Μπάρμπα Δήμος, ο «Ήφαιστος» της Μεσσούνης

17.01.2020 21:01

Του Τάσου Γιοβανούδη

Και το παλτό της κυρίας Θεονής

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Μια παιδική φίλη, πριν λίγο καιρό, μου χάρισε από τη συλλογή της, μερικές παλιές φωτογραφίες, ανεκτίμητο θησαυρό για τις όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις.
 
Χάρηκα ιδιαίτερα με τη φωτογραφία του μπάρμπα Δήμου και της κυρίας Θεονής, σε νεαρή ηλικία, περίπου το 1945, ένα από τα ωραιότερα ζευγάρια της Μεσσούνης, εκείνης της εποχής.
 
Θυμήθηκα τον ανεπανάληπτο Ήφαιστο της Μεσσούνης.  Με την τέχνη και την δύναμή του, ετοίμαζε και επισκεύαζε τα αγροτικά μηχανήματα και εργαλεία του χωριού, τον πλούχο (άροτρο), τα αμάξια, τα ινιά, τα παρμάκια, τα τσαπιά , τους κασμάδες και τους τσαλουκόφτες.  Πάντα με κέφι και μεράκι, με κρασάκι τα βράδια  στο καφενείο, συζήτηση και τραγούδι για το ηρωικό πυροβολικό, το οποίο υπηρέτησε με πολύ περηφάνια.

Θυμήθηκα τον μάστορα, τον σιδερά, τον καροποιό της Μεσσούνης, στο καπνισμένο σιδεράδικο, εκεί, απέναντι και λίγο δεξιά από το καφενείο του Λεωνίδα. Είχε μεγάλη ξύλινη δίφυλλη πόρτα στο δρόμο, το μοχάμ (φυσούνα-φυσερό) ήταν στο βάθος λίγο δεξιά, με το καμίνι αναμμένο και τα σίδερα να σπινθηροβολούν, πριν τα εναποθέσει στο αμόνι για να τα πλάσει, χτυπώντας τα με τη βαριοπούλα, το σφυρί, κόβοντάς τα με το σιδερένιο ψαλίδι, λίγο πριν τα ατσαλώσει στη διπλανή σκάφη με το μαυρισμένο νερό.
 
Στο βάθος αριστερά είχε μια μικρή πόρτα, απ΄ όπου, με δυο τρία σκαλοπάτια επικοινωνούσε το σιδεράδικο-καροποιείο με το πατρικό του σπίτι.
 
Βοηθός, όταν ήταν ανάγκη, η αγαπημένη του Θεονή και χαρά μας, να τραβάμε την αλυσίδα, ώστε να φουσκώσει το μοχάμ(ι), να δυναμώνει η φωτιά και να σπιθοβολούν σχεδόν λιωμένα τα σίδερα.
 


Ο Δήμος Ισπικούδης του Στάικου και της Δόδους, γεννήθηκε το 1922, στο Σιναπλή Ανατολικής Ρωμυλίας. Είναι ένα από τα μικρότερα παιδιά που ήλθαν προσφυγόπουλα στη Μεσσούνη το 1924. Έφυγε νωρίς από τη ζωή, για τα σιδεράδικα του παραδείσου. Η Θεονή, είναι από τα πρώτα παιδιά που γεννήθηκαν μετά την προσφυγιά. Έφυγε από την ζωή πρόσφατα, πλήρης ημερών.
 
Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 και η πιτσιρικαρία, μετά το σχολείο, τριγυρνούσε με μια αρμάθα κουμπιά ο καθένας.
 
Παίζαμε «κόπτσιες», (κουμπιά) αφού δεν είχαμε να παίξουμε «παράδις» (χρήματα).
Το κουμπί από το πουκάμισο, το παντελόνι, γενικά το μικρό, το αποτιμούσαμε σαν μονάδα.
Το λίγο μεγαλύτερη, π.χ. από το σακάκι το λέγαμε δύο.
 
Τα κουμπιά από το παλτό, αναλόγως το μέγεθος, ήταν τρεις, τέσσερες ή και πέντε μονάδες το καθένα, ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα. Π.χ. τα χρυσά, τα γυαλιστερά κουμπιά ανέβαζαν και την τιμή τους.
 
Οι τρόποι παιχνιδιού διάφοροι: ντουβαράκι,  γκάζες,  κρουσούμια,  χαρτιά,  πάρτα όλα,  ομάδες, μπάς (στοίχημα), και χίλιοι δυο άλλοι αυτοσχέδιοι τρόποι.
 
Συνήθως τα παιχνίδια με τα κουμπιά ήταν μονομαχίες.
 
Οι μεγάλοι προσπαθούσαν να παίξουν και να γελάσουν, να κοροϊδέψουν τους μικρούς, που ήταν η εύκολη λεία.
 
Τα κουμπιά, όλα περασμένα σε ένα σχοινί, κατά μέγεθος, κατά χρώμα, ήταν αρμαθιά στους μάγκες και σοβαρό πρόβλημα στους χαμένους.
 
Μεγάλη ήταν και η στενοχώρια μας, όταν η μάνα με το ζόρι έπαιρνε από την αρμαθιά κανένα κουμπί να συμπληρώσει τα χαμένα από το πουκάμισο και το παντελόνι, που εμείς βέβαια κάποια στιγμή χασούρας το κόψαμε.
 


Οι χαμένοι έκοβαν τα κουμπιά από τα ρούχα της ντουλάπας. Έτσι όταν κάποιος πήγαινε να φορέσει το σακάκι, από τα τρία κουμπιά που είχε, έμενε μόνο ένα, στα μανίκια από τα έξι μόνο δύο, στο πουκάμισο μόνο τα δύο πρώτα.
 
Κάποια στιγμή λοιπόν ο φίλος μας ο Παύλος, ο μικρός γιος του μπάρμπα Δήμου και της  Θεονής, βρέθηκε χαμένος στο παιχνίδι, χωρίς ούτε ένα κουμπί στην αρμαθιά του.
 
Την επομένη το απόγευμα εμφανίσθηκε με έξι πράσινα, μεγάλα, γυαλιστερά, πανέμορφα κουμπιά. Μόλις τα είδανε οι μεγαλύτεροι, ανάμεσά τους και εγώ, αρχίσανε τις γαλιφιές, να τα ανταλλάξουν με τέσσερα, με πέντε μονά ή να παίξουν, πιστεύοντας να τον νικήσουν, σα μικρότερος που ήταν.
 
Η πολιορκία έπιασε και ο Παύλος κάποια στιγμή βρέθηκε χωρίς τα μεγάλα και γυαλιστερά κουμπιά στα χέρια του. Τα όμορφα κουμπιά του στόλιζαν τις αρμάθες άλλων παιδιών, που τα τοποθέτησαν, σαν το πολυτιμότερο κέρδος τους,  στον πάτο της αρμαθιάς.
 
Σε μια δυο μέρες τρέχει η κυρία Θεονή, από στέκι παιδιών σε στέκι και από σπίτι σε σπίτι, ψάχνοντας τα έξι πράσινα κουμπιά, που τελικά τα εντόπισε και τα πήρε, χωρίς να τα ανταλλάξει με άλλα βέβαια, παρά τις διαμαρτυρίες μας και τα ξαναέραψε στο καινούργιο παλτό, που της είχε αγοράσει, πριν λίγο καιρό, ο μπάρμπα Δήμος.
 
Σίγουρα ο Παύλος έφαγε το ξύλο της χρονιάς του, όταν η κυρία Θεονή είδε ότι το παλτό της δεν είχε κουμπιά.
 
Μήπως υπήρχε και κάποιος από μας τους μάγκες, που δεν έφαγε το ξύλο της χρονιάς του για τα κομμένα και χαμένα κουμπιά της οικογένειας!
 
Όμως το παιχνίδι «οι κόπτσιες», παρά τις απειλές και το ξύλο της μάνας, συνεχίσθηκαν για αρκετά χρόνια, μέχρι που «οι πινταρούδις, οι δικαρούδις και οι εικοσαρούδις», επεκράτησαν στην αρμαθιά της πιτσιρικαρίας.
 
-Πιδιά, του δειλνό , ούλ μαζί στου ντουβαρούδ, στου σχουλιό, να παίξουμι κόπτσιες!
 
 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine