Η «Γαϊδουροφαγία»

03.12.2019 22:55

Γράφει ο Μάρων Ίσμαρος

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 προβλήθηκε από τον Τύπο η κατανάλωση κρέατος γαϊδάρου. Η σχετική προσπάθεια άρχισε από την Πιερία και κάθε σχεδόν εβδομάδα οι εφημερίδες έγραφαν για τα σχετικά «τσιμπούσια» που γίνονταν σε διάφορα χωριά του Νομού.
 
Ένας από την παρέα της Κομοτηνής ο «Μορμός», όπως ήταν το παρατσούκλι του ήταν στρατιωτικός κτηνίατρος στο Διδυμότειχο, και μέσα στο πλαίσιο της εποχής που είχε διαμορφωθεί, μας πρότεινε να πάμε και να μας φιλέψει γαϊδουράκι, μια και είχε στο στρατόπεδο ένα μικρό πουλαράκι. Η ιδέα μας άρεσε, άλλωστε θα ήταν μια ωραία εκδρομή κι έτσι μια Κυριακή του Φεβρουαρίου 1967 ξεκινήσαμε με το Kadett του «Χίτλερ», παρατσούκλι του οδηγού γιατί ήταν ξανθός σαν Γερμανός, ο «πίθηκας» επειδή ήταν κοντός και σβέλτος, άλλωστε ήταν και αριστερό εξτρέμ στην ΑΕΚ, ο «Αρμένος», επειδή έμενε στη συνοικία του Αρμενιού κι ο «Ζαμπαράς» που δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα που να μη της απλώσει χέρι, και μετά από δύο ώρες ήμασταν στο Διδυμότειχο. Στο δρόμο συζητούσαμε πώς θα είναι το κρέας, εάν και πώς θα το φάμε κι από την όλη συζήτηση σχημάτισα την εντύπωση ότι ο «Χίτλερ» δεν επρόκειτο να βάλει μπουκιά στο στόμα του, ενώ όλοι άλλοι λέγανε ότι θα είναι υπέροχο. Εγώ έλεγα ότι τουλάχιστον θα το δοκίμαζα μια και την περίοδο του εμφυλίου είχα φάει καμήλα, πολλούς λαγούς, και κουνέλια, ζαρκάδι στην εκδρομή του Πανεπιστημίου στο εξωτερικό είχα φάει στη Γαλλία αρκετές ημέρες, άλογο, γιατί όχι τώρα γαϊδουράκι.

Ο «Μορμός» είχε δώσει το κρέας του πουλαριού για να το ετοιμάσει σε μια ταβέρνα του χωριού Αμόριο, χωρίς, όπως μας είπε, να πει στον καταστηματάρχη για το είδος του γιατί προφανώς δεν θα αναλάμβανε την ετοιμασία, με τις προκαταλήψεις που έχουμε. Μετά την περιήγησή μας στην πόλη και στο τείχος της, πήγαμε στην ταβέρνα όπου τα πάντα ήταν έτοιμα. Στην αρχή ο εστιάτορας μας έφερε σε μια πιατέλα ψητά σουτζουκάκια, τα οποία ανέλαβε να μοιράσει ο «Ζαμπαράς». Πρώτα έδωσε στον «Χίτλερ», στη συνέχεια στους λοιπούς και όταν στο τέλος ετοιμαζόταν να βάλει κι εκείνος στο πιάτο του, με έκπληξε ακούει τον «Χίτλερ» να λέγει «Α! είναι πολύ νόστιμα του σουτζουκάκια βάλε μου κι άλλα». Αυτό ήταν. Εν ριπή οφθαλμού καταναλώθηκαν τα σουτζουκάκια, τα μπριζολάκια καθώς και το κοκκινιστό που είχε ετοιμάσει ο εστιάτορας. Ο «Μορμός» μάς εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια πώς έκανε τον κρεοσκοπικό έλεγχο, πριν το δώσει στον ταβερνιάρη. Μας άρεσε τόσο πολύ η «Γαϊδουροφαγία» που του είπαμε όταν βρει κανένα άλλο πουλαράκι να μας στείλει στην Κομοτηνή.
 
Η παράκλησή μας αυτή πραγματοποιήθηκε σε λίγες εβδομάδες, όταν, μέσω του ΚΤΕΛ, μας έστειλε μια γαϊδουροκεφαλή με προτροπή να την ψήσουμε σε φούρνο. Επειδή κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, πήγαμε σε ένα καφενείο της Αρίσβης κι αφού συνεννοηθήκαμε με τον οθωμανό καταστηματάρχη, μας την ετοίμασε κι περάσαμε πολύ καλά ένα βράδυ. Επακολούθησαν και μερικά άλλα δέματα κρέατος, τα οποία και καταναλώσαμε στο ίδιο κατάστημα της Αρίσβης, ενόψει δε αυτού κάποιος ετοίμασε μιαν επιγραφή του καταστήματος με το όνομα «Η ΓΑΪΔΟΥΡΑ», ίσως δε να σώζεται και σήμερα.
 
Όμως, με ένα δέμα πάθαμε την πλάκα μας. Πήγε και το παρέλαβε από το ΚΤΕΛ ο τρία λάμδα «ΛΛΛ», επιμελητής στο Δικαστήριο, ο οποίος είχε την «φαεινή» ιδέα να ανοίξει το δέμα στο γραφείο του. Όλως συμπωματικά εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο γραφείο του ένας πρωτοδίκης, υπέροχος άνθρωπος, ο οποίος μόλις το βλέπει λέει στο τρία «ΛΛΛ» ότι από το χρώμα του κρέατος πρέπει να είναι ζαρκάδι και πολύ θα ήθελε να το φάει. Πρόθυμος ο τρία «ΛΛΛ», χωρίς να του αποκαλύψει το είδος του κρέατος, με ένα μαχαίρι κόβει ένα κομμάτι και το δίνει στον πρωτοδίκη, ο οποίος την άλλη μέρα του είπε ότι ήταν εξαιρετικό το κρέας πολύ νόστιμο κι αν του στείλουν κι άλλο θα ήθελε πάλι κανένα κομμάτι.
 
Για το περιστατικό της «γαϊδουροφαγίας» στο Διδυμότειχο, ο στιχοπλόκος πατέρας του «Ζαμπαρά» σε ένα στιχούργημα που αναφέρεται σ’ αυτόν έγραψε σε δύο στροφές και τους ακόλουθους στίχους «Αυτός κι παρέα/πάνε με φούρια/ να φάνε του Έβρου/ κι αυτά τα γαϊδούρια. Είναι, λεν’ νόστιμος/ ο γαϊδουροκυμάς/ κι έτσι που πάνε/ θα φάνε κι εμάς».
 
Η «γαϊρουροφαγία» συνεχίστηκε για αρκετούς μήνες μέχρις ότου ο προμηθευτής στρατιωτικός κτηνίατρος μετατέθηκε σε άλλη μονάδα μακριά από την Κομοτηνή, οι δε «γαϊδουροφάγοι» με γλυκιά νοσταλγία θυμούνται τα σχετικά «τσιμπούσια».
 
 
(σ.σ. Στη φωτογραφία σκηνή γαϊδουροφαγίας από το Καστέλλι Κισάμου)

Πηγή φωτογραφίας: http://ganifantis.blogspot.com/2013/01/blog-post_25.html

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine

#audi_afs