ πριν από λίγες ημέρες, όπως διαβάσατε και στον «ΠτΘ», η επιστημονική επιτροπή των Προγραμμάτων Σπουδών Ιστορίας εξέδωσε ανακοίνωση – απάντηση στην ανακοίνωση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Στο δελτίο τύπου το ΙΕΠ επιχειρώντας να αιτιολογήσει την απόφαση κατάργησης υποστήριζε πως  «τα Προγράμματα Σπουδών της Ιστορίας του 2019 είχαν σημαντικά επιστημονικά και παιδαγωγικά προβλήματα και διακρίνονταν για την αποσπασματικότητά τους» και ότι «τα μειονεκτήματα αυτά προκάλεσαν την κριτική της επιστημονικής κοινότητας των ιστορικών», ενώ κατηγορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση ότι με αδιαφανείς διαδικασίες και με απευθείας ανάθεση επιδίωξε να αντικαταστήσει τα προγράμματα σπουδών, «προκαλώντας», σύμφωνα πάντα με το ΙΕΠ, «τις αντιδράσεις μεγάλου μέρους της επιστημονικής κοινότητας των ιστορικών».

Για το έργο της Επιτροπής που συνέστησε το ίδιο το ΙΕΠ, ως θεσμικό και ανεξάρτητο όργανο, το 2017 αλλά και για τις εξελίξεις γύρω από το μάθημα της Ιστορίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm» ο κ. Παληκίδης, κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό των όσων έχουν γίνει αλλά και των όσων θα έπρεπε να έχουν γίνει στην χώρα μας με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος και εν προκειμένω του μαθήματος της Ιστορίας.

Ο λόγος στον ίδιο…

ΠτΘ: κ. Παληκίδη, στα μέσα του Σεπτεμβρίου και έναν περίπου χρόνο μετά τη δημοσίευση των νέων προγραμμάτων σπουδών για την διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας – μέλος της επιτροπής για την εκπόνησή τους διατελέσατε -ενημερωθήκαμε από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας για την κατάργησή τους και την επαναφορά σε ισχύ των προγραμμάτων που είχαν εκπονηθεί το 2003. Πώς και κυρίως γιατί φτάσαμε ως εδώ;
Α.Π.:
Κατά κοινή ομολογία, το ελληνικό σχολείο ακολουθεί μια φθίνουσα πορεία. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο, η κατάσταση όμως έχει επιδεινωθεί σοβαρά τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό γιατί δεν γίνονται ουσιαστικές κινήσεις και κυρίως δεν έχει δρομολογηθεί -φοβάμαι ότι δεν έχει καν σχεδιαστεί- μια συνολική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Όσον αφορά το μάθημα της Ιστορίας, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, γιατί ο εκσυγχρονισμός του έχει συνδεθεί με μια –κατά τη γνώμη μου- νοσηρή έννοια του πολιτικού κόστους. Γι’ αυτό είτε μεμονωμένα πολιτικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, είτε συνολικά κυβερνήσεις φοβούνται να «αγγίξουν» την ιστορία, γιατί ακριβώς αισθάνονται ότι θα έχουν «πολιτικό κόστος» από οτιδήποτε κι αν επιχειρήσουν, που ξεφεύγει από τα πατροπαράδοτα και τα καθιερωμένα. Το αποτέλεσμα είναι να εξακολουθεί να κυριαρχεί η παπαγαλία, να εξακολουθούν τα παιδιά να νοιώθουν απόλυτη αποστροφή για το μάθημα, να εξακολουθούν οι εκπαιδευτικοί να διαμαρτύρονται για το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων –και να μην τους ακούει κανείς, να εξακολουθεί η επιστημονική κοινότητα των ιστορικών να διαμαρτύρεται για τις ανακρίβειες, τις παρωχημένες οπτικές, για τα σφάλματα, τα οποία πολλές φορές δεν γίνονται τυχαία κ.ο.κ.

Γι’ αυτό το λόγο εδώ και αρκετά χρόνια έχει επιχειρηθεί να δημιουργηθούν νέα προγράμματα σπουδών. Στις πολιτισμένες δημοκρατικές χώρες, υπό την έννοια των εκσυγχρονισμένων εκπαιδευτικών συστημάτων που παρακολουθούν τις εξελίξεις στα πεδία των επιστημών της εκπαίδευσης, τα προγράμματα σπουδών είναι το θεμέλιο της εκπαίδευσης. Προσφέρουν όχι μόνο το θεωρητικό πλαίσιο, αλλά και περιγράφουν τι είδους πολίτες θέλουμε να βγάζει το σχολείο. Με βάση τα προγράμματα σπουδών προκηρύσσονται διαγωνισμοί και γράφονται σχολικά βιβλία, επιλέγεται το εκπαιδευτικό υλικό, καθορίζονται οι μέθοδοι της διδασκαλίας, γίνονται οι επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Είναι δηλαδή το Α, όχι το Ω, κάθε εκπαιδευτικού συστήματος. Στην Ελλάδα δυστυχώς τα προγράμματα σπουδών ήταν με πολλούς τρόπους πάντοτε υποβαθμισμένα, γιατί έχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που γενικώς είναι βιβλιοκεντρικό. Θεωρούμε δηλαδή ότι το Α και το Ω είναι το σχολικό βιβλίο, γεγονός που έχει καταστροφικές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ακυρώνει εν τη γενέσει του κάθε εγχείρημα ποιοτικής αναβάθμισης.

Κάνοντας μια σύντομη ανασκόπηση της πολύπαθης ιστορίας, τα τελευταία οκτώ χρόνια έχουν εκπονηθεί και ακυρωθεί τρία προγράμματα σπουδών Ιστορίας. Το πρώτο ολοκληρώθηκε το 2013, όταν ήταν υπουργός η Άννα Διαμαντοπούλου. Η ίδια συνέστησε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, ειδικών επιστημόνων στην ιστορία και τη διδακτική της, η οποία παρέδωσε πράγματι το πρόγραμμα σπουδών, και χωρίς να μάθουμε ποτέ γιατί, η υπουργός το έβαλε στο συρτάρι, δίχως να αξιολογηθεί και να δοκιμαστεί πιλοτικά. Λίγο αργότερα εκπονήθηκε ένα νέο πρόγραμμα σπουδών και πήρε ΦΕΚ δύο μέρες πριν από τις εκλογές, ενώ ήταν υπουργός ο Ανδρέας Λοβέρδος. Και αυτό δεν αξιολογήθηκε και δεν εφαρμόστηκε ούτε δοκιμάστηκε από την επόμενη κυβέρνηση. Στο τέλος του 2016 ο τότε υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης παρήγγειλε ένα νέο πρόγραμμα σπουδών.

Για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τον τρόπο λειτουργίας σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν δύο θεσμικοί φορείς στον χώρο της εκπαίδευσης: ο ένας είναι ο πολιτικός φορέας, ο υπουργός Παιδείας, και ο δεύτερος είναι ο επιστημονικός παιδαγωγικός φορέας του υπουργείου Παιδείας, δηλαδή το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, το οποίο νομικά και θεσμικά αποτελεί ανεξάρτητη αρχή. Το Υπουργείο παραγγέλνει στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και αυτό με την σειρά του καλεί ειδικούς και προκηρύσσει διαγωνισμούς προκειμένου να ολοκληρωθεί ένα έργο. Κάτι τέτοιο έγινε και σε αυτή την περίπτωση. Εγώ προσωπικά κλήθηκα στο τέλος του ’16 και επισήμως στις αρχές του ’17 να συνεισφέρω στη δημιουργία ενός νέου προγράμματος σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση. Το πρόγραμμα αυτό σταδιακά κάλυψε τις σχολικές τάξεις από την Γ΄ Δημοτικού μέχρι και την Β΄ Λυκείου. Ξεκαθαρίστηκε δε από την αρχή ότι δεν υπήρχαν πόροι, δεδομένου ότι βρισκόμασταν στο μέσο μιας φοβερής οικονομικής κρίσης. Επειδή όμως στην επιτροπή συμμετείχαν πολλοί έγκριτοι συνάδελφοι, με σπουδαίο επιστημονικό έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και ειδικοί πάνω στο αντικείμενο, θεώρησα ότι είχα καθήκον να συμβάλλω σε αυτό και μάλιστα χωρίς αμοιβή, όπως κάναμε όλοι μας. Η πατρίδα μας τότε βρισκόταν σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία και δεν υπήρχαν πόροι για τέτοιου είδους έργα.

«Η Ιστορία αποκτά νόημα και μπορεί να ελκύσει τους μαθητές μόνο όταν συνομιλεί με το παρόν»

ΠτΘ: Ποια ήταν η βασική στόχευση των προγραμμάτων σπουδών που κληθήκατε να συντάξετε;
Α.Π.:
Συστήθηκε τελικά μια εξαμελής επιτροπή ειδικών πανεπιστημιακών, η οποία πλαισιώθηκε σε λίγους μήνες από 15 εκπαιδευτικούς, με διδακτορικούς τίτλους, εξειδίκευση πάνω στο αντικείμενο και μεγάλη διδακτική εμπειρία. Οι 21 αυτοί άνθρωποι εργάστηκαν πάρα πολύ σκληρά επί τουλάχιστον δυο χρόνια προκειμένου να εκπονήσουν αυτά τα προγράμματα. Θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία βασικά χαρακτηριστικά αυτού του έργου. Πρώτον, ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που μια τέτοια επιστημονική επιτροπή αποτελούνταν από ειδικούς στην ιστορική εκπαίδευση. Δεύτερον, ήταν η πρώτη φορά που η πλειονότητα της  επιτροπής αποτελούνταν από πανεπιστημιακούς δασκάλους περιφερειακών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Και τρίτον, πρώτα απ’ όλα δημιουργήσαμε ένα σχέδιο του προγράμματος σπουδών, και το θέσαμε σε διαβούλευση με την εκπαιδευτική και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Και αυτό γινόταν για πρώτη φορά.

Πρέπει να υπογραμμίσω ότι έγιναν πολύ παραγωγικές και ουσιαστικές συζητήσεις και ότι η ανταπόκριση των φορέων που συμμετείχαν στον διάλογο ήταν εξαιρετική θετική. Σε γενικές γραμμές, για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα, το πρόγραμμα ήταν βαθιά καινοτόμο, για τους εξής λόγους: πρώτα, θέσαμε ένα πολύ βασικό στρατηγικό στόχο, ότι η σχολική Ιστορία δεν μπορεί να απέχει τόσο πολύ από την επιστημονική Ιστορία, η οποία έχει κάνει εντυπωσιακά άλματα τις τελευταίες δεκαετίες όχι μόνο διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα. Επιχειρήσαμε λοιπόν να προσπορίσουμε στον χώρο της εκπαίδευσης πολλές από τις συναρπαστικές κατακτήσεις της επιστημονικής Ιστορίας –που βλέπουμε μάλιστα να κατακτούν και το ενδιαφέρον του κόσμου στο δημόσιο χώρο. Γιατί θεωρούμε ότι η Ιστορία αποκτά νόημα και μπορεί να ελκύσει τους μαθητές μόνο όταν συνομιλεί με το παρόν. Αυτός είναι ένας πάρα πολύ βασικός κανόνας της παιδαγωγικής και όχι μόνο.

ΠτΘ: Τέθηκαν ζητήματα που ακριβώς αφορούν και στο παρόν, όπως η προσφυγική κρίση, η ξενοφοβία, ακόμα και ζητήματα που έχουν αναδειχθεί και πολιτικά, όπως οι γερμανικές αποζημιώσεις και φυσικά όλα αυτά υπό ένα πρίσμα περισσότερο κοινωνικό…
Α.Π.:
Ακριβώς. Είναι αυτό που σε μια πολύ ατυχή δήλωσή της η υπουργός Παιδείας, πριν από έναν περίπου χρόνο, ανέφερε ότι «δεν θέλουμε η Ιστορία να έχει κοινωνιολογικό χαρακτήρα». Εννοούσε προφανώς να μην έχει κοινωνικό χαρακτήρα. Φαντάζομαι ότι μετά από τις θυελλώδεις αντιδράσεις η υπουργός Παιδείας ενημερώθηκε ότι εδώ και δεκαετίες έχει αναπτυχθεί διεθνώς το πεδίο της Κοινωνικής Ιστορίας και υπάρχει ως πολύ βασικό κεφάλαιο σε όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα του κόσμου, ακόμη και στα πιο συντηρητικά.

«Η επιστημονική κοινότητα με ενθουσιασμό ανταποκρίθηκε στα προγράμματα σπουδών μας»

ΠτΘ: Να επιμείνω στην επιστολή της επιτροπής που εκπόνησε τα ΠΣ το 2019. Υπογραμμίζετε, μεταξύ άλλων, πως δεν υπήρξε ενημέρωση αρχικά για την απόρριψη του συγκεκριμένου έργου, όπως επίσης δεν υπάρχει ενημέρωση για το αν η επιτροπή αυτή έχει αντικατασταθεί με κάποια νέα, από ποια μέλη αυτή αποτελείται κ.ο.κ.
Α.Π.:
Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό θεσμικό ατόπημα.  Ο ίδιος ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτική Πολιτικής, που φέρεται ότι ηγείται μιας ανεξάρτητης αρχής, του ανώτατου εκπαιδευτικού και επιστημονικού οργάνου για τη σχολική εκπαίδευση, εξέδωσε μια ανακοίνωση ως απάντηση στην καταιγίδα διαμαρτυριών και καταγγελιών που ακολούθησε, από τον εκπαιδευτικό και από ένα μέρος του πολιτικού κόσμου. Μια ανακοίνωση στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει πως «τα προγράμματα σπουδών Ιστορίας του 2019 είχαν σημαντικά επιστημονικά και παιδαγωγικά προβλήματα και διακρίνονταν για την αποσπασματικότητά τους. Τα μειονεκτήματα αυτά προκάλεσαν την κριτική της επιστημονικής κοινότητας των Ιστορικών και όχι μόνο». Με λίγα λόγια, ισχυρίζεται ότι τα προγράμματά μας ήταν προβληματικά, αποσπασματικά και αντιεπιστημονικά και μάλιστα σε τόσο μεγάλο βαθμό που ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας των ιστορικών ζήτησε την απόσυρσή τους. Το ερώτημα που ανακύπτει έχει να κάνει με το πώς σχημάτισε αυτή την άποψη ο πρόεδρος του ΙΕΠ; Συνέστησε, όπως όφειλε, μια άλλη επιστημονική επιτροπή από ειδικούς στην Ιστορία και τη Διδακτική της, στην οποία ανέθεσε να αξιολογήσει τα προγράμματα σπουδών του ’18 - ’19; Η επιτροπή αυτή του ενεχείρισε μια έκθεση, τεκμηριωμένη επιστημονικά, με βάση την οποία αποφάσισε, για το καλό της ελληνικής εκπαίδευσης, να αποσύρει τα συγκεκριμένα προγράμματα; Δεν γνωρίζουμε να έχει κάνει κάτι τέτοιο. Δεν έχει δοθεί τίποτα απ’ όλα αυτά στη δημοσιότητα, εφόσον φυσικά έγιναν. Αυτό μας επιτρέπει να έχουμε εύλογες αμφιβολίες ότι δεν ακολουθήθηκε η θεσμική διαδικασία την οποία όφειλε, ως εκ της θέσης του να ακολουθήσει. Κι αυτό μπορεί να εγείρει και πολύ σοβαρές συνέπειες, δεοντολογικές και νομικές. Αυτό που γνωρίζαμε έως την ανακοίνωση του προέδρου του ΙΕΠ, ήταν ότι η επιστημονική κοινότητα με ενθουσιασμό ανταποκρίθηκε στα προγράμματα σπουδών μας και μας ενθάρρυνε να συνεχίσουμε.

ΠτΘ: Σήμερα πού βρισκόμαστε; Οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάσκονται την Ιστορία με βάση τα προγράμματα σπουδών του 2002-2003;
Α.Π.:
Συνεχίζουν να διδάσκονται με βάση τα σχολικά εγχειρίδια και το παλαιό πρόγραμμα σπουδών. Τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά: θα περιμένουμε κάποια στιγμή από μια επιτροπή, που προφανώς αντικατέστησε τη δική μας, να εκπονήσει ένα νέο πρόγραμμα σπουδών. Δεν γνωρίζουμε ποιον χρονικό ορίζοντα έχουν, ποια είναι η ειδίκευσή τους, σε τι θα στηριχτούν και αν θα το θέσουν σε δημόσια διαβούλευση. Το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι οι άνθρωποι που θα τα εκπονήσουν προφανώς θα αμειφθούν. Ίσως τελικά οι άνθρωποι που επελέγησαν να είναι πολύ ικανότεροι  και πιο αποτελεσματικοί από εμάς και να ολοκληρώσουν σε δύο ή τρεις μήνες. Ωστόσο, εάν  ακολουθηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, γίνει προκήρυξη και διαγωνισμός και δεν ακολουθηθεί η απευθείας ανάθεση σε «ημετέρους», θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο χρόνια για να δούμε νέα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας.

«Οι εθνικές ταυτότητες είναι προσδιορισμένες στον χρόνο και διαμορφωμένες μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες»

ΠτΘ: Σε ό,τι αφορά τη δήλωση αυτή καθ’ αυτή η κ. Κεραμέως είχε πει ότι σκοπός της Ιστορίας είναι να αναπτύσσει την εθνική συνείδηση. Δεν επιτυγχάνονταν αυτό μέσα από τα ΠΣ που εσείς ως επιστημονική επιτροπή εκπονήσατε;
Α.Π.: 
Η εθνική ταυτότητα και η εθνική συνείδηση δεν γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο παντού και από όλους. Επειδή ακριβώς περιμέναμε αντιδράσεις από εθνικιστικούς κύκλους, καταστήσαμε σαφές πώς πρέπει να συνδέσουμε τη διδασκαλία της Ιστορίας με την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης. Μεταφέρω αυτούσιο το απόσπασμα:  «Η διδασκαλία της Ιστορίας στοχεύει στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας, δηλαδή του αισθήματος του συνανήκειν σε μια εθνική κοινότητα, η οποία έχει διαμορφωθεί μέσα από μακρόχρονες ιστορικές διαδικασίες. Βασικός στόχος είναι η ανάπτυξη της κριτικής συλλογικής αυτογνωσίας, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να κατανοούν το παρόν μέσα στο οποίο ζουν και το περιεχόμενο της εθνικής τους ταυτότητας, δηλαδή να είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι η εθνική τους ταυτότητα και η συγκρότησή της έχουν ιστορία». Με άλλα λόγια, ότι η εθνική ταυτότητα δεν είναι κάτι γενετικά προσδιορισμένο. Δεν ανήκει στο αίμα, ούτε υπάρχει εθνικό αίμα. Η αντίληψη αυτή ταυτίζεται με την έννοια της φυσικοποίησης του αίματος, του έθνους και της φυλής, στην οποία είχαν κατά κόρον προβάλλει οι ναζί και ο φασισμός. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος στην Ελλάδα, που να βρίσκεται σε θέση ευθύνης στην εκπαίδευση, και να πιστεύει σε κάτι τέτοιο. Οι εθνικές ταυτότητες έχουν ιστορικότητα, είναι δηλαδή προσδιορισμένες στον χρόνο και διαμορφωμένες μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες –η θέση αυτή είναι σήμερα κοινός τόπος στις επιστήμες μας. Η ίδια παράγραφος καταλήγει στο εξής: «Η διδασκαλία της Ιστορίας έχει επομένως ως κύριο στόχο να καλλιεργήσει μια πλουραλιστική και ανεκτική εθνική ταυτότητα, η οποία θα είναι απαλλαγμένη από μισαλλοδοξία και ξενοφοβία. Αυτό συνδυάζεται με την καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης και την καλλιέργεια ανθρωπιστικών αξιών». Ποιος δημοκρατικός πολίτης θα διαφωνούσε με αυτό;

Όσον αφορά στη σύγχρονη Ιστορία, πρέπει να τονίσουμε κάτι που οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και οι γονείς γνωρίζουν καλά. Τα παιδιά μας διδάσκονται επί δέκα χρόνια Ιστορία και τελειώνουν το σχολείο χωρίς να έχουν διδαχτεί, ούτε περιληπτικά, την περίοδο του Μεσοπολέμου, δηλαδή την περίοδο της ανάδυσης του φασισμού και του ναζισμού, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον μεταπολεμικό κόσμο, την δικτατορία, το κυπριακό, κ.ο.κ. Γιατί αναρωτιόμαστε λοιπόν πώς η ελληνική νεολαία μπορεί να «σαγηνεύεται» από τη ρητορική αντιδημοκρατικών, ακροδεξιών, φιλοναζιστικών, φιλοφασιστικών κύκλων, όπως είναι η Χρυσή Αυγή; Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ιστορική γνώση δεν προσφέρει μόνο το μάθημα στο σχολείο. Ιστορία διδάσκουν και οι σχολικές γιορτές, στις οποίες, για παράδειγμα, αποθεώνεται και σε πολλές περιπτώσεις προβάλλεται ως πολιτικό πρότυπο ο Ιωάννης Μεταξάς. Ένας δικτάτορας ο οποίος υιοθέτησε τη φασιστική ιδεολογία και επιχείρησε να μεταφέρει στην Ελλάδα, στο μέτρο των δυνατοτήτων του βέβαια, το φασιστικό πρότυπο κράτους. Δεν πρέπει κάποια στιγμή η ιστορική εκπαίδευση στην Ελλάδα να εκδημοκρατιστεί πραγματικά; Ποιος φοβάται λοιπόν την Ιστορία;

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine

tzevelekidis