Τον άρτον ημών τον επιούσιον

01.08.2020 10:46

Toυ Αντώνη Χαριστού*

Του καλοκαιριού... Short Stories

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Τα σύννεφα, πυκνωμένα με διάφανες σταγόνες βρόχινου λίπους, κρέμονταν απελπισμένα στον ουράνιο θόλο των Αθηνών. Τυμπανοκρουσίες ανέμων διασάλευαν την ανθρώπινη τάξη προαγγέλλοντας την έλευση του χειμώνος, βαριεστημένου αρχικώς, φουριόζου στη συνέχεια, έτοιμου να αγκυροβολήσει στις σκέψεις του επικείμενου πολέμου καθώς φούντωνε τα πλευρά του να εξαπολύσει ποταμούς αίματος όπως αναγιγνώσκει το χώμα της γης που καρτερικά αναμένει τη ζωοδόχο πηγή προελεύσεως των δεινών.

Οι σειρήνες έπλαθαν με βροντόφωνες ιαχές τα πένθιμα αμαλγάματα του μέλλοντος κόσμου και πολίτες όλων των ηλικιών, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ξαμολήθηκαν σε κάθε γωνιά της πρωτευούσης προκειμένου να διαδώσουν το μήνυμα αντίστασης και ελευθερίας.

Στον ατομικό τους μικρόκοσμο ο ηρωισμός γιγαντώνονταν με άλματα ψευδαισθήσεων. Οι κοινωνικές διαφορές ισοπεδώθηκαν κι ένα αίσθημα ισότιμης θέσης στη μοίρα τού έθνους χάιδευε τις προθέσεις των. Αναλογικά με το ύψος του καθενός, η ιστορία έπλαθε ανδραγαθήματα και παράσημα όπως ευνουχίσει τη μακαριότητα των στιγμών καθώς δραπετεύει στη φαντασιακή θέσπιση της προσωπικότητας.

Εκατοντάδες χιλιάδες από δαύτες απέκτησαν ομοιόμορφη εμφάνιση, ενδύθηκαν κοινούς στόχους και πεποιθήσεις και στο τέλος αποχαιρέτισαν την καθημερινότητα της ατάραχης διαβιώσεως στον κόσμο των αντιθέσεων, όπως προασπίσουν τον τελευταίο απ’ τις επιθετικές διαθέσεις αλλωνών αντιθέσεων σε μορφή Ρωμαίου Αυτοκράτορος και σκηνικά αφηγηματικής πολυτελείας.

Κίνησαν οι άλλοι, κίνησε και ο Δημητρός να καταταχτεί εθελοντής στο μέτωπο. Απ’ τις φτωχογειτονιές του Πειραιώς και την ελεημοσύνη των δημοτικών αρχών, αμούστακο αγόρι περιφέρονταν να εξαργυρώσει τις τύχες του στη μητέρα πατρίδα. Στο κέντρο νεοσυλλέκτων στο Χαϊδάρι έλαβε στρατιωτικό χιτώνιο και άρβυλα. Αρκούσαν για να εγκωμιάσει τους γείτονες που ένα πρωί αποφάσισαν να επεκτείνουν κατά το δοκούν τα σύνορά των. Ψωμί με βούτυρο και συνοδεία τσαγιού γοήτευαν τα θερμαινόμενα πέλματα των ποδιών του, καθώς οι απολήξεις τού στομάχου ρουφούσαν τα υγρά κάλλη της φύσεως σε μία περιποίηση άνευ προηγουμένου. Ήτο τέτοιου μεγέθους η θαλπωρή την οποία βίωνε στο στρατόπεδο, κοιμόταν και ξυπνούσε με τα άρβυλα και τα στρατιωτικά ενδύματα. Ο Δημητρός κολυμπούσε στον πυθμένα αγαλλίασης. Κι όσο τα νέα που μεταδίδονταν έκαναν λόγο για την επέκταση των εχθροπραξιών στα ελληνοαλβανικά σύνορα τόσο η χαρά καρπώνονταν τους βλαστούς μίας ανόθευτης πραγματικότητας. Έπειτα, τους φόρτωσαν στις παλάμες των χεριών τυφέκια, βαριά και ασήκωτα, όπως αντισταθούν με τη σειρά τους στον επίδοξο κατακτητή. Μα, ο Δημητρός απολάμβανε τα άρβυλα που έγλειφαν με θέρμη τα πέλματα των ποδιών του και κάθε τόσο θωρούσε επιμελώς το στρατιωτικό χιτώνιο χοντρό καθώς ήτο σε πάχος αγκάλιαζε με καλοσύνη τα κόκκαλά του. Με αυτό το αίσθημα θαλπωρής της μητέρας πατρίδας ο Δημητρός τράβηξε για το μέτωπο μαζί με άλλους.

―Ίνα υπερασπιστείτε τα πάτρια εδάφη, τόνισε στο τελευταίο εγερτήριο ο συνταγματάρχης προτού επιβιβαστούν οι μελλοθάνατοι στο κομβόι.

―Θα πάρουμε και τα άρβυλα μαζί μας;, μία φωνή υψώθηκε απ’ το βάθος των οπλιτών. Τα γέλια απλώθηκαν με ταχύτητα φωτός. Οι φωνές των αξιωματικών αποκατέστησαν την τάξη. Ο συνταγματάρχης δεν απάντησε στον κακοήθη φαρσέρ. Έστρεψε το βλέμμα αποδοκιμασίας κι έδωσε το σύνθημα αναχωρήσεως.

Και καθώς τα άκρα χεριών και ποδιών εξακολουθούσαν να κείτονται ανάμεσα στις παραλιακές ακτές των αρβυλών και τα μακροβούτια του χιτωνίου, ο Δημητρός έσπερνε δόσεις ικανοποίησης υποβάλλοντας εαυτόν σε διαδικασία αποθεώσεως. Τα γεύματα πολλαπλασιάστηκαν και νέα ενδύματα προμηθεύτηκαν για να αντιμετωπίσουν τον δριμύ χειμώνα με τα κύματα λάσπης και τους αφρώδεις κήπους χιονιού να γδέρνουν ολοένα τη φύση που λούφαζε κάτω απ’ το βάρος των. Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των επιχειρήσεων με τις σφαίρες αδέσποτες να κυκλοφορούν πότε δεξιά και πότε ζερβά αναζητώντας το σώμα σποράς. Ο Δημητρός κρύβονταν πίσω απ’ το τυφέκιο και προσεύχονταν σφίγγοντας με πάθος τα δάκτυλα ανάμεσα στις οπές των αρβύλων, φυσώντας ξεφυσώντας τους θερμαινόμενους αεραγωγούς των πνευμόνων, όπως ζεστάνει τα νοτισμένα κρυοπαγήματα των καιρών. Και καθώς οι συνοδοιπόροι του έπεφταν σαν τις μύγες ο ένας μετά τον άλλο ματώνοντας τους πρόχειρους τάφους των στο αλβανικό μέτωπο, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία όπως δοκιμάζει ρούχα και υποδήματα  ανθεκτικότερα στο διάβα του πολέμου.

Και περάσαν οι μήνες μπαλωμένοι πτώματα, και ο Δημητρός επέστρεψε βαστώντας με θάρρος το στρατιωτικό χιτώνιο και τα άρβυλα κάποιου άλλου στρατιώτη. Και εισήλθαν οι Γερμανοί με τις μηχανοκίνητες ταξιαρχίες και σταμάτησαν απότομα τα επινίκια με τα τρία γεύματα ημερησίως. Η Αθήνα πλημμύρισε φτώχεια και πείνα. Επί μέρες περιπλανήθηκε άδοξα προτάσσοντας το μετάλλιο ανδραγαθίας, που του απονεμήθηκε, καρφιτσωμένο στο πέτο. Το αντάλλαξε για μία θέση στα κινούμενα νεκροταφεία του δήμου. Πράγματι, ουδείς αναλάμβανε τη μεταφορά των αποθανόντων στα κράσπεδα των λεωφόρων που σωριάζονταν σε ταυτόσημη στάση με το τσιμέντο των δρόμων. Όταν για πρώτη φορά βρέθηκε ενώπιος ενωπίω με την όψη της γυναικείας φιγούρας, ρακένδυτης με τις κοκάλινες ραβδώσεις διογκωμένες και τους μαστούς αφυδατωμένους και ατροφικούς, έμεινε εμβρόντητος. Μονάχα τα καστανά της μαλλιά μαγνήτιζαν την ομορφιά αλλοτινών εποχών. Επί δύο μέρες κοσμούσε την καθημερινότητα των περαστικών έως ότου η ξύλινη καρότσα με τη μονότονη ρόδα απαλλάξει το αποτρόπαιο θέαμα απ’ τη βιτρίνα τής πόλεως. Η θλίψη δάγκωνε τα ψυχικά του αποθέματα ανθρωπιάς. Κλείδωσε τον κόμπο σπαραγμού που σκαρφάλωνε επιδεικτικά στον λάρυγγα και, αφού έραψε τα χείλη απ’ τον φόβο των αδάμαστων ενορμήσεων του θανάτου, τοποθέτησε το πτώμα σαν ένα σακί γεμάτο πατάτες στην πλάτη της καρότσας. Έπειτα, συνέχισε το δρομολόγιο όπως καθαρίσει την πρωτεύουσα από τα υπολείμματα της νέας τάξης πραγμάτων.

Δύο μερίδες φαγητού, ρούχα και ατομικό δωμάτιο στο παρεκκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνος συναρμολογούσαν την απτή απόδειξη επιβίωσης. Οι πρώτες νύχτες κατέτρωγαν τη σκέψη του. Οι στοιβαγμένοι στην καρότσα στοίχειωναν την αθέατη πλευρά της συνειδήσεώς του. Τόσο πόνο δεν εισέπραξε στο μέτωπο όταν αντάλλασσε μετάλλια δόξης γδύνοντας νεκρούς στρατιώτες. Με τους δείκτες τού χρόνου να κυλούν στον δικό τους ρυθμό, η διακομιδή των πτωμάτων απ’ τους δρόμους και τις πλατείες στη χωματερή, όπου θάβονταν μαζικά, μετατράπηκε σε επικερδή εργασία η οποία προσέδιδε κύρος στο μεσημεριανό τραπέζι και τον βραδινό, ημερήσιο, απολογισμό. Σταδιακά εξελίχθηκε σε ζηλευτή θέση η οποία προκάλεσε ανταγωνισμούς στα ενδότερα των θεσμικών φορέων. Ήτο Παρασκευή, αρχές Μαΐου, όταν η άνοιξη εισέρχονταν ορμητικά στο παραμελημένο περιβάλλον των Αθηνών. Ακρωτηριασμένη η τελευταία ευωδίαζε στα κλινοσκεπάσματα της φύσης που με επιδεξιότητα άπλωνε να ασπαστεί την ατμόσφαιρα. Κίνησε και ο Δημητρός για τον καθιερωμένο περίπατο, αναζητώντας τον κάματο της ημέρας συμπυκνωμένο σε σάρκες οδόντων και κοκάλων.

―Ε, εσύ!, ακούστηκε ένας κρότος απ’ το βάθος του δρόμου.

Ο Δημητρός δεν αντέδρασε. Φόρτωσε στην καρότσα το πτώμα και έκανε να συνεχίσει.

―Ε, εσύ! Στάσου!, αυτήν τη φορά η φωνή επανήλθε με αποφασιστικότητα. Το απότομο αυτής κέντησε την επιβεβλημένη σιωπή στον ιδρώτα του προσώπου του. Εκείνος απόθεσε την καρότσα στο έδαφος. Ανάσαινε βαθιά όση ώρα επιπόλαιες σκηνές για το αίνιγμα που κρύβονταν πίσω του ξεπρόβαλαν στο κινηματογραφικό σεντόνι του μυαλού. Έστρεψε αργά το βλέμμα του και το απώθησε στον άνδρα που έρχονταν προς το μέρος του.

―Είσαι ο Δημητρός;

―Εσύ ποιος είσαι;, έκανε εκείνος με αδύναμη φωνή επιχειρώντας να ελέγξει το πλήθος ενοχών που βάρυναν τους ώμους του.

―Από σήμερα εγώ θα κουβαλώ την καρότσα.

―Πώς!..., πρόφτασε να ψελλίσει ο Δημητρός.

―Θα φύγεις και απ’ το δωμάτιο. Θα έρθω το βράδυ να εγκατασταθώ εγώ. Και τα ρούχα, είναι πλέον δικά μου.

―Τα ρούχα;, ρώτησε έντρομος, και οι καρδιακοί παλμοί εξόκειλαν απ’ τα δάπεδα της προϊστορίας καθώς οι θύμησες ξεδιπλώνονταν με άλματα απ’ το χρονοντούλαπο του παρελθόντος.

―Και τις αρβύλες!

Ήτο η βαλβίδα που καρφώθηκε κατάστηθα κι εξαπέλυσε την τελευταία αποστροφή σωφροσύνης. Ο Δημητρός άρχισε να γδύνεται μπροστά στον άγνωστο άνδρα. Όταν έφτασε η ώρα για τα άρβυλα περίφερε το βλέμμα του στον κόσμο που τον περιτριγύρισε με περιέργεια να χαζέψει το θέαμα. Απόθεμα ντροπής κλείδωσε τις κινήσεις του. Κάρφωσε τη ματιά του στον σωρό πτωμάτων της καρότσας και τράπηκε σε φυγή ολόγυμνος με μόνη συντροφιά τα άρβυλα. Ήτο τέτοια η ένταση της στιγμής που τα πνευμόνια του στράγγισαν τα τελευταία ίχνη οξυγόνου. Βρέθηκε στη χωματερή με τους σκελετούς να συνθέτουν βουνά νεκροταφείων. Τα κόκαλα κι ελάχιστα δείγματα ξεχασμένης σάρκας συγκροτούσαν το τοπίο παραφροσύνης. Ο Δημητρός, με τις ιαχές να πλησιάζουν απειλητικά, κρύφτηκε ανάμεσά των τοποθετώντας πτώματα πάνω του. Σε λίγο, τα ποδοβολητά πολλαπλασιάστηκαν και περικύκλωσαν τον χώρο. Ο φόβος καιροφυλακτούσε τις αναθυμιάσεις. Οι φωνές διογκώνονταν όση ώρα στάλες πετρελαίου έσταζαν στο πρόσωπό του. Η φωτιά που απλώθηκε σαν πύρινη γλώσσα κατέκαψε τα ερείπια της ανθρώπινης τραγωδίας.

Και ο ήλιος εξοβέλιζε τα σύννεφα καπνού πάνω απ’ την Αθήνα θερμαίνοντας τις ελπίδες των ανθρώπων για το ψωμί του μεσημεριού.

*Ο Αντώνης Χαριστός είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος. Ιδρυτής της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τα έργα πεζογραφίας: Τέσσερις ανάσες ελευθερίας (Locus 7 – Άλλωστε, Αθήνα 2016), Μέρες νηστείας (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2018), μποστάνι Δημοκρατίας (Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020), καθώς και τα θεωρητικά έργα Μανιφέστο ανθρωπιστικής τέχνης (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2018), Υπερρεαλισμός και η αυτονόμηση των ιδεών (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2019). Επίσης, είναι επιμελητής του ετήσιου θεωρητικού φιλολογικού οργάνου «Κλίβανος» της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, καθώς και των μηνιαίων εντύπων Λογοτεχνικό Δελτίο, Ποιητικά τοπία και του τετράμηνου έντυπου κριτικών αναφορών Εκδοτικά νέα. Έχει σκηνοθετήσει και επιμεληθεί σενάρια στις ταινίες μικρού μήκους «Επιθυμώ», «Πολφός αίματος» και «Ομφαλλός κολπορραγίας».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine

tzevelekidis
ehealthmonitoring