Ο Κοτσάντας και ο ….Μέγας Αλέξανδρος

23.05.2020 05:09

Γράφει ο Μάρων Ίσμαρος

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Αρκετά έχουν γραφεί για διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους της Κομοτηνής της δεκαετίας του ’60, τον monsieur  Αρτίν,  τον Νιόνιο τον εφημεριδοπώλη, τον  τελευταίο Καραηλία κπλ, αλλ΄ είναι, προφανώς στους περισσότερους και μεγάλης ακόμη ηλικίας, ένας άλλος χαρακτηριστικός τύπος της Κομοτηνής της περιόδου εκείνης. Ο Τάσος ο Κοτσάντας.

Καταγόμενος από την Μάκρη της Αλεξανδρούπολης με ετεροθαλή αδελφή δασκάλα, που δεν ήθελε να έχει καμμιά σχέση μαζί του, εγκαταστάθηκε μετά το 1950 στην Κομοτηνή. Ήταν ο μόνος Κομοτηνιός που αποδεδειγμένως είχε χαρτί ότι δεν ήταν τρελλός. Κι αυτό γιατί είχε εξιτήριο από το Δρομοκαΐτειο νοσοκομείο ότι είχε νοσηλευθεί από την περίοδο της Κατοχής μέχρι το 1950, οπότε κι εξήλθε αποθεραπευμένος.

Με τον Τάσο, πανύψηλο και γεροδεμένο που τον χειμώνα πάντα κοστουμαρισμένος και γραββατομένος, φορούσε  ένα ωραίο μοχέρ μπεζ χρώματος παλτό και καπέλο, είχα αναπτύξει μιαν ιδιαίτερη σχέση. Μου άρεσαν πολύ οι ιστορίες που διηγείτο από την Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, στην οποία είχε νεαρός καταταγεί κι είχε υπηρετήσει μέχρι το 1940 και την πτώση της Γαλλίας από την οποία κι έπαιρνε μια μικρή σύνταξη, και τις επιχειρήσεις της στις Γαλλικές αποικίες της Αφρικής κι από το πώς τους αντιμετώπιζαν οι ντόπιοι, καθώς και τις σχέσεις του με αυτούς. Κάθε μήνα δε έπαιρνε ένα γαλλικό περιοδικό και το διάβαζε μέχρι  τέλους, μια κι είχε μάθει στη Λεγεώνα την γαλλική γλώσσα. Ήταν, όμως, έκδηλη η τάση αποφυγής ιδιαιτέρων σχέσεων  με άλλα άτομα και πόσο άσχημα αισθανόταν όταν βρίσκονταν με άλλους ανθρώπους, στις ελάχιστες συντροφιές που είχε. 

Όταν τον ρώτησα πως βρέθηκε στο Ψυχιατρείο μου είπε ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα τον έπιασε πάλι η μελαγχολία και το παράπονο από το διώξιμο από το σπίτι στη Μάκρη που του έκανε η μητριά του, χωρίς ο πατέρας του να πει ένα λόγο κι έτσι εισήχθη στο νοσοκομείο, αλλά σε λίγους μήνες ένοιωσε καλά, αλλά επειδή το ’41 η πείνα θέριζε στην Αθήνα, εξακολουθούσε να παριστάνει τον ασθενή κι επειδή φαινόταν καλά τον χρησιμοποιούσαν ως νοσοκόμο κι οτιδήποτε άλλο ήταν αναγκαίο, δεν θέλησε δε να φύγει ούτε την περίοδο του εμφυλίου, γιατί έχοντας πολεμήσει με την Λεγεώνα, δείχνοντας με καμάρι ένα μετάλλιο που του είχε απονεμηθεί και την στολή του δεκανέα στον οποίο είχε προαχθεί, είχε μισήσει τους πολέμους. 

Στην Κομοτηνή είχε νοικιάσει από τον Δήμο μιαν ξύλινη παράγκα από εκείνες που υπήρχαν τότε στον Μπουκλουτζά,  όπου χτίστηκε η παλιά Νομαρχία, η οποία, όμως, δεν ήταν εσωτερική και δεν είχε πρόσοψη στην οδό Μπακάλμπαση, οι ένοικοι δε των λοιπών παραγκών δεν τον επέτρεπαν τα τοποθετεί στα προϊόντα του στο στενό δρομάκι που από την οδό Μπακάλμπαση οδηγούσε στις όχθες του χειμάρρου. Μου έλεγε ότι οι λοιποί παραπηγματούχοι απέτρεπαν τους περαστικούς να ψωνίσουν από αυτόν λέγοντάς τους ότι αυτός είναι τρελός. Αυτό δεν τον ενοχλούσε και τόσο διότι τους απαντούσε ας δείξουν κι εκείνοι χαρτιά ότι είναι γνωστικοί κι όχι τρελοί, αλλά τον πείραζε πολύ το ότι μόλις εκείνος έβαζε κάποιο νέο προϊόν για πώληση μετά από λίγες ημέρες έβαζαν κι εκείνοι το ίδιο και τους έλεγε: «Αφού, όπως λέτε, εγώ είμαι τρελός γιατί αμέσως μετά από εμένα βάζετε κι εσείς τα προϊόντα ενός τρελού;».

Σαν να μη του έφθαναν αυτά είχε μπλεξίματα και με το ΤΕΒΕ το οποίο ήθελα να τον ασφαλίσει ως επιτηδευματία. «Βρε παιδιά, εγώ δεν έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδιά, όσο δε αφορά την υγειονομική μου περίθαλψη, πληρώνω μόνος μου γιατρούς και νοσοκομείο. Τι θέλετε από εμένα;» έλεγε. «Όχι είσαι  επαγγελματίας κι είναι υποχρεωτική η ασφάλισή σου στο ΤΕΒΕ, αλλιώς  θα σου κάνουμε μήνυση και θα πας φυλακή» του απαντούσαν.

Μία, λοιπόν, ωραία πρωία έρχεται ο Τάσος στο γραφείο με την κλήση ως κατηγορούμενο για την μη ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ, ζητώντας με να τον υπερασπισθώ. Του λέγω «Τάσο, εγώ θα είμαι μεν στο ακροατήριο στα έδρανα των δικηγόρων, αλλά δεν θα είμαι συνήγορος σου. Εσύ  μάζεψε κι έχε μαζί σου τα μπογαλάκια σου κι όταν θα έρθει η ώρα να απολογηθείς, θα δείξεις στο δικαστή το εξιτήριο   από το Δρομοκαΐτειο και θα αρχίσεις μιαν ωραία απολογία για τον Μέγα Αλέξανδρο, τους επιγόνους του, πώς έζησες με την Λεγεώνα των Ξένων στα μέρη που πάτησε ο  Μέγας εκείνος στρατηλάτης και μιας και γνωρίζεις και γαλλικά αναφέρσου και στον θρίαμβο και την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και στον Ντε Γκωλ κι από ένα χαρτάκι που του είχα δώσει, πες ότι η κοινωνική ασφάλιση προϋποθέτει την ελπίδα της δυνατότητας να λάβει ο ασφαλισμένος παροχές, αλλά εσύ θα εργάζεσαι μέχρι τον θάνατό σου, δεν έχεις κανέναν για να πάρει σύνταξη και δείξε τις αποδείξεις των γιατρών και του νοσοκομείου που κατά καιρούς νοσηλεύτηκες. Παρά την θυμηδία που προκλήθηκε στο ακροατήριο από την απολογία του Τάσου ο δικαστής τον κήρυξε ένοχο, οπότε, όλως αντιδικονομικώς βεβαίως ζήτησα να του επιβληθεί εφέσιμη ποινή. Αμέσως μετά την καταδίκη του οι χωροφύλακες τον πήραν για να τον πάνε στη Φυλακή που ήταν ο χώρος όπου έχει ανεγερθεί το νέο δικαστικό μέγαρο. Καθ’ οδόν του λέγω ότι θα κάνουμε έφεση  αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. «Αφού το Δικαστήριο της πατρίδος μου με έκρινε ένοχο, εγώ πρέπει να εκτίσω την ποινή μου, όπως στη Λεγεώνα των Ξένων».



Την επομένη, νέα επίσκεψη στον Τάσο για να τον πείσω να ασκήσει έφεση, εκείνος πάλι το ίδιο αρνητικό μοτίβο, ώσπου την τρίτη ημέρα του είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει η Λεγεώνα, αλλά το ότι με την παρέμβασή μου δικάστηκε σε μεγάλη ποινή αντί των 10 ημερών που θα ετιμωρείτο και ότι θα το είχα βάρος στην συνείδησή μου. Αυτό το τελευταίο τον έκαμψε. Αμέσως μ’ αγκαλιάζει με φιλάει λέγοντάς μου ότι δεν θέλει να φέρει κι αυτό το βάρος επάνω του και να του πάω το έντυπο της έφεσης, την οποία και υπέγραψε και στο εφετείο αθωώθηκε.

Μιαν άλλη ημέρα κατά τις 6 η ώρα το πρωί ακούω την σιδερένια εξώθυρα του σπιτιού να την χτυπάει κάποιος βίαια. Επειδή εκείνη την ημέρα δεν είχα δικαστήριο, υπέθεσα ότι θα ήταν κάποιοι μουσουλμάνοι αγάδες που θα είχαν κάποιο μεγάλο πρόβλημα. Ανοίγω ένα μικρό παραθυράκι που από τον άνω όροφο του δίπατου σπιτιού που νοικιάζαμε, φαινόταν η εξώπορτα και βλέπω τον Τάσο. Τον ρωτώ τι συμβαίνει και τόσο πρωί ήρθε στο σπίτι  και μου απαντά: «Δώσε μου αμέσως τα κλειδιά του γραφείου  για να ανάψω την σόμπα και κοίταξε κατά τις 9.30 να είσαι οπωσδήποτε εκεί. Σε θέλω είναι απόλυτη ανάγκη». Όταν κατά τις 8 η ώρα πηγαίνω στο γραφείο, βλέπω ότι τα κουρτινάκια των παραθύρων δεν ήταν τραβηγμένα, αλλά όπως τα είχα από βράδυ. Απόρησα και τον ρωτώ γιατί δεν τα είχε ανοίξει κι εκείνος από τον καναπέ που είχε ξαπλώσει μου λέγει για να μην περάσει κανείς και τον δει μέσα.

Στη συνέχεια ο «τρελός» Τάσος που τα είχε 400, μου εξηγεί ότι στις 10 η ώρα γινόταν στο Δήμο πλειοδοτικός διαγωνισμός για την εκμίσθωση του καταστήματος που ήταν μπροστά από το δικό του με πρόσοψη στην οδό Μπακάλμπαση και για τον λόγο αυτό το ήθελε, για να μην κινήσει δε τις υποψίες, άλλων ενδιαφερομένων, από μέρες διέδιδε ότι εκείνη την ημέρα θα έφευγε με το πρώτο λεωφορείο για την Θεσ/νίκη, που αναχωρούσε στις επτά η ώρα για να πάει σε ψυχίατρο και ότι θα επέστρεφε με το βραδινό λεωφορείο και γι’ αυτό είχε έρθει τόσο πρωί. Μου ζήτησε να παραστώ ως πληρεξούσιός του στην δημοπρασία που η πρώτη προσφορά ήταν 100 δραχμές και αν υπάρξουν κι άλλοι ενδιαφερόμενοι να μη διστάσω να φθάσω και στις 1.000 δραχμές. Πηγαίνω λοιπόν στον Δήμο, δεν υπήρχε κανένας άλλος ενδιαφερόμενος.  προσφέρω 110 δραχμές μηνιαίο ενοίκιο και κατακυρώνεται η δημοπρασία στον Τάσο. Όταν επέστρεψα στο γραφείο και του το ανακοίνωσα, πήδηξε από την χαρά του λέγοντας: «Τώρα θα τους δείξω εγώ ποιος είναι ο Τάσος ο τρελός», μου αφήνει μιαν αφάνταστα υψηλή αμοιβή και μου λέγει ότι θα μείνει στο γραφείο μέχρι τις 8 το βράδυ που θα επέστρεφε το λεωφορείο.

Όταν μετά από αυτά του είπα να έρθει στο σπίτι να φάμε μαζί με τον πατέρα, την μητέρα μου και την γιαγιά του, τότε με δάκρυα στα μάτια μου είπε ότι θα το ήθελε πάρα πολύ, αλλά δεν μπορεί να βρεθεί σε οικογενειακό περιβάλλον.  Την Κυριακή, όμως, το πρωί, ένα παιδάκι  μας έφερε ένα καλαθάκι με τρεις γαλλικές  σαμπάνιες – πού τις βρήκε άραγε– και δύο μικρά βαζάκια το ένα με μπρικ και το άλλο μαύρο χαβιάρι, τις οποίες συνόδευε με ένα θερμό ευχαριστήριο γραμμένο στη γαλλική. Αυτός είναι ένας άλλος χαρακτηριστικός τύπους διαφορετικός από τους άλλους που γνωρίσαμε την περίοδο εκείνη.

(σ.σ.: Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη σελίδα στο facebook: Κομοτηνή παλιές φωτογραφίες)

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine