Σοφία Σουβατζόγλου* «Τι κι αν το βλέμμα είναι μεροληπτικό, μυωπικό, γενικευτικό, αυθαίρετο; Ένα “ξένο βλέμμα”. Εκεί βρίσκεται όλη η γοητεία. Στην υποκειμενικότητα, στην προσωπική προσέγγιση, στην ποικιλομορφία»

06.03.2020 17:01

Ελένης Ανδρέου, «Το ξένο βλέμμα», ΣΗΜΑ εκδοτική, 2018

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Καλώς ήρθατε στη συντροφιά μας!

Είναι τιμή και χαρά μας που φιλοξενούμε σήμερα στο Στέκι της Πολιτιστικής Κίνησης τη Θρακιώτισσα Ελένη Ανδρέου. Η συγγραφέας γεννήθηκε στην Ξάνθη. Σπούδασε αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Πανεπιστημίου του Dillingen. Ήδη ως φοιτήτρια συμμετείχε σε ανασκαφές στα Άβδηρα. Μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο για τρία χρόνια εργάστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία της Καβάλας. Πήρε μέρος σε ανασκαφές στους Φιλίππους,  καθώς και στη Θάσο. Επίσης στη Σαμοθράκη και, υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου Πεντάζου, στη Μαρώνεια. Κατά κύριο λόγο όμως υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Ξάνθης. Επί οκτώ χρόνια ήταν αποσπασμένη σε ελληνικά σχολεία της Γερμανίας. Ασχολείται ιδιαίτερα με διασκευές λογοτεχνικών έργων για το θέατρο, έχει γράψει θεατρικούς μονολόγους και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό τύπο. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δύο βιβλία της: «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος» το 2007 και «Το ξένο βλέμμα» το 2018. Θα ξεκινήσουμε με «Το ξένο βλέμμα».

Το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου υπήρξε για μένα ένα αφοπλιστικό δέλεαρ.  Ένα βιβλίο για το Βερολίνο, το οποίο, τύχη αγαθή, είχα επισκεφτεί λίγους μήνες πριν, στα πλαίσια ενός προγράμματος  Erasmus+. Άρχισα αμέσως να συγκεντρώνω και να επανατοποθετώ τις ψηφίδες, οπτικές, ακουστικές, γευστικές, της δικής μου περιδιάβασης, προκειμένου να ανασυνθέσω το παζλ που ονομάζεται Βερολίνο. Βυθίστηκα με λαχτάρα στην ανάγνωση του βιβλίου και δε με απογοήτευσε. Κάθε άλλο. Μέσα σε δύο 24ωρα το είχα ήδη διαβάσει δύο φορές. Ευχαριστώ εκ των προτέρων την κ. Ανδρέου που μου «έδωσε το ωραίο ταξίδι», ταξίδι του μυαλού και της καρδιάς αυτήν τη φορά, της σκέψης και του συναισθήματος. Το πιο ενδιαφέρον και πολύτιμο δηλαδή.

«Πρόκειται για μια αφήγηση που σε έλκει στην αγκαλιά της, σε εμπλέκει, σε συνεπαίρνει»

72 σελίδες κειμένου και ο φιλόλογος μέσα μου αναρωτιέται σε ποιο κειμενικό είδος να τις εντάξει: ταξιδιωτικές εντυπώσεις, στοχαστικό δοκίμιο, πολιτική πραγματεία, ημερολογιακή καταγραφή, εσωτερικός μονόλογος και προσωπική ενδοσκόπηση; Κάτι από όλα αυτά. Ίσως και άλλα που μου διαφεύγουν. Όλα πάντως με ένα εξαίσιο γλωσσικό ένδυμα: Με στέρεη γνώση των ελληνικών και αιφνιδιαστικά, πλην γοητευτικά, πετάγματα στις «συναστρίες των λέξεων». Μια αφήγηση που σε έλκει στην αγκαλιά της, σε εμπλέκει, σε συνεπαίρνει. Σίγουρα πάντως δεν σε αφήνει αδιάφορο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η κ. Ανδρέου επισκέφτηκε το Βερολίνο «πολύ αργά», σύμφωνα με δική της δήλωση. Στη ζωή της; Στη ζωή του; Μάλλον και τα δύο. «Πολύ αργά» πάντως: Επιρρηματικό σύνολο που γίνεται και τίτλος για το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της. Κατά μόνας αρχικά, οργανωμένα στη συνέχεια, για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, με συγκεκριμένα ή ασαφή κίνητρα, στόχους και προσδοκίες, ξανά και ξανά, ώσπου αποσπάστηκε στο Ελληνικό Λύκειο του Βερολίνου για έναν χρόνο. Είχε μάλιστα προηγηθεί απόσπαση στο Μόναχο. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα βλέμμα, που, αν και «ξένο», είναι «φιλοπερίεργο, διερευνητικό, ανήσυχο» και έχει τη δυνατότητα να δει, να παρατηρήσει, τουλάχιστον για έναν χρόνο, εκ του σύνεγγυς, εκ των ένδον.

Βρισκόμαστε στο σχολικό έτος 2006-2007. Υπάρχει ήδη αγαπημένο στέκι, ένα συμπαθητικό καφέ, από αυτά που «γλυκαίνουν τον ουρανίσκο σου και την ψυχή σου». Οι πρώτες εντυπώσεις ωστόσο που καταγράφει η αφηγήτρια δημιουργούν έναν κόμπο στο στομάχι. Είναι η θλιβερή καθημερινότητα της ανέχειας, επιτήδεια «καμουφλαρισμένη πίσω από τη λαμπρή μνημειακή εικόνα του ιστορικού κέντρου»: ένας «συλλέκτης αποτσίγαρων» που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, ένα παιδί που γλείφει ένα πεταμένο καπάκι από παγωτό, οι «άνθρωποι – ψησταριές» στον σταθμό της Alexanderplatz, οι γερασμένοι βορειοβιετναμέζοι στα υπόγεια ανθοπωλεία, η αφίσα σε υπόγειο σταθμό που υπενθυμίζει: «ένα στα πέντε παιδιά ζουν στη φτώχεια». Και λίγο παραπέρα, «ο υπέρτατος βωμός του καταναλωτισμού», τα γνωστά πολυκαταστήματα KADEVE.

«Πώς είναι δυνατόν ένας λαός τόσο δυνατός, έξυπνος, εργατικός, δημιουργικός όπως οι Γερμανοί, να μπλέχτηκε στα δίχτυα του Χίτλερ;»

Σκαλίζω τις δικές μου αναμνήσεις. Έρχονται στον νου μου εικόνες ανθρώπων στους υπόγειους σταθμούς, παραδομένων στην επήρεια του αλκοόλ, παρατημένων σαν να ήταν σάκοι με ενοχλητικά σκουπίδια. Κι άλλες, με άστεγους σε γωνιές των δρόμων, πάνω σε χαρτόκουτα. Βέβαια συνυπάρχουν με εικόνες από το Νησί των Μουσείων, τη Λεωφόρο κάτω από τις Φλαμουριές, την Πύλη του Βραδεμβούργου, τον ποταμό Σπρέε, τον υπέροχο βερολινέζικο ουρανό, την παραμυθένια συνοικία του Αγ. Νικολάου και τόσα άλλα. Φτώχεια και ευζωία, κοινωνικός αποκλεισμός και χλιδή.

Εύλογο προκύπτει το ερώτημα: τι προκάλεσε αυτήν την τραγική αντίφαση; Ή, όπως το θέτει η κ. Ανδρέου, «πώς είναι δυνατόν ένας λαός τόσο δυνατός, έξυπνος, εργατικός, δημιουργικός όπως οι Γερμανοί, να μπλέχτηκε στα δίχτυα του Χίτλερ;». Η απορία αυτή ταλάνισε κατ’ επανάληψη και τη δική μου σκέψη, παρέα με τη δίδυμη αδελφή της: Πώς είναι δυνατόν μια πόλη τόσο «ανοιχτή» και ανεκτική, τόσο γοητευτικά πολύχρωμη και πολυπολιτισμική, όσο είναι το Βερολίνο σήμερα, να υπήρξε στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν μια πόλη, στην οποία κάθε είδους διαφορετικοί καταδιώχτηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν μαζικά, με τους πιο διεστραμμένους, τους πιο ανατριχιαστικούς τρόπους που μπορεί να επινοήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος; Η απάντηση της κ. Ανδρέου περιλαμβάνει, όσον αφορά στο α΄ ερώτημα, τρία σημεία: «Ταπεινωτικό τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αδυναμίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οικονομική κρίση και πληθωρισμός».

Ξαναγυρίζω  στις δικές μου αναμνήσεις. Το Βερολίνο εν έτει 2019 είναι ένα απέραντο εργοτάξιο: συνεργεία, γερανοί, παραπετάσματα που καλύπτουν τις προσόψεις των υπό διαμόρφωση κτηρίων, παντού γύρω. Ένα «μεγαλόπνοο σχέδιο ανάπλασης της πόλης» σημειώνει και η κ. Ανδρέου, «έτοιμο να θυσιάσει κομμάτια της σύγχρονης πόλης και του σχετικά πρόσφατου ανατολικού παρελθόντος της, προκειμένου να αναδείξει τη μεσαιωνική της μορφή». Η διαπίστωση ισχύει και σήμερα. «Δεν είναι εύκολο για το Βερολίνο… Το Μέγαρο της Δημοκρατίας, της ΛΔΓ» (σελ. 70), «Προς το παρόν αυτό που καταλαβαίνω… μέσα από τη μουσειοποίηση» (σελ. 70-71).

Πράγματι, το Ολοκαύτωμα είναι πανταχού παρόν μέσα στην πόλη: Τοπογραφία του τρόμου, Εβραϊκό Μουσείο, Νέα Συναγωγή, Μνημείο του Ολοκαυτώματος. Ακούστε ενδεικτικά πώς περιγράφει η κ. Ανδρέου το τελευταίο: «Αποτελείται από 2.711 μπετονένια μπλοκ… τέλος στη δράση του» (σελ. 69-70).

«Με θλίψη αναλογίζομαι πόσο ανησυχητικά επίκαιρα παραμένουν τα κάθε είδους “τείχη” και στη δική μας εποχή»

Ένα μνημείο που και προσωπικά με συγκίνησε απρόσμενα είναι το γλυπτό στο κτήριο της Νέας Φρουράς, κτήριο αφιερωμένο σε όλα τα θύματα του πολέμου και της δικτατορίας. Πρόκειται για ένα «μπρούντζινο αντίγραφο γλυπτού έργου της Καίτε Κόλβιτς», για μία «Μητέρα με τον νεκρό γιο της», μία σύγχρονη Pieta. Με αφορμή αυτό το γλυπτό, η κ. Ανδρέου μάς συστήνει τη γλύπτρια και χαράκτρια Καίτε Κόλβιτς, πρώτη γυναίκα, εκλεγμένο μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Τεχνών, την οποία πολύ εύστοχα παραλληλίζει με τις δικές μας χαράκτριες Βάσω Κατράκη και Άννα Κινδύνη. Μια γυναίκα που με τη ζωή και το έργο της απέδειξε «πώς ο ναζισμός συνέτριψε τις ζωές των ανθρώπων και εντός της Γερμανίας». 7.000.000 Γερμανοί, «θύματα στο βωμό των επιθυμιών του Φύρερ τους», μας υπενθυμίζει η συγγραφέας λίγο παρακάτω.

Αυτή λοιπόν είναι η μία πληγή. Ο πόλεμος, το Ολοκαύτωμα. Η άλλη, ανεπούλωτη ακόμα, ανοιχτή, είναι το «τείχος της ντροπής» για τους δυτικογερμανούς, το «αντιφασιστικό τείχος προστασίας» για την ανατολικογερμανική κυβέρνηση και βέβαια η διχοτόμηση που έφερε. Σύμβολο διαίρεσης για ολόκληρη την Ευρώπη, χώρισε αιφνιδιαστικά μια πόλη στα δύο. Οικογένειες  στα δύο. Οι Ανατολικοί και οι Δυτικοί. Με θλίψη αναλογίζομαι πόσο ανησυχητικά επίκαιρα παραμένουν τα κάθε είδους «τείχη» και στη δική μας εποχή.

Ξεχώρισα το κεφάλαιο με τον τίτλο «Το σαράκι». Έτσι ονομάζεται ένα μικρό μπαρ που συναντά η συγγραφέας καθημερινά φεύγοντας από το σπίτι της. Μια «παρακμιακή τρύπα», όπου συχνάζουν «μεγαλόσωμοι εξηντάρηδες» που «σπάνια ανταλλάσσουν κάποια λέξη μεταξύ τους». Γράφει σχετικά: «Επιστρέφω ωστόσο στους πότες… για λογαριασμό άλλων», (σελ. 52).

Σκεφτείτε ωστόσο πόσοι άνθρωποι έχασαν τις δουλειές, τις οικογένειες, τις ζωές τους, επειδή έτυχε να βρίσκονται στο λάθος τμήμα την ώρα που ερήμην τους υψώνονταν διαχωριστικά αγκαθωτά συρματοπλέγματα την αυγή της 13ης Αυγούστου 1961 και στη συνέχεια μία σύνθετη στρατιωτική κατασκευή, η οποία περιείχε δύο τείχη ύψους 3,6 μέτρων με διάδρομο περιπολίας, 302 παρατηρητήρια και συστήματα συναγερμού, 14.000 φύλακες, 600 σκυλιά και καλωδιωτά πλέγματα. «Ποιος μπορεί να διανοηθεί την παράνοια… στον συγκεκριμένο τόπο» (σελ. 55-56). 

«Ακολουθεί η πτώση του τείχους, το 1989, και η πολυπόθητη επανένωση. Είναι όμως ένωση πραγματική ή μήπως προσάρτηση, συγχώνευση, υποταγή;»

Στάζι: άλλη μία μελανή σελίδα. Ζόφος και τρομοκρατία. «Ένας χαφιές για κάθε έξι πολίτες», τη στιγμή που «ένα πράκτορας της Γκεστάπο  αντιστοιχούσε σε 20.000 πολίτες». «Η Στάζι από την ίδρυσή της το 1950 … μήκος 180 χιλιομέτρων» (σελ. 85-6).

Μου έρχονται στο νου εικόνες από την ταινία «Οι ζωές των άλλων». Ένα σύστημα παρακολούθησης οργουελικής έμπνευσης που σοκάρει και σήμερα. Ένα σύστημα που παραβιάζει  βάναυσα κάθε έννοια  προσωπικής ζωής και ατομικής ελευθερίας.
Ακολουθεί η πτώση του τείχους, το 1989, και η πολυπόθητη επανένωση. Είναι όμως ένωση πραγματική ή μήπως προσάρτηση, συγχώνευση, υποταγή; «Τρία εκατομμύρια ανατολικογερμανοί έμειναν άνεργοι». Η επαγγελματική τους εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή τους εμπειρία δεν αναγνωρίζεται. Οι αμοιβές τους είναι οι πιο χαμηλές. Τα προβλήματα στη γερμανική οικονομία αλλά και στην κοινωνική συνοχή του κράτους εντείνονται.

Και τα περίφημα αρχεία της Στάζι; Έπρεπε να καταστραφούν, να ανοιχτούν ύστερα από 50 χρόνια ή αμέσως; Έγιναν και τα τρία. Όσοι φάκελοι αφορούσαν τους πολίτες της ανατολικής Γερμανίας έγιναν προσβάσιμοι, εφόσον οι ίδιοι το επιθυμούσαν. Ο δικός μας ξεναγός στο Βερολίνο, τον Οκτώβριο του 2019, μας πληροφόρησε ότι ελάχιστοι ήταν αυτοί που θέλησαν να τους δουν. Κι αλήθεια, ας αναλογιστούμε πόσο εύκολο είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με το γεγονός ότι ο αγαπημένος σου, ο καλύτερος σου φίλος, ο γείτονας, ο συνάδελφος έπαιξαν το ρόλο του Μεγάλου Αδελφού, σε κατέδωσαν. «Πηχτό και γλοιώδες κάθεται… πάλι ψέμα… φτάνει» (σελ. 90-91).

Γι’ αυτό και τελικά η συγγραφέας σιγά σιγά συμπαθεί τους θαμώνες του μπαρ, για το οποίο μιλούσαμε πρωτύτερα, κι αρχίζει να αφουγκράζεται «το τρίξιμο της ψυχής τους», το σαράκι που τους τρώει τα σωθικά.. Γι’ αυτό και πολύ γρήγορα συμπαθεί τον ιδιόρρυθμο, αγέλαστο ανατολικογερμανό, 45άρη γείτονά της. Του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο και τον ονομάζει «τρύπιο άνθρωπο», επειδή «οι τρύπες είναι η άμυνά του. Τα πάντα μπορούν να τον διαπερνούν χωρίς να τον αγγίζουν».
Γι’ αυτό ίσως πλάθεται και χρησιμοποιείται ευρύτατα ένας τόσο ενδιαφέρων νεολογισμός: Ostalgie, από τις λέξεις Ost =Ανατολή και Nostalgie=Νοσταλγία. Άλγος για νόστο στο ανατολικογερμανικό παρελθόν, για την καθημερινότητα της ΛΔΓ, που από τη μία στιγμή στην άλλη έγινε μουσειακό έκθεμα, βορά στα αδηφάγα βλέμματα αδιάκριτων, ακάλεστων επισκεπτών. Σκηνές από την ταινία «Goodbye Lenin» ξαναζωντανεύουν μπροστά μου.

Το Βερολίνο όμως δεν είναι μόνο φαντάσματα και πυορροούσες πληγές. Είναι και τέχνη, καλλιτεχνική πρωτοπορία και έκφραση, μουσεία, πινακοθήκες, όπερες, φιλαρμονικές. Είναι η Μέκκα του γκράφιτι και της τέχνης του δρόμου. Ύστερα από μια τέτοια «επέλαση» πολιτιστικού και περιηγητικού περιεχομένου στην πόλη είναι που πυροδοτείται ένα παλιό προσωπικό σαράκι της κ. Ανδρέου: η επιθυμία της γραφής. Την ενεργοποιεί ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο διαμέρισμα λόγω της απειλής έλευσης ενός τυφώνα που ακούει στο όνομα Κύριλλος. Έτσι αρχίζει η καταβύθιση στην παιδική ηλικία, στην αληθινή πατρίδα, στη γενέτειρα, στις αναμνήσεις. Έτσι γεννιέται το βιβλίο «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος», για το οποίο θα σας μιλήσει στη συνέχεια η Νάγια.

Επιστρέφω όμως στο Βερολίνο του 21ου αιώνα, που εκτός από καλλιτεχνική πρωτοπορία, διαθέτει επίσης μια από τις πιο δραστήριες gay κοινότητες της Ευρώπης. Η gay pride παρέλαση, την οποία παρακολουθεί η συγγραφέας, μια «προκλητική μασκαράτα», κατά τα λεγόμενά της, σηματοδοτεί «την ώρα της εξωστρέφειας, της προκλητικής έκθεσης μιας επιλεγμένης ταυτότητας». Εδώ μπορείς πλέον να είσαι ο εαυτός σου. Στη μητρόπολη που άλλοτε ο διαφορετικός ήταν αυτόχρημα και αποδιοπομπαίος τράγος, βδέλυγμα. Το σύνθημα που πλέον κυριαρχεί σε αφίσες και έντυπα, διαπιστώνει η κ. Ανδρέου, είναι πως «η ποικιλία είναι καλή». «Η Γερμανία φαίνεται μάλιστα … τα σαρώνει όλα!» (σελ. 136-7).

«Κάθε τέλειος ταξιδευτής πάντα δημιουργεί τη χώρα στην οποία ταξιδεύει»

Ακολουθεί το κεφάλαιο «το ξένο βλέμμα» που γίνεται τίτλος και για όλο το βιβλίο. Σ΄ αυτό η κ. Ανδρέου επιχειρεί έναν απολογισμό, καθώς η ώρα του αποχωρισμού πλησιάζει. «Ψίθυροι σαγήνης» από τη μια και από την άλλη η διαπίστωση «θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι και άσχημο (το Βερολίνο). Μια γκρίζα μεγάλη γερασμένη πόλη».

Ο Μαρσέλ Προυστ υποστήριξε πως «Το πραγματικό ταξίδι της ανακάλυψης δεν συνίσταται στην αναζήτηση νέων τόπων, αλλά στην απόκτηση νέας οπτικής». Τι κι αν το βλέμμα είναι  μεροληπτικό, μυωπικό, γενικευτικό, αυθαίρετο; Ένα «ξένο βλέμμα». Εκεί βρίσκεται όλη η γοητεία. Στην υποκειμενικότητα, στην προσωπική προσέγγιση, στην ποικιλομορφία. Άλλωστε «κάθε τέλειος ταξιδευτής πάντα δημιουργεί τη χώρα στην οποία ταξιδεύει». Και βέβαια επαναδημιουργεί τον εαυτό του. Όπως το θέτει η κ. Ανδρέου, «εν τέλει ό,τι βλέπει το ξένο βλέμμα είναι μόνο ένα μικρό μέρος αυτού που βλέπει και περισσότερο μέρος του εαυτού του. Το ξένο βλέμμα, περιγράφοντας τα έξωθεν, εν πολλοίς περιγράφει τον ίδιο τον εαυτό του, εννοείται σε πλήρη ασυνειδησία».

Το τελευταίο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Έχω ακόμα μία βαλίτσα στο  Βερολίνο». Τυχαίος τίτλος; Ασφαλώς όχι. Δηλωτικός μάλλον της επιθυμίας για επιστροφή. Σας το εύχομαι ολόψυχα.

Το βιβλίο κλείνει με ένα πολύ ενδιαφέρον επίμετρο. Η κ. Ανδρέου επιστρέφει στην Ελλάδα το 2008, παραμονές του οικονομικού Αρμαγεδδώνα που θα ακολουθήσει. Ό,τι προκαλούσε τον κόμπο στο στομάχι στο Βερολίνο, γίνεται πλέον καθημερινότητα στην Ελλάδα. Βίοι παράλληλοι…

«Το Βερολίνο δεν παύει να είναι μια “πόλη που κοιτάζεται στον καθρέφτη και καταριέται το είδωλό της”, μεφιστοφελική ίσως, πρωτεϊκή σίγουρα, αενάως μεταβαλλόμενη»

Κι ωστόσο η συγγραφέας επιλέγει να κλείσει με αισιοδοξία. Πέρα και πάνω από όλα τα ανησυχητικά που ακούσατε υπάρχει πάντα το «χαμογελαστό πρόσωπο της ενωμένης σε ανθρώπινο επίπεδο Ευρώπης». Με την προϋπόθεση βέβαια ότι δε θα επιτρέψουμε να χαθεί.

Κι όσο για το Βερολίνο, θα συμφωνήσω πως «δεν τελειώνεις εύκολα μαζί του». Επιλέγω να κρατήσω και εγώ το «ανοιχτό» και ανεκτικό Βερολίνο, το πολύχρωμο και πολύβουο, όπου ένας Καναδός μεταπτυχιακός φοιτητής μπορεί να μυεί, στην  αγγλική γλώσσα, επισκέπτες, κυριολεκτικά από τα πέρατα της γης, στην εναλλακτική όψη της πόλης. Το Βερολίνο της καλλιτεχνικής έκφρασης και ανησυχίας. Το Βερολίνο, υπαίθρια γκαλερί που σε γητεύει. Το Βερολίνο –εργοτάξιο που αναδομείται και επαναπροσδιορίζεται. Τα φαντάσματα του παρελθόντος βέβαια, έτσι και «μετακομίσουν μέσα σου», σε στοιχειώνουν για πάντα. Και το Βερολίνο δεν παύει να είναι μια «πόλη που κοιτάζεται στον καθρέφτη και καταριέται το είδωλό της», μεφιστοφελική ίσως, πρωτεϊκή σίγουρα, αενάως μεταβαλλόμενη.

Η κ. Ανδρέου συλλαβίζει με αργά αλλά σταθερά βήματα το αλφαβητάρι της πόλης, για να μας παραδώσει συντεταγμένο το δικό της βιβλίο του Βερολίνου, το δικό της πορτραίτο της γερμανικής ψυχής και νοοτροπίας. Ο Πέρσης ποιητής Σααντί έγραψε πως «ένας ταξιδιώτης χωρίς παρατηρητικότητα είναι όπως ένα πουλί χωρίς φτερά». Από αυτήν την άποψη, η κ. Ανδρέου είναι άλμπατρος, «ρήγισσα τ΄ ουρανού» και θα ήθελα για μια ακόμη φορά να την ευχαριστήσω για το «ωραίο ταξίδι». Εύχομαι να δημιουργήθηκε και σε σας μια κάποια ταξιδιάρικη διάθεση, σε πείσμα των αντίξοων συνθηκών των τελευταίων ημερών.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την υπομονή σας

Διαβάστε το αναλυτικό ρεπορτάζ της εκδήλωσης εδώ.

*Η Σοφία Σουβατζόγλου είναι Φιλόλογος. Το κείμενο είναι η εισήγησή της στην εκδήλωση παρουσίασης των βιβλίων της Ελένης Ανδρέου, «Των αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος» (2010) & «Το ξένο βλέμμα» (2018), ΣΗΜΑ εκδοτική, στην Πολιτιστική Κίνηση ν. Ροδόπης, την Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine