Καλοκαίρι

01.08.2020 10:32

Του Αλέξανδρου Η. Στυλιανίδη*

Του καλοκαιριού... Short Stories

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

―Είδες; Πάλι ήρθε το καλοκαίρι.

―Ναι, ήρθε, πάντα έρχεται.

Ρίπισε ο αέρας και τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν, κατέβηκε πιο κάτω ο ήλιος και ο ιδρώτας κρεμάστηκε από το μέτωπο, ή πράγματι ανασάλεψε ο μίσχος μέσα από την πέτρα; Δεν μπορεί να ξεγελάστηκαν τόσο οι αισθήσεις. Ας κρυφτεί ο αέρας πίσω από τον ήλιο, ο ήλιος πίσω από τη σκιά του, κι ας φανερωθεί η αλήθεια. Μα δες, πάλι ανασαλεύει! Ξανά και ξανά, η επιφάνεια της πέτρας κυματίζει, σαν θάλασσα που αρχίζει να κινείται όταν το απόγευμα πλαγιάζει πάνω της.

Θα μπορούσαν όλοι οι μίσχοι να αντικρίσουν αυτό το θαύμα, θαύμα εφόσον δεν αμφισβητήσουν τη φυσική τάξη των πραγμάτων, να αγγίξουν την πέτρα που πάλλεται από ζωή, ζωή εφόσον δεν θεωρήσουν αυτονόητη την ιδέα του θανάτου. Κι όμως, μπορεί και να το αντικρίζουν, μπορεί και να την αγγίζουν. Ήρθα το απόγευμα και είδα φως. Είναι το φως του καλοκαιριού, οι αισθήσεις μου που κρύβονται στις πιο απίθανες γωνιές του εγκεφάλου δεν σφάλλουν.

―Τι λες; Θα κρατήσει το καλοκαίρι;

―Ναι, θα κρατήσει, γιατί όχι, πάντα κρατάει.

Αυτός ο μίσχος όμως δεν αναδιπλωνόταν μόνος του μέσα στο εύπλαστο περίβλημα της πέτρας. Συμπαρέσερνε τα δυο φύλλα στα οποία κατέληγε. Το ένα πιο χαμηλά, το άλλο πιο ψηλά, και τα δυο πάντως φαίνονταν να διαπλέκονται στην πιο δομική ενότητα της φύσης. Και ήταν βαθυπράσινα, δίνοντας την εντύπωση ότι μπορούσαν να θεραπεύσουν κάθε πληγή που θα άνοιγε στη φύση. Και ήταν λογχοειδή, σαν να ετοιμάζονταν να εξακοντίσουν την πηγαία τους δύναμη ενάντια σε εχθρούς. Πράγματι, δες τα νεύρα που ξεπετάγονται από τη σάρκα τους! Τραχύτητα και κομψότητα μαζί. Πατώντας στέρεα στη γη, υψώνονται μέχρι τον ουρανό.

Όταν ο πρωτογονισμός της γης διαχέεται στα εξευγενισμένα ήθη του ουρανού, τι θα μπορούσε να ταράξει αυτό το ειδυλλιακό απόγευμα στην καρδιά του καλοκαιριού; Είναι χαρά ή αδιάφορη προσμονή του πληρώματος του χρόνου; Τρίβω τις ίνες μία μία και η παλάμη μου πρασινίζει. Ήδη το οξυγόνο περνά ορμητικότερα μέσα από τους πόρους μου. Ανάσα! Άρα ζωή, άρα χαρά, άρα περπάτησα κάποτε στις κορυφές των λόφων και άπλωσα το χέρι μου για να κρατήσω λίγο αέρα.

―Κι αν ξεσπάσει μπουρίνι; Προλαβαίνεις να κρυφτείς;

―Μπορεί ναι, μπορεί όχι, δεν έχει σημασία αν θα κρυφτείς.

Τα δύο φύλλα κι ο μίσχος δεν έπλεαν πλέον γαλήνια μέσα στον φλοιό της πέτρας. Οι κινήσεις τους έγιναν πιο βίαιες, σφάδαζαν συντονισμένα σαν ψάρι έξω από το νερό. Λίγο πιο πριν, οι αισθήσεις δεν θα αμφέβαλλαν καθόλου για την πλαστικότητα της πέτρας. Λίγο πιο μετά, θα ορκίζονταν για την ακαμψία της. Ξεγελάστηκαν ή απλώς στερούνται εχέγγυα αξιοπιστίας; Ίσως και να μην έχει σημασία η απάντηση. Ίσως ακόμα η πλαστικότητα να μην σημαίνει αναγκαστικά ελευθερία. Δες αντίθετα πώς η ζωή παλεύει να βγει από τον επιθανάτιο ρόγχο της! Μπορεί η πνοή να εγκατέλειψε κάποτε τα σπλάχνα της, μπορεί τα νεύρα να έπαψαν κάποτε να συνδέουν ουρανό και γη, το αποτύπωμά της όμως η ζωή το άφησε πάνω στην ηλιοκαμένη πέτρα.

Τα καλοκαίρια διαδέχονται το ένα το άλλο, η σκόνη κατακάθεται στην πέτρα και στη ράχη του αέρα, το χώμα ξεραίνεται και οι πηγές στερεύουν, αλλά οι ηλίανθοι εξακολουθούν να γεμίζουν τις πεδιάδες. Η πέτρα γέννησε τη ζωή, πώς θα μπορούσε να αναιρέσει το ίδιο της το έργο; Κι όμως, οι ηλίανθοι στρέφονται πάντα προς τον ήλιο, ενώ η πέτρα αδιαφορεί. Κι αν ο ήλιος σβήσει και βυθιστεί η γη στο πιο πηχτό σκοτάδι, προς τα πού θα στραφούν οι ηλίανθοι; Οι ουρανοί δεν θα κρύβουν πλέον τη χαρά, οι ηλιόσποροι θα γίνουν δάκρυα και θα σωριαστούν στο χώμα. Ρουφώ τους χυμούς από την παλάμη μου. Τα αρώματα κατακλύζουν τις αισθήσεις. Ας τις πλανέψουν. Υπάρχει πίκρα και το ξέρω. Θα κρύβω από την ψυχή τον πόνο κι ας μην μπορώ πάντα.

―Δεν φοβάσαι μην ξεσπάσει πυρκαγιά, έτσι ξερά που είναι τα χόρτα;

―Φοβάμαι, αλλά και τι να κάνω;

Ακούστηκε ο πρώτος κρότος. Η πέτρα ράγισε. Το κλαδάκι σπαρταρούσε ακόμα πιο άγρια. Η άλλοτε αρμονική σύνθεση χρωμάτων κι ευλυγισίας είχε παραχωρήσει τη θέση της σε ένα εκρηκτικό μείγμα δράσης κι αντίδρασης. Το κλαδάκι κλωτσούσε και η πέτρα αναχαίτιζε τα χτυπήματα. Δες τις ρωγμές που χαράσσονται ακριβώς πάνω από τα νεύρα των φύλλων! Τα χρώματα του κλαδιού δεν διαφέγγουν απλώς, αλλά ακτινοβολούν κάτω από την όλο και διαφανέστερη επιφάνεια της πέτρας. Μέσα σε μια καταιγίδα κρότων, η πέτρα ανατινάχτηκε και ανάμεσα στα θραύσματά της φάνηκε να φτεροκοπά το κλαδί. Ελεύθερο! Ζωντανό!

Ανοίγει ο ουρανός, ανοίγει η γη, το φως διαχέεται, δεν υπάρχει λάβα πια, υπήρξε κάποτε και χάθηκε, και πριν χαθεί, έκαψε κάθε κλαδί, μα έσωσε και την ύστατη στιγμή πάνω στη γη, κι αυτή η στιγμή πάγωσε ανάμεσα στις φλόγες, έγινε ανάμνηση, χρώμα πάνω στην πέτρα, μέχρι που η μνήμη μιας αόριστης συνέχειας στον χρόνο νίκησε τη μνήμη της φωτιάς, η στιγμή θέλησε να ξεχάσει το παρόν και να φέρει μπροστά στο μέλλον ένα λησμονημένο παρελθόν, και τα χρώματα λαμπύρισαν, χωρίς να θυμηθούν το βάθος των σχημάτων τους θέλησαν να επεκταθούν, και τα κατάφεραν, η πέτρα έσπασε και πετάχτηκε ζωή. Πλησιάζω την παλάμη μου και μυρίζω τους χυμούς. Τι να φοβηθώ, όταν ξέρω ότι οι αισθήσεις δεν έχουν τέλος;

―Προβλέπονται αφόρητοι καύσωνες. Πιστεύεις ότι θα τους αντέξεις;

―Φυσικά, θα τους αντέξω.

Ανάμεσα στα φύλλα, το κλαδί είχε κιόλας φορτωθεί καρπούς. Δεν χρειάζονταν άνθη για να προαναγγελθεί μια εποχή που είχε ήδη φτάσει. Και ήταν κυανωποί, για να θυμίζουν την υπόσχεση του ουρανού και τη σιγουριά της γης. Και ήταν στιλπνοί, για να θυμίζουν τα χρώματα που κάποτε τρεμόφεγγαν. Σαν άλογο με φτερά, κάλπαζε το κλαδί ανάμεσα στις μυρωδιές του καλοκαιριού και χλιμίντριζε σχίζοντας τον αέρα με τις αιχμές των φύλλων του. Δες πόσο περήφανη είναι η ζωή όταν ξέρει ότι μπορεί να ζει για πάντα! Πόσο υπομονετικά μπορεί να περιμένει το καλοκαίρι να επιστρέψει η ζωή!

Η ζωή επιστρέφει πάντα, στο χείλος της αβύσσου αφήνει έναν γρίφο και χάνεται, κι αυτός ο γρίφος θα λυθεί από μόνος του, όταν όλα θα έχουν παραδοθεί στις στάχτες και θα έχουν ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου. Είχε εγκλωβιστεί μόνο μια στιγμή, αλλά αυτή η στιγμή αρκούσε για να ενώσει τις εποχές και να φωνάξει: «Περιπλανήθηκα πίσω από τον ήλιο, πάγωσα στη σκιά αλλά δεν γνώριζα και τι σημαίνει ζεστασιά, μια στιγμή πόνου υπήρξε σε αυτό που ήμουν κάποτε, αλλά εξατμίστηκε κι αυτή, σαν νερό που ακόμα και μετά το τέλος του χρόνου θα ηχεί. Και τότε φάνηκε λίγο φως. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω καν πώς αντιλήφθηκα το φως μέσα στην ανυπαρξία μου. Υπήρξε όμως ένα αποτύπωμα, υπέθεσα το αποτύπωμά μου, που με το φως αναστατώθηκε. Άρχισε να τρελαίνεται. Κυριολεκτικά τρελαινόταν. Και όσο πιο πολύ το χτυπούσε το φως, τόσο πιο πολύ τρελαινόταν. Και όσο πιο πολύ τρελαινόταν, τόσο πιο πολύ αμφέβαλλα αν ήταν το δικό μου αποτύπωμα ή ακόμα κι αν είχα ένα οποιοδήποτε αποτύπωμα. Και γιατί να είχα κάποιο αποτύπωμα; Υπήρξα κάποτε για να ’χω; Και τι σημαίνει υπήρξα, ειδικά αν η όποια μνήμη χάθηκε πριν τη στιγμή εκείνη; Και τρελαινόμουν, εφόσον δεχτώ ότι το αποτύπωμα αυτό ήμουν εγώ, γιατί δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ασφυκτιούσα μέσα από την ανυπαρξία που με περιέβαλλε. Το φως μού έδινε χρώματα και μου υποσχόταν, η ανυπαρξία που αποκολλιόταν από πάνω μου μού έδινε τη βεβαιότητα της ύπαρξης. Και τα δεσμά έσπασαν, κι εγώ πέταξα με δύο φύλλα για φτερά, κι ουρανός και γη μού πρόσφεραν απλόχερα τα δώρα τους, καρπούς σαρκώδεις, γεμάτους λάδι, για να μου αποσπάσουν την υπόσχεση ότι θα ζω για πάντα, κι έδωσα τη δική μου υπόσχεση και τη δική μου βεβαιότητα. Και τώρα σου μιλάω για το καλοκαίρι, για εκείνο το καλοκαίρι, για κάθε καλοκαίρι, με ρωτάς κι εγώ σου απαντώ, και σου λέω ότι θ’ αντέξω».

―Τι θα κάνεις μετά;

―Ειλικρινά, δεν ξέρω. Θα κλείσω απλώς τα μάτια.

*Ο Αλέξανδρος Η. Στυλιανίδης είναι διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Βιέννης στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σπούδασε Νομική και Ιστορία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο αντίστοιχα. Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στη Νεοελληνική Φιλολογία. Στο πλαίσιο ερευνητικών και άλλων προγραμμάτων, έχει ζήσει στο Βέλγιο, την Αυστρία, την Ιρλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και τη Γαλλία.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine