Μάιος 2005: Από τη Μεσσούνη στο Σιναπλή

05.02.2020 17:14

Του Τάσου Γιοβανούδη

Ταξίδι επιστροφής στην Πατρίδα

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

4 Μαΐου 2005, Τετάρτη μετά το Πάσχα, ώρα έξι και μισή το πρωί. Τελευταίος έλεγχος, διαβατήρια, φωτογραφικές μηχανές, άδεια αυτοκινήτου, ασφάλεια αυτοκινήτου, χρήματα, ρούχα, νερό, πασχαλινά αυγά και τσουρέκια, τυρόπιτα, ένα μπουκάλι τσίπουρο, χάρτης Βουλγαρίας, όλα στη θέση τους.
 
Στη θέση μου και εγώ, του οδηγού, με την παρέα μου. Μηδενίζω το χιλιομετρητή, είχα ήδη φουλάρει το ρεζερβουάρ, έβαλα ένα CD με θρακιώτικα τραγούδια και με αφετηρία τη Μεσσούνη, ξεκινούμε για το ταξίδι επιστροφής στο γενέθλιο τόπο των προγόνων μας, το Σιναπλή.
 
Το καταπληκτικό πρωινό, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, τα καταπράσινα χωράφια, τα λουλουδιασμένα δέντρα, η ανοιξιάτικη αύρα, ήταν το ωραιότερο προμήνυμα για το ταξίδι μας.
 
Μπαίνοντας, σ΄ Πένους το σοκάκι, για να κατευθυνθώ προς την Εγνατία, ένιωσα να διακρίνω δίπλα μας, σαν σε παλιά φωτογραφία, πλήθος πολύ, ανθρώπινες φιγούρες, κάρα, ζώα, κινούμενα νωχελικά προς το χωριό.
 
Δεν έδωσα σημασία, δεν είπα τίποτε.
 
Μετά από ταξίδι, μιας ώρας περίπου, λίγο έξω από το Σουφλί ο δρόμος στενεύει, οι στροφές είναι απότομες, η βλάστηση οργιάζει. Αριστερά υψώματα, δεξιά το ποτάμι, ο Έβρος.
 
Κάποια στιγμή, σε ένα ξέφωτο προς το ποτάμι, διακρίνω, σαν σε παλιό σινεμά, κάρα σκεπασμένα με κουρελούδες, ζώα ξεπεζεμένα, άλλα βόσκουν, άλλα κατευθύνονται προς το ποτάμι, καπνός από φωτιές να φεύγουν ανάλαφρα προς τον ουρανό, σκούρα ρούχα απλωμένα στις βατσινιές, άνθρωποι να πηγαινοέρχονται, παιδιά να παίζουν και ένας πιτσιρικάς με παραδοσιακή φορεσιά, μας κοιτά και μας χαιρετά χαρούμενος, κουνώντας τα χέρια, την ώρα που προσπερνάμε.
 
Δεν μίλησα και πάλι σε κανέναν γι’ αυτά που είδα.
 
Συνεχίσαμε το ταξίδι και σε λίγο μπροστά μας εμφανίζεται ο συνοριακός σταθμός του Ορμενίου.  Είναι ώρα εννέα και ο μερακλίδικος καφές στα σύνορα, μας ξεκουράζει για τη συνέχεια του ταξιδιού.
 
Με το χάρτη στο χέρι προχωρούμε πλέον σε Βουλγαρικό έδαφος.
Ο χάρτης γράφει  Svilegrad. Μικρή πόλη στα σύνορα, με σιδηροδρομικό σταθμό, χωρίς τρένα και κίνηση. Γυρίζοντας το κεφάλι στον άδειο σιδηροδρομικό σταθμό, την ώρα που προσπερνούμε, νοιώθω ότι βλέπω εκατοντάδες ανθρώπους, πηγαινοέρχονται δίπλα στις γραμμές, κάθονται στην πλατεία του σταθμού, κρατώντας καλάθια, μπόγους, χιμπέδες και πάνινες τσάντες. Είναι μόνο ηλικιωμένοι και μικρά παιδιά.
 
Και πάλι δεν είπα κάτι στην παρέα μου.
 
Μετά από μια ώρα ταξίδι, στο τέλος ενός ωραιότατου δάσους, σε μια απότομη στροφή διαβάζουμε, ‘’ Topolovgrand‘’ . Νάτο φθάσαμε στο Καβακλή, στην πρωτεύουσα της επαρχίας μας, στην οποία ανήκε και το χωριό των προγόνων μας, το Σιναπλή, όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα εννιά του χρόνια ο πατέρας μας, που ποτέ δεν το ξέχασε, που το έλεγε, ΠΑΤΡΙΔΑ, μέχρι το θάνατό του.
 
Συνειδητοποιώ πλέον ότι βρισκόμαστε στη Βόρεια Θράκη, στην πολύπαθη Ανατολική Ρωμυλία των προγόνων μας. Παράξενα συναισθήματα με κυρίευσαν. Αγωνία, που μετατράπηκε σε ανυπομονησία, γι’ αυτό χωρίς καθυστέρηση προχωρήσαμε τα τελευταία δέκα τρία χιλιόμετρα, σε μια χαμηλή κορυφογραμμή, ανάμεσα από ακαλλιέργητους αμπελώνες, για να αντικρίσουμε πλέον τον τελευταίο οδηγό για την ΠΑΤΡΙΔΑ.
 
Στα δεξιά του δρόμου, με δείκτη προς τα αριστερά, η πινακίδα του δρόμου γράφει “Sinapovo -2”. Ο ήλιος έχει ανέβει, λαμπυρίζει στον ανοιξιάτικο ουρανό, φυσάει βοριάς. Φωτογραφίζουμε την πινακίδα, στρίβουμε αριστερά και κατηφορίζουμε. Τότε αντικρίζουμε από ψηλά τις κόκκινες στέγες του χωριού μέσα στην καταπράσινη κοιλάδα. Φθάσαμε πλέον και βλέπουμε την ΠΑΤΡΙΔΑ, το Σιναπλή.
Πρώτη σκέψη που πραγματοποιείται είναι η φωτογράφηση από ψηλά.
 
Κοιτάζοντας το δρόμο από ψηλά, που με δυο στροφές οδηγεί στα πρώτα σπίτια του χωριού, βλέπω, σαν σε ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ, το δρόμο γεμάτο κάρα που τα σέρνουν βόδια και βουβάλια, ανοιγμένα με τα αγκίσια, σκεπασμένα με κουρελούδες, παππούδες να κρατούν τα γκέμια των ζώων και να τα οδηγούν, γιαγιάδες να κάθονται δίπλα στους παππούδες, παιδάκια να κάθονται στην άκρη του κάρου, στην ουρά και οι νέοι με τις γυναίκες τους να οδηγούν τα κοπάδια με τα μικρά και τα μεγάλα ζώα, στην ανηφόρα, βοηθούμενοι από τους σκύλους φύλακες των κοπαδιών.
 
Κοντοστέκομαι και παρατηρώ το κάρο που οδηγεί ένας μέτριος γεροδεμένος σαραντάρης άνδρας, έμοιαζε με το Ρήγα Φεραίο, πυκνά μαύρα μαλλιά και μουστάκι μέχρι εκεί, ντυμένος με πουτούρια και γιλέκο, φορώντας μπιάλια και τσαρούχια. Στο μπροστινό μέρος του κάρου, με τη βουκέντρα στο χέρι,  μια λεπτοκαμωμένη σαραντάρα γυναίκα, ντυμένη με μια πανέμορφη κεντημένη φορεσιά και μέσα από την κουκούλα του κάρου προβάλλουν δύο γυναικείες φυσιογνωμίες, η μια γερασμένη και η άλλη νεανική και όμορφη. Καθώς προσπερνά το κάρο, στο πίσω μέρος, στην ουρά, κάθεται παίζοντας ένας μικρός, μόλις εννέα με δέκα χρονών.
 
Τότε συνειδητοποίησα ότι μπροστά μου περνούσε, με το καραβάνι του ξεριζωμού, ο παππούς μου ο Ηλίας, η γιαγιά μου η Γιαννούλα, η προγιαγιά μου η Σιδέρω, η θεία μου, αδελφή του πατέρα μου, Πρόκη και καθισμένος στην ουρά του κάρου ο πατέρας μου.
 

 
Από κείνη τη στιγμή τους είχαμε μαζί μας, συνοδούς και ξεναγούς στον ΤΟΠΟ τους στην ΠΑΤΡΙΔΑ τους.
 
Κατηφορίζουμε με δυνατότερα συναισθήματα, χαρά, λύπη, έκπληξη, συγκίνηση, κρυφά δάκρυα, αναμνήσεις αφηγήσεων. Το τοπίο πανέμορφο. Η είσοδος στο χωριό θυμίζει άλλες εποχές. Λες και ήταν χθες που οι δικοί μας άφησαν το Σιναπλή, επειδή από τις αδικίες των μεγάλων, έμεινε έξω από τη μεγάλη ΠΑΤΡΙΔΑ την ΕΛΛΑΔΑ.
 
Όλοι οι κάτοικοι του χωριού, χίλιες οκτακόσιες ψυχές, όταν ορίσθηκαν τα νέα σύνορα της ΕΛΛΑΔΑΣ, ούτε στιγμή δεν δίστασαν να βροντοφωνάζουν και να δηλώσουν και γραπτά στη Σόφια, το Δεκέμβριο του 1923, ότι είναι Έλληνες και επιθυμούν την ειρηνική ανταλλαγή.
 
 
 
Όλα τα σπίτια, όλα τα νοικοκυριά στη θέση τους. Άλλα σε πλήρη εγκατάλειψη, άλλα κατοικημένα, που δεν διαφέρουν όμως πολύ από τα προηγούμενα. Κάποιο από αυτά θα ήταν το σπίτι μας, λέει ο Μιχάλης και προχωρούμε αργά, χαιρετώντας με νεύματα τους ανθρώπους που συναντούμε. Ο κεντρικός δρόμος του χωριού φαρδύς και ευθύς. Οι παράπλευροι δρόμοι σε σχέδιο πόλης.
 
Σε λίγο προβάλλει δεξιά μας το παρκάκι, δίπλα η τεράστια πλατεία με το ωραιότατο, πλην όμως εγκαταλειμμένο, πολιτιστικό κέντρο. Συνεχίζουμε και προχωρούμε αργά το φαρδύ δρόμο, χαιρετώντας με νεύματα τους ανθρώπους που συναντούμε. Ένα ζευγάρι φορτώνει σε ένα παλιό LADA αποσκευές. Τους καλημερίζουμε Ελληνικά και έρχεται προς το μέρος μας η μελαχρινή κοπέλα, που μας ρωτά, με καλά Ελληνικά, αν θέλουμε κάτι. Είναι η Ζίφκα, θέλει να μας εξυπηρετήσει, αλλά εκείνη τη στιγμή έφευγε με τον εργοδότη της.
 
Κοιτάζουμε το τοπίο γύρω μας και ο Μιχάλης με θαυμασμό λέει: «Να τα τρία καβάκια, να το ρυάκι, να το κουρί». Τα «τρία καβάκια» μέσα στο λιβάδι, είναι το μέρος του χωριού που συνεχώς ανέφερε ο πατέρας μας. Είναι η τοποθεσία που καθημερινά επισκεπτόταν πολλές φορές. Εκεί ήταν οι ποτίστρες για τα ζώα και ο τόπος συγκέντρωσης για τις αγέλες των βοδιών, των αγελάδων, των βουβαλιών και των κατσικιών. Από εκεί ξεκινούσαν την ολοήμερη περιπλάνησή τους, για βοσκή, στα καταπράσινα βοσκοτόπια, με φρουρό τον Βούλγαρο τσομπάνη  το Νάνη.
Έτσι εντοπίσαμε το πρώτο φωτεινό σημάδι της ιστορίας των δικών μας ανθρώπων στην ΠΑΤΡΙΔΑ.
 
Αποφασίσαμε να περάσουμε από τη γέφυρα στην απέναντι πλευρά, με σκοπό να δούμε όλο το χωριό, αλλά κυρίως, να φωτογραφήσουμε το λιβάδι με τα τρία μισοξεραμένα τεράστια καβάκια (λεύκες), στο βάθος τις ιτιές του ποταμιού και στο λίγο παραπέρα το κουρί (δάσος).
 
  
                         
Επιστρέφοντας στην πλατεία, είδαμε να κατεβαίνει από ένα διώροφο κτίριο με κεραίες και σημαίες, ένας σοβαρός και καλοσυνάτος κύριος που μας καλωσόρισε. Ο νεαρός μικροπωλητής, που είναι εκεί κοντά, μας πλησιάζει και σε άπταιστα Ελληνικά, μας πληροφορεί, ότι ο κύριος που μας χαιρετά είναι ο Δήμαρχος.
Συγκεντρώνονται και άλλοι κοντά μας, ανάμεσά τους και ένας παππούς, που κάτι λέει, θέλει να βοηθήσει, θέλει να μας εξυπηρετήσει, αλλά ο Δήμαρχος με το νεαρό διερμηνέα, μας καλούν στο γραφείο, ενώ κάτω μένει μόνο ο Μιχάλης.
 
Από το γραφείο του ο Δήμαρχος τηλεφώνησε στην Άννα, μια διαφορετική παρουσία στο χωριό, που προθυμοποιήθηκε να κάνει την διερμηνέα. Μεταφράζοντας η Άννα, είπαμε στο Δήμαρχο, ότι είμαστε Έλληνες από τη Μεσσούνη Κομοτηνής, έχουμε καταγωγή από το Σινάποβο και ήλθαμε να γνωρίσουμε τον τόπο που γεννήθηκε και έζησε ο πατέρας μας μέχρι το 1924, οπότε μετανάστευσε με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
 
Ο Δήμαρχός μας ευχαρίστησε, για την τιμή που κάναμε στο χωριό του και ζήτησε να του γράψουμε το έτος γέννησης του παππού και του πατέρα μας. Βλέποντας τις ημερομηνίες, μας εξήγησε ότι υπάρχουν αρχεία από το 1913 και μετά. Ψάχνοντας στο αρχείο του 1915 εντοπίζει, στο ευρετήριο μετά από τρεις τέσσερις Ιβάνοφ, τον Ιβάνοφ Χρήστο του Ίλιε.
 
Συγκίνηση, Έκπληξη, Δώρο, Όνειρο.
 
Το αρχείο αυτό για μένα είναι Ανακάλυψη ή μάλλον Αποκάλυψη. Δεν μπορώ να περιγράψω τα αισθήματα μου και τις πράξεις μου. Πώς και τι ένιωσα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται, μόνο βιώνεται.
 
Αφού συνήλθαμε όλοι από τη συγκίνηση και την συναισθηματική φόρτιση που νιώσαμε, τόσο εμείς όσο και η Άννα με το Δήμαρχο, άρχισε να διαβάζει σιγά σιγά τη δήλωση γέννησης του πατέρα μας και η Άννα μετέφραζε, λέξη λέξη:
 
Χίλια εννιακόσια δέκα πέντε, Μαρτίου 14, ώρα 10:00 πριν το μεσημέρι, ήλθε στο Μουχτάρη (Δήμαρχο), Νίκο Γκάτωφ, Ηλίας Χρήστου Ιβάνοφ, 30 χρονών, αγρότης, κάτοικος Σινάποβο και είπε ότι γεννήθηκε στο σπίτι, παιδί – αγόρι, Μαρτίου 5 -1915, γιος από τον Ηλία Ιβάνοφ και μητέρα την Γιάννα Ίλεβα, 32 χρονών και το ονομάσανε Χρήστο.
     Το επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες
     Κύρος Παναγιώτοφ 36
     Χρήστος Βολκόφ 30

 
Περιεργάζομαι το καλογραμμένο κείμενό της «Ληξιαρχικής Πράξης Γέννησης» όπου εντύπωση ιδιαίτερη κάνουν οι καλλιγραφικές πραγματικά υπογραφές των μαρτύρων. Στο διάστημα αυτό ανεβαίνει στο γραφείο ο Μιχάλης και μας πληροφορεί, ότι ο παππούς που ήταν μπροστά στο Δημαρχείο και κάτι ήθελε να μας πει, γνώριζε το σπίτι του παππού μας, που ήταν δυο σπίτια μετά το δικό του. Άλλη μια ευχάριστη έκπληξη.
 
Παρέα με την Άννα πήγαμε προς το σπίτι του παππού.
 
 
 
Τότε βιώνουμε νέα έκπληξη, νέα μεγαλύτερη συγκίνηση. Το πρώτο σημείο που σταματήσαμε στο χωριό και μιλήσαμε με τη Ζιφκα, ήταν το γειτονικό σπίτι του παππού Ιβάν, ήταν το σπίτι του πατέρα μας. Σε καλή κατάσταση, με μεγάλο οικόπεδο που φθάνει στο ρυάκι, ήταν όμως κλειδωμένο από το νέο του ιδιοκτήτη που είναι Βρετανός. Όπως μας είπαν, πριν δυο χρόνια πουλήθηκε, έναντι πινακίου φακής (3.000 Λέβα) σε ξένους επενδυτές, μαζί με άλλα 35-40 σπίτια.
 
Ο Μιχάλης περιεργάσθηκε το σπίτι, το χώρο, τον ορίζοντα, κοντοστάθηκε στη μέση του δρόμου, όπου είχε συγκεντρωθεί η γειτονιά, μάζεψε τις αναμνήσεις των αφηγήσεων του πατέρα μας και είπε:
-Το χωριό μας ήταν τρανό, μια στράτα μακριά και πέδουν (από δω) και πέκειν (από εκεί) τα σπίτια. Κοντά ήταν το ρυάκι και πέκειν (από εκεί) από το ρυάκι τα τρία καβάκια και ο Νάνις ο βοσκός της αγέλης.
Κοίταξε νότια και ανατολικό προς το ύψωμα και συνέχισε.
- Να και το κουρί (δάσος) όπου έκαβαν τα καυσόξυλα, ουτσιάστα, όπως τάλεγαν.
 
Όπως τα έλεγε ο πατέρας, έτσι τα βρίσκουμε σήμερα.
 

 
Φωτογραφίζω το σπίτι του πατέρα μας, τους ανθρώπους που μας εξυπηρέτησαν και όλη τη συγκεντρωμένη γειτονιά.  Μια μαυροφόρα ηλικιωμένη, κάτι θέλει να πει πλησιάζει και επαναλαμβάνοντας τη λέξη   «Μπάχουρα» , στέλνει ένα μικρό στο σπίτι, που ήταν απέναντι από το σπίτι του παππού μας, ο μικρός φέρνει φωτογραφίες, με τους Μπαχουραίους, Ιωαννίδης το επίθετό τους, που μένουν στο Πολύκαστρο.  Είναι απόγονος μικτού γάμου (Ελληνοβουλγαρικού), συγγενείς μας, αφού το επίθετο των συγγενών της ήταν Ιβάνοφ και έγινε Ιωαννίδης στο Πολύκαστρο, με τους οποίους γνωριζόμαστε (Κουρέας-Νίκος) και αισθανόμαστε μακρινοί συγγενείς.
 
Ο παππούς Ιβάν, που μας οδήγησε στο σπίτι, κάποια στιγμή, με περηφάνια δείχνει τον εαυτό του και επαναλαμβάνει  «Κιρ. Σάρτζα». Κιρ. Σάρτζα, είναι το χωριό μας, η Μεσσούνη Κομοτηνής. Η Άννα που πλησίασε, μεταφράζει και λέει: «Ο παππούς Ιβάν γεννήθηκε στην Κιρ Σάρτζα, ήλθε με την ανταλλαγή στο Σινάποβο, όταν ήταν δυο χρονών, το σπίτι τους ήταν στη γωνία του σχολείου και της εκκλησίας, όπως έλεγε ο πατέρας του».  Είναι το σπίτι του Μάγγανου, λέει ο Μιχάλης και συμφωνώ και εγώ.  Μάλλον ήταν το μικρό σπιτάκι της ίδιας αυλής, κάτω από το σπίτι του παπά, όπως το λέγαμε, που γκρεμίσθηκε πριν από το 1960.
 
 
 


Βούρκωσε ο παππούς Ιβάν από την συγκίνηση και δάκρυσε από την απρόσμενη συνάντηση και τα νέα.
 
Τι ενθύμιο να προσφέρουμε στους χωριανούς μας, στους γείτονες μας, γιατί έτσι τους νιώθουμε. Λίγα κόκκινα αυγά, πασχαλινά τσουρέκια, πίττα, φρούτα, ό,τι είχαμε μαζί μας και αποχαιρετιστήκαμε όλοι συγκινημένοι.
 
Η ώρα είναι τρεις. Στο Δημαρχείο, μας περιμένει ο Δήμαρχος και ο συνεργάτης του, όπου σε σκάνερ – φωτοτυπικό αποτυπώνεται, σε ακριβές έγχρωμο αντίγραφο, η Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του πατέρα μας.
 
 
 
Τότε έχουμε μια νέα έκπληξη. Ο Δήμαρχος, μέσω της Άννας, μας λέει ότι η μητέρα του και η γιαγιά του γεννήθηκαν στο Ορτανζή και με την ανταλλαγή ήλθαν στο Σινάποβο. Και ο Δήμαρχος πρόσφυγας, είπα,  όπως και εμείς.  Τον πληροφορούμε  ότι το Ορτανζή τώρα λέγεται Αμβροσία, το δείχνουμε στο χάρτη και τον προσκαλούμε για επίσκεψη και φιλοξενία στη γενέτειρα των γονιών του.
 
Τελευταία βόλτα στην κλειστή εκκλησία του Προφήτη Ηλία, που είναι Βασιλική με ψηλό και όμορφο καμπαναριό. Μπροστά από την εκκλησία, στον κεντρικό δρόμο το όμορφο σχολείο.
 
Ο Δήμαρχος προτείνει να φωτογραφήσουμε το σπίτι που είναι πίσω από το Δημαρχείο. Είναι ένα αγροτικό αρχοντικό, εγκαταλειμμένο και αυτό, το σπίτι του Γιώργη Τσαρακτσίδη, του τελευταίου Έλληνα Δημάρχου του Σιναπλή, που έζησε το υπόλοιπο της ζωής του και πέθανε στη Μεσσούνη.
 
Πριν αναχωρήσουμε συγκινημένοι και ενθουσιασμένοι προσφέρουμε στο Δήμαρχο λίγο τσίπουρο και ένα στυλό. Η Άννα μας χαιρετά τελευταία, δείχνει το σπίτι της, που είναι το ωραιότερο στο χωριό και φεύγουμε, υποσχόμενοι φωτογραφίες και νέα επίσκεψη.
 
Μια τελευταία ματιά από ψηλά, στο Σιναπλή, στο χωριό μας και παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής.
 
Στο Καβακλή, η Μαρίνα θυμάται ότι η μάνα της, Καβακλιώτισσα, μιλούσε  για το νερόμυλο που ήταν κοντά στο σπίτι. Στην άκρη του χωριού απ’ όπου περνάμε με το αυτοκίνητο φαίνεται μέσα στη χαράδρα να τρέχει πολύ νερό. Μάλλον εδώ κοντά, στην άκρη του χωριού, θα ήταν ο μύλος και πολύ κοντά το σπίτι τους. Με μια μικρή βόλτα στα ανηφορικά στενά σοκάκια  και επίσκεψη σε μια πανέμορφη εκκλησία της Παναγίας, όπου υπήρχε το άγαλμα ενός ιερέα, τελείωσε η σύντομη επίσκεψή μας στο Καβακλή.
 
Είναι απόγευμα και σιγά σιγά αφήνουμε πίσω μας την ΠΑΤΡΙΔΑ, τη Β. Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία. Πλησιάζοντας στα σύνορα, έξω από το Σβίλιγκραντ, ακούγεται ο ψίθυρος των αφηγήσεων του παππού μας, του Ηλία:
 
-Στο Μουσταφά Πασά (Σβίλιγκραντ) συγκεντρώθηκαν γυναίκες, παιδιά, άρρωστοι και περίμεναν να ταξιδέψουν με το τρένο. Οι περισσότεροι θα φεύγανε για τη Θεσσαλονίκη και από εκεί για το Καρασούλ, που ήταν πολύ μακριά. Εμείς, για την Κιρ Σάρτζα, συνεχίσαμε οικογενειακώς το ταξίδι, με το καραβάνι των κάρων. Με το καραβάνι των κάρων συνέχισαν το ταξίδι τους και οι νέοι, που είχαν προορισμό το Καρασούλ, γιατί αυτό το κάρο και τα ζώα ήταν όλη μας η περιουσία.
 
Ο ψίθυρος των αφηγήσεων συνεχής.
-Εδώ κοιμηθήκαμε την Πέμπτη βραδιά, εδώ μας έπιασε μπόρα, εδώ βουλιάξαμε στις λάσπες. Εδώ, δίπλα από το ποτάμι μείναμε δυο βράδια να ξαποστάσουμε εμείς και τα ζωντανά μας, να πλύνουμε τα ρούχα μας, να μαγειρέψουμε, να πάρουμε δυνάμεις. Έχουμε πολύ στράτα ακόμη για να φθάσουμε στην Κιρ. Σάρτζα.
 
Με μια μικρή στάση στο Διδυμότειχο και το γλυκό ψίθυρο των αναμνήσεων, πλησιάσαμε στη Μεσσούνη. Μπαίνοντας στο χωριό,  σ΄ Πένους το σοκάκ, λέει με ανακούφιση ο παππούς Ηλίας:
 
-Ουφ! Τάσιου ΄Εφτασάμι. Τόσις μέρις στράτα, μέρα, νύχτα, ήλιους, βρουχή, λάσπ΄, μπαΐρια, βάλτοι, ρέματα, ρυάκια, πουτάμια, βουνά, δάση, θηριά, αθρώπ΄. Σουρούπιαζε ντα σέφκαμε σιαυτή τ΄βαθιόστρατα.  Οκτώβρης ήταν του 1924, λίγου μπρουστά που τουν Αϊ Δημήτρη. Δικατέσσιρις μέρις είμασταν στράτα, δεκατέσσιρις μέρες που είχαμι αφήκει του βίος μας, του χουριό μας, τ’ν Πατρίδα μας. Τ’ν άλλη τ’ μέρα, οι πουλλοί οι χουριανοί, αδέρφια, ξαδέρφια, φίλ΄, κουμπαραίοι, πήραν τ΄στράτα ιά του Καρασούλ, τ’ νέατς  Πατρίδα.
 
Αυτό ήταν περίπου το ταξίδι που έκαναν οι πρόγονοί μας, μετά την χάραξη νέων συνόρων, γιατί αυτό ήθελε η καθαρή Ελληνική ψυχή τους. Έλληνες ήταν, Έλληνες έζησαν, Έλληνες στην Ελλάδα ήθελαν να ζήσουν, αυτοί και τα παιδιά τους και αυτό δήλωσαν οι αρχηγοί των οικογενειών, πρόθυμοι να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, υπογράφοντας στη Σόφια το 1923 όλα τα σχετικά χαρτιά.
 
Επιστρέψαμε στη Μεσσούνη αυθημερόν, ώρα εννέα και μισή το βραδάκι, ευλαβείς προσκυνητές της πατρογονικής μας γης, με γαλήνη στην ψυχή και χαμόγελο ικανοποίησης απ’ όλους μας. Από μένα και τη γυναίκα μου τη Σταυρούλα, τον αδελφό μου το  Μιχάλη και τη νύφη μου Μαρίνα.
 
Όμως το ίδιο χαμόγελο ικανοποίησης διέκρινα τόσο στη μεγάλη φωτογραφία του πατέρα μας Χρήστου και της μάνας μας Ντόλης, όσο και στη μεγάλη φωτογραφία του παππού μας Ηλία και της γιαγιάς μας Γιαννούλας.
 
Ικανοποίηση, επιθυμία, διέκρινα στο πρόσωπο της αδελφής μας Αννούλας και του αδελφού μας Ηλία, που είναι στις μεγάλες φωτογραφίες των γονιών και των παππούδων μας, αλλά και θλίψη που δεν μπόρεσαν και αυτοί, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους, να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι.
 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ. 
 
Υστερόγραφο: Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις στην Πατρίδα. Έρευνα στην εκκλησία, στα νεκροταφεία, στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος και αλλού. Παντού, όπου ψάξεις,  βλέπεις τη σφραγίδα των Ελλήνων, των παππούδων μας, των πατεράδων μας. Η εμπειρία όμως και τα συναισθήματα του πρώτου ταξιδιού, είναι ανεπανάληπτα.
 
Φεβρουάριος 2020

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine