Ελλάς-Γαλλία, συμμαχία;

28.07.2020 17:46

Του Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Όσα λαμβάνουν χώρα μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας με τις συνεχείς αντεγκλήσεις τους για την κυπριακή και την ελληνική ΑΟΖ αλλά και για τη Λιβύη, αναδεικνύουν την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο γαλλοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Όμως, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η Γαλλία δεν ανήκει γεωγραφικά στα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου ώστε η κατανομή της στις ΑΟΖ των κρατών να την αφορά, τότε πώς νομιμοποιείται η ανάμειξή της στις εξελίξεις στην περιοχή; Είναι σαφές ότι η Γαλλία αξιοποιεί τη χώρα μας και την Κυπριακή Δημοκρατία ως εφαλτήριο των συμφερόντων της στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, αξιοποιώντας τις διαφορές μας με την Τουρκία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ των τριών κρατών. Είναι προφανές ότι τα γαλλικά συμφέροντα δεν ευνοούνται από την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών αλλά από τη συνεχή όξυνσή τους, που θα επιτρέπει στο Παρίσι να τις αξιοποιεί παρεμβαίνοντας συνεχώς στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτό κάθε φορά που παρεμβαίνει η Γαλλία στην ελληνοτουρκική διένεξη, αξιοποιώντας τον ηγετικό ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι σχέσεις μας με τη γείτονα επιδεινώνονται, πολλαπλασιάζοντας τα αδιέξοδα ανάμεσα στις δύο χώρες. Με αποκορύφωμα των αδιεξόδων την άρνηση του προέδρου Αναστασιάδη στην πρόταση του Μουσταφά Ακιντζί για την αναλογική συνεκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών που θα έφερνε την Ελλάδα, την Τουρκία και τις δύο κοινότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, άρνηση που οδήγησε στη συνομολόγηση του τουρκολιβυκού μνημονίου και την ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας στην κορύφωσή της. 

Στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας επιδιώκεται η σύμπλευση των συμφερόντων της με τα συμφέροντα των ισχυρών κρατών στην περιοχή με την προσδοκία της εκπλήρωσής τους. Όμως, επειδή οι σχέσεις αυτές είναι ετεροβαρείς, οι εξελίξεις δεν οριοθετούνται εκεί όπου εκπληρώνονται τα εθνικά συμφέροντα αλλά τα συμφέροντα των ισχυρών, γι’ αυτό συνήθως είναι καταστροφικές. Αυτό συμβαίνει με τη Γαλλία. Ο Αλαίν Μπαντιού υποστηρίζει ότι: «τα τελευταία σαράντα χρόνια, οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Γαλλίας ξεπερνούν τις πενήντα!». Παραμένει δηλαδή μετά το τέλος της αποικιοκρατίας ιμπεριαλιστική δύναμη. Τι σημαίνει αυτό για την Κύπρο και την Ελλάδα; Ότι τα γαλλικά συμφέροντα υπερβαίνουν σε σκοπιμότητες τα ελλαδικά, και οι εξελίξεις δεν οριοθετούνται εκεί όπου εκπληρώνονται τα εθνικά συμφέροντα αλλά συμπαρασύρονται στις επιδιώξεις της γαλλοτουρκικής αντιπαράθεσης. Και για έναν πρόσθετο λόγο. Διότι από ένα σημείο και πέρα τα συμφέροντα των ισχυρών είναι ανταγωνιστικά, και ως αδύναμη χώρα εμπλέκεσαι στη δίνη τους. Η εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι μαρτυρική επ’ αυτού. Επιπλέον, η ύπαρξη δύο κοινοτήτων στην Κύπρο επιτρέπει στις ξένες δυνάμεις που εμπλέκονται στην περιοχή να λειτουργούν ως υποβολείς των ανταγωνιστικών συμφερόντων τους προς τις δύο κοινότητες, στρέφοντας τη μια εναντίον της άλλης κάθε φορά που θεωρούν ότι οι συμφωνίες «αδικούν» τα συμφέροντά τους.  Αυτό ήδη άρχισε να διαφαίνεται στην Κύπρο με τη θέση της Βρετανίας που υποστήριξε παλαιότερα ότι οι τουρκικές γεωτρήσεις γίνονται σε περιοχές αμφίβολης κυριαρχίας, αμφισβητώντας ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ, για να προστεθεί πρόσφατα και η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περί «διαφιλονικούμενων νερών» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για τη θαλάσσια περιοχή γύρω από το Καστελλόριζο.

Όσον αφορά την άποψη που υποστηρίζει ότι η συμπόρευση με τις ισχυρές δυνάμεις διασφαλίζει τα εθνικά μας συμφέροντα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα συμμετείχε και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους με την πλευρά των νικητών, υπέστη όμως και τις δύο φορές, καίτοι νικήτρια, τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές. Την πρώτη φορά λόγω των ανταγωνιστικών συμφερόντων των συμμάχων μας (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) που μας έστειλαν με τη Συνθήκη των Σεβρών στη Σμύρνη, για να ακολουθήσει η Μικρασιατική Καταστροφή με τη διαφοροποίηση των συμφερόντων τους, όπως και τη δεύτερη (Αγγλία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ) με τον Εμφύλιο.

Οι μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις της Τουρκίας που μηδενίζουν την επήρεια του Καστελόριζου, όπως και την ΑΟΖ της Κύπρου στο πλαίσιο του τουρκολιβυκού συμφώνου, αλλά και η εμμονή της χώρας μας να αποδίδει πλήρη επήρεια στο Καστελόριζο ώστε μαζί με την κυπριακή ΑΟΖ, όπως την προσδιορίζει μονομερώς η Λευκωσία, να περιορίζει την ΑΟΖ της Τουρκίας –που διαθέτει τη μεγαλύτερη μεσογειακή ακτή– στο ελάχιστο, θα δίνουν πάντα τη δυνατότητα παρέμβασης ξένων δυνάμεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και θα τις ναρκοθετούν μέχρι να τις δυναμιτίσουν, οπότε θα επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα. Γι’ αυτό μοναδική οδός για τα αντιτιθέμενα συμφέροντά μας αποτελούν οι μεταξύ μας διαπραγματεύσεις με κατάληξη την προσφυγή στη Χάγη και όχι να επιχαίρουμε με τα λεγόμενα του προέδρου Μακρόν κατά την πρόσφατη συνάντησή του με τον Κύπριο πρόεδρο, που αναπαράγουν και επιτείνουν, αντί να γεφυρώνουν, τα ελληνοτουρκικά αδιέξοδα. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τις ηγεσίες της χώρας μας και της γείτονος πως αν σήμερα οι συσχετισμοί βοηθούν τη μια εκ των δύο να επιβάλει τα συμφέροντά της στην άλλη, οι συσχετισμοί ανατρέπονται διότι αφορούν την συνδρομή τρίτων που δεν είναι δεδομένη διαχρονικά.
 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine