Το λυχνάρι

15.10.2020 06:12

Του Θράκα Σπορέα

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Είναι φορές που αισθάνομαι ότι ο σημερινός άνθρωπος, σε πολλά σημεία του, λίγο έχει αλλάξει από τον παλαιό εκείνο άνθρωπο που ζούσε μονάχος στις ερημιές και τα σπήλαια.

Με μια διαφορά. Εκείνος ο άνθρωπος όμως λίγη σημασία έδινε στα υλικά αγαθά είτε όταν ζούσε μοναχός είτε όταν άρχισε να συναθροίζεται για να αντέχει τις κακουχίες της εποχής του. Ζούσε σε ένα χώρο αδειανό, τόσο άδειο που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα στην ζωή του. Έτσι είχε για Θεό του την αστραπή, την βροντή, τον ήλιο, το άγριο θηρίο που δεν ήταν ικανός να τιθασεύσει ή να σκοτώσει. Καλώντας ο χρόνος κι αποκτώντας σταθερή κατοικία και υλικά αγαθά δεν μπορούσε να χωνέψει Θεό με μορφή άλλη απ´ την δίκη του κι άρχισε να στήνει κοσμοθεωρίες και θρησκείες που πατούσαν πάνω στον άνθρωπο, αλλά το θαύμα πάντα έβρισκε τον τρόπο να είναι στην ζωή του.

Έφτασε κι το σήμερα που η ύλη κυλά άπλετα στα χέρια του, αλλά το θαύμα χάθηκε από παντού. Καχυποψία και δυσπιστία επικρατεί παντού. Όλα έχουν μια εξήγηση, μια ρίζα κι ο Θεός όπως τον μάθαμε ξεθωριάζει στο εικονοστάσι, όπου υπάρχει, στο πέρασμα του χρόνου. Έχει απομείνει ο άνθρωπος να κρατά ύλη κι ακόμη περισσότερη ύλη κι δύναμη, να της δίνει υπόσταση όμοια με την θεϊκή αλλά αυτή συνεχίζει να ρέει κενή, χωρίς θαύματα. Να αποκτά για αυτόν αξία μόνο ποσοτική, όσο και τα μέτρα που της δίνουμε όταν την μετρούμε. Έφτασε εκείνη η αποφράδα μέρα που κάθε πρόοδος του ανθρώπου έχει παύσει να έχει ποιοτική αξία κι μετριέται από τα αποκτήματα που του δίνει.

Λογικό το αποτέλεσμα να έχουμε φτάσει να λέμε ότι είναι καλός εκείνος που ΄χει πέντε αργύρια παραπάνω, ένα αμάξι καλύτερο - ομορφότερο απ´ το δικό μας, ένα σπιτικό με ένα δώμα περισσότερο από το δικό μας, ένα εξοχικό απέναντι στο κανένα δικό μας. Επικρατεί η τάση είναι πετυχημένος, είναι καλύτερος αυτός με τα περισσότερα υλικά αγαθά κι πρέπει να είμαι κοντά του. Φτάσαμε να λέμε ότι είναι καλός εκείνος που ‘χει μια εξουσία περισσότερη απ´ την δίκη μου, που ορίζει περισσότερους ανθρώπους από εμάς, ναι ο καθένας μας ορίζει κάποιους ανθρώπους ή έστω μονάχα τον εαυτό του. Είναι πετυχημένος, είναι  καλύτερος από εμένα πρέπει να είμαι κοντά του.

Αφήνουμε έτσι να ορίζουν την ζωή μας πράγματα άχρηστα, μ´ αξία πρόσκαιρη κι εφήμερη, σήμερα υψηλή αύριο μηδενική. Έτσι δίνουμε αξία σε κάθε Κιμ (Καρντάσιαν) να ορίζει την ζωή μας, σε κάθε influencer να μας δίνει πρότυπα, να μας προστάζουν να διαβάζουμε λιγότερο, να σκεφτόμαστε ακόμα λιγότερο κι εντέλει να δίνουμε αξία σε κάθε αγοραίο κι όχι στο πηγαίο, στο πρότυπο, στο συναίσθημα που ‘χουμε μέσα μας, κάνοντας εαυτούς άβουλους αμνούς που ακολουθούν τον καθένα που θέλει να ορίζει την τύχη μας.

Όμως ελκόμαστε απ’ το φως των σκιών, τυφλωνόμαστε από φώτα χωρίς φως, ετερόφωτα κι χάνουμε τα φώτα εκείνα απ´ τα οποία κρέμεται η κλωστή που μας κρατά πάνω από την άβυσσο. Σπίθες που μας κρατούν ενωμένους με το Θείο, το Υπερφυσικό, το Άυλο, το χωρίς μορφή που μας δίνει ζωή κι μας κρατά στην ζωή. Αφηνόμαστε να κυλήσουμε στην άβυσσο του αλληλοσπαραγμού για κάτι που δεν είχαμε κι που δεν θα έχουμε όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο. Ομοιάζουμε με τον Σίσυφο κι που μάταια ανεβάζουμε την ύλη στην κορφή της βιωτός μας για να διαπιστώσουμε ότι αυτή χάνεται κι ξαναγυρνά εκείνη που ήταν πάντα, στην άβυσσο.

Χάνουμε τα μικρά «φωσάκια» που έχουν τη ίδια μορφή από πάντα, τόσο για τον παλαιό άνθρωπο όσο κι για τον σύγχρονο όσος χρόνος κι αν περάσει. Όμοια με τα πανάρχαια λυχνάρια που το φως τους οφείλονταν στο λάδι κι στέκουν χρόνια, απ’ την αρχή, καλά φυλαγμένα μέσα μας, να τρεμοπαίζουν το αχνό φως τους κι περιμένουν να τα δούμε, πέρα από το εκτυφλωτικό φως των σκιών κι να τ’ακολουθήσουμε, να βρούμε τον δρόμο μας κι να μην κατακρημνιστούμε στην άβυσσο.

Τυφλοί γαρ, η κατρακύλα μας συνεχίζεται προς το παγερό τέλος της σκληροκαρδίας, χωρίς σταματημό. Ξεφτάμε, ως άνθρωποι, από κάθε τι καλό, από κάθε τι αγαθό ώσπου στο τέλος να μείνει εκείνο το λυχναράκι να τρεμοπαίζει κι εντέλει να σώζεται το λάδι κι τελευταία σπίθα να χάνεται στην σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συναντήσει τον Δημιουργό της.

Μια στάση θέλει, μια σκέψη θέλει κι ζωή μας θα γίνει απείρως πιο ήρεμη, πιο όμορφη, πιο χαλαρή.

Φωτό λεζάντα: Έργο του Μπάνκσι

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine