1989: Η απαρχή της αβεβαιότητας

23.10.2020 07:53

Του Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Η ιστορική πρωτοτυπία του Ψυχρού Πολέμου

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ανέδειξε μια ιστορική πρωτοτυπία που καθορίζει τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ενώ μέχρι τότε η ιστορική εμπειρία μάς δίδαξε ότι η αναθεώρηση των συνόρων των κρατών συντελείται στη διάρκεια του πολέμου και επισφραγίζεται με τις συνθήκες ειρήνης που ακολουθούν τη λήξη των εχθροπραξιών, με τον Ψυχρό Πόλεμο συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, προηγήθηκε η «συνθηκολόγηση» της ΕΣΣΔ, με την υπογραφή της διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατά τη σύνοδο κορυφής της ΔΑΣΕ, τον Νοέμβριο του 1990,  στο Παρίσι, και ακολούθησαν οι συνέπειες της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης που είχε λήξει. Ενώ οι συνθήκες ειρήνης οριοθετούν το μέγεθος των συνεπειών του πολέμου, οι συνέπειες του Ψυχρού Πολέμου είναι απροσδιόριστες και σε μέγεθος και σε διάρκεια και θα καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις μέχρις ότου αναδειχθούν δυνάμεις που θα εξισορροπήσουν την αμερικανική υπεροπλία. Μάλιστα, όπως αποδεικνύει η καθημερινή εμπειρία των εξελίξεων, οι επιπτώσεις του τέλους του Ψυχρού Πολέμου δεν εξαντλούνται στον πολιτικό χάρτη, με την επανένωση και τη διάλυση κρατών, διαδικασία που συνεχίζεται (Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, αυτονομιστικά κινήματα).

Οι συνέπειες αυτού του αντισυμβατικού τέλους του Ψυχρού Πολέμου χωρίς οριοθετήσεις, απελευθέρωσε τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς χωρίς περιορισμούς: —στην οικονομία, διότι επεξέτεινε τη δράση της σε ολόκληρη την υφήλιο
—στην πολιτική, όπου κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός και ιδιαίτερα
—στον κοινωνικό τομέα, όπου το κεφάλαιο ανακαλεί όλες τις παραχωρήσεις που του επέβαλε ο ιδεολογικός πόλεμος των δύο συστημάτων.

Επιπλέον, ο Ψυχρός Πόλεμος, ως αντισυμβατικός –αφού δεν προηγήθηκαν του τέλους του μάχες και καταστροφές–, δεν συνοδεύτηκε από τη «δημιουργική καταστροφή» των συμβατικών πολέμων, τη σωρό των ερειπίων που κατέλειπαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, με συνέπεια την αδυναμία απορρόφησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου και την όξυνση των ανταγωνισμών των συμφερόντων για την πλήρωση του κενού που δημιούργησε η διάλυση της ΕΣΣΔ. Πρόκειται για μία από τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε.

Η Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου απέδειξε ότι η Ευρώπη δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τις συνέπειες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων που προκάλεσαν οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί, διότι ανέδειξε την αδυναμία της να καταλάβει το κενό που άφησε η διάλυση της ΕΣΣΔ, είτε αυτό αφορούσε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές είτε την επιρροή της σε ολόκληρο τον κόσμο. Ανεπιφύλακτα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, αντίθετα, ενίσχυσε την επικυριαρχία των ΗΠΑ και την εξάρτηση της Ευρώπης από την Ουάσινγκτον. Κυρίως όμως η διάλυση της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, που συσπείρωναν τη Δύση απέναντι στο «αντίπαλο δέος», επανέφερε τα ρήγματα και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ισχυρά κράτη, ιδιαίτερα της Ευρώπης.

Όμως, η σημαντικότερη επίπτωση της διάλυσης της ΕΣΣΔ στην πορεία της Ευρώπης εστιάζεται στο γεγονός ότι τροχοπέδησε δια παντός την ευρωπαϊκή εμβάθυνση και την ενοποίηση, η οποία ήταν εφικτή στο τότε ολιγομελές σχήμα της ΕΟΚ, το οποίο απαρτιζόταν κατά κανόνα από αναπτυγμένες χώρες. Διότι η επανένωση της Γερμανίας ανέτρεψε τους μέχρι τότε συσχετισμούς εντός της ΕΟΚ, ενώ στην ισχύ της προσετέθη και η αύξηση της επιρροής της εντός του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, με την ένταξη στις ευρωπαϊκές δομές των ανατολικών κρατών, αποδυναμωμένων οικονομικά, επί των οποίων ιστορικά ασκούσε επιρροή. Έτσι, τα 12 κράτη μέλη της ΕΟΚ που υφίσταντο κατά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αυξήθηκαν το 1995 σε 15, με την προσθήκη άλλων τριών αναπτυγμένων κρατών, για να ακολουθήσουν οι διευρύνσεις του 2004, του 2007 και του 2013, με την ένταξη δυσανάλογα μεγάλου αριθμού χωρών στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη που κατέστησαν ανέφικτη την πολιτική εμβάθυνση  αλλά και την οικονομική ενοποίηση λόγω της μεγάλης οικονομικής απόκλισής τους.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επέφερε τόσες ανατροπές στην Ευρώπη, όπως η επανένωση της Γερμανίας, η ενσωμάτωση της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, για τις οποίες δεν υπήρχε το θεσμικό πλαίσιο να τις ενσωματώσει ώστε να οδηγήσει σε ένα ανώτερο στάδιο, με αποτέλεσμα την αναβίωση των οικονομικών εθνικισμών και των κοινωνικών αδιεξόδων.

Το «νόθο τέκνο» του κομμουνισμού αργοπεθαίνει

Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η ΕΕ απεμπόλησε τις δημοκρατικές αρχές και την υποσχόμενη ευημερία πάνω στις οποίες οικοδομείτο η ΕΟΚ, τις οποίες διασφάλιζε η απειλή του αντίπαλου ιδεολογικού δέους. Όπως διαπιστώνει ο Eric Hobsbawm στην «Εποχή των άκρων»: «Τα πιο διαρκή αποτελέσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης, επιδίωξη της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, συνίστανται στη διάσωση του ανταγωνιστή της, τόσο στην περίοδο του πολέμου όσο και της ειρήνης». Διότι χωρίς τη νίκη της ΕΣΣΔ επί του Χίτλερ «ο Δυτικός κόσμος πιθανότατα θ’ αποτελούνταν σήμερα από μια σειρά παραλλαγών αυταρχικών και φασιστικών καθεστώτων». Ειδικότερα στην περίοδο της ειρήνης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «τον ανάγκασε να αυτομεταρρυθμιστεί για ν’ ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τής συστημικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού- σοσιαλισμού».

Ο Ούλριχ Μπεκ μάλιστα μας υπενθυμίζει ότι «το κοινωνικό κράτος είναι νόθο τέκνο του κομμουνισμού, γεννημένο από τον φόβο απέναντί του». Γι’ αυτό ανακαλείται. Δεν υπήρχε πλέον λόγος το κεφάλαιο να προβαίνει σε παραχωρήσεις. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι μετά το 1989 άρχισαν οι μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη που αποκαθηλώνουν τα «κεκτημένα» των εργαζόμενων. Ο διάσημος οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, σε παλαιότερη συνέντευξη σε αθηναϊκή εφημερίδα, μας υπενθύμισε ότι «όπως είπε κάποτε με κάθε ειλικρίνεια ο κεντροδεξιός πρόεδρος της Γαλλίας Ζισκάρ ντ’ Εστέν, η ευρωπαϊκή ενοποίηση καθιστά τον σοσιαλισμό παράνομο. Σήμερα, παράνομος στο πλαίσιο της Ε.Ε. είναι όχι μόνο ο σοσιαλισμός αλλά και ο κεϋνσιανισμός».

Η «κρίση της νίκης»

Η αλήθεια είναι ότι στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, η πολιτική ζωή «τσιμεντοποιήθηκε» σε Δύση και Ανατολή, με αποτέλεσμα οι θεσμοί του παρελθόντος να παραμένουν αναλλοίωτοι στα κράτη της Δύσης και να εκφράζουν παρωχημένες ανάγκες των κοινωνιών. Έτσι δημιουργήθηκε ένας διπλός κόσμος, τα μέρη του οποίου δεν συμπίπτουν: Ένας κόσμος των παρωχημένων πλέον πολιτικών θεσμών και ένας κόσμος της καθημερινής πολιτικής πράξης που ασφυκτιά εγκλωβισμένος στο παλιό πολιτικό πλαίσιο, οι οποίοι ανήκουν στις δύο διαφορετικές εποχές, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου και τη μετέπειτα. Με άλλα λόγια, τα αδιέξοδα της σημερινής κοινωνίας συνδέονται με το γεγονός ότι παντού δραστηριοποιούνται αποκλειστικά πολιτικές δυνάμεις και θεσμοί οι οποίοι προϋπήρχαν των αλλαγών και όχι θεσμοί που πρέπει να συγκροτηθούν με προοπτική τα νέα και μελλούμενα προβλήματα.

Το αρνητικό για τη χώρα μας και την Ευρώπη είναι ότι οι αλλαγές που επιβάλλονται γίνονται με τη λογική του παρελθόντος, πρόκειται δηλαδή για «φτιασιδώματα» που επιτείνουν τα αδιέξοδα αντί να προσφέρουν λύσεις, γι’ αυτό και κατακρημνίζουν το βιοτικό επίπεδο των λαών. Αυτό το κενό ανάμεσα σε θεσμούς και σε σημερινές κοινωνικές ανάγκες είναι επόμενο να δημιουργεί ανασφάλεια, την οποία οι λαοί προσπαθούν να υπερβούν επιστρέφοντας σε παλιές βεβαιότητες, όπως ο εθνικισμός.

Όπως λέει πάλι ο Ούλριχ Μπεκ, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Δύση βιώνει την «κρίση της νίκης», άρα οι στόχοι της κοινωνικής εξέλιξης πρέπει να διατυπωθούν εκ νέου. Γιατί; Όπως υποστήριξε ο Μοντεσκιέ, «οι θεσμοί καταστρέφονται  με τη νίκη τους». Ποιος αλλάζει μια «ομάδα» όταν «κερδίζει»; Διότι οι θεσμοί, ως «επιτυχημένοι», θεωρούνται αναντικατάστατοι, με αποτέλεσμα να ξεπερνιούνται από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας που τρέχουν και να μεταβάλλονται σε τροχοπέδη.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine

tzevelekidis