Η δημιουργία της 4ης Νομικής και ο συσχετισμός της με τη Νομική της Θράκης

06.12.2018 09:43

Γράφει ο Γεώργιος Καράντζιος*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η σιωπή που διέλαβε τους αξιωματούχους του Υπουργείου Παιδείας, μετά τις δυναμικές αντιδράσεις της νομικής κοινότητας την περασμένη άνοιξη, ήταν ύποπτη. Το καλοκαίρι το ζήτημα ξεχάστηκε και επαναφέρθηκε, ενόψει της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου στην οποία ατύπως βρισκόμαστε. Όσα συνέβησαν είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Ο Πρωθυπουργός της χώρας επιθυμεί να λειτουργήσει στην πόλη της Πάτρας μια νέα, τέταρτη νομική σχολή, ενώ ο πόθος του για την ίδρυσή της, ξεπερνά ακόμη και το καθ’ ύλη αρμόδιο υπουργικό χαρτοφυλάκιο. Άλλωστε, κι ο Υπουργός επί της Παιδείας ουδέποτε το διέψευσε, τουναντίον το αποκάλυψε, δίχως την παραμικρή αιδώ.
 
Το πρόβλημα είναι σαφώς σύνθετο και η προσέγγισή του δύσκολη. Όμως, αναγκαία οφείλει να συσχετιστεί με την παρούσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση του κράτους, πολλώ δε μάλλον με τη λειτουργική αποστολή των δημοσίων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Η παρούσα κυβέρνηση στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διατείνεται ότι ήρθε να «νοικοκυρέψει» και να «εξορθολογήσει» τα κακώς της κείμενα, με το συμμάζεμα των διπλών σχολών, με την ενοποίηση των ΑΕΙ με τα αντίστοιχα ΤΕΙ, και, μεταξύ άλλων, στους σχεδιασμούς της ενέταξε και την ίδρυση νομικής σχολής στην πόλη της Πάτρας, όπως ανακοινώθηκε προσφάτως από τις εκεί πρυτανικές αρχές –οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω διαγιγνώσκουν ότι θα προσδώσει στην πόλη τους την υπεραξία που δικαιωματικά της ανήκε στο συγκεκριμένο ζήτημα παλαιόθεν.
 
Το αν πρόκειται για ορθό και λειτουργικό ακαδημαϊκό σχεδιασμό ή για άλλη μία κυβερνητική τραγωδία, θα φανεί στο άμεσο μέλλον, όταν θα γίνει η αποτίμηση των μονομερών αυτών σχεδιασμών και της αδιαλλαξίας των κρατούντων, οι οποίοι χωρίς προηγούμενη συναντίληψη των υπαρχόντων προβλημάτων με την πανεπιστημιακή κοινότητα προχωρούν αγέρωχοι (sic). Κι όχι μόνο στο ζήτημα της τέταρτης νομικής, ο χειρισμός της οποίας είναι προδήλως ανέντιμος και δημοκρατικά απαράδεκτος, αλλά και στη συνολική στρατηγική που αποφάσισαν να χαράξουν, με μόνο γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κομματικού οφέλους, όπως, άλλωστε, έπραττε στο παρελθόν και κάθε προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία «φύτρωνε» από μια σχολή σε κάθε πόλη της μικρής αυτής χώρας.
 
Επιστρέφοντας, όμως, στο ζήτημα της νέας νομικής, δεδομένων των υπαρχουσών βιοτικών συνθηκών, η επίσημη πλέον εξαγγελία ίδρυσής της συνιστά κυβερνητικό θράσος και παντελή έλλειψη σεβασμού πρωτίστως προς όλους τους φοιτητές που σπουδάζουν στις τρεις υπάρχουσες νομικές σχολές της χώρας. Η σκληρότητα στις δηλώσεις αυτές δεν είναι καθόλου συναισθηματική, αλλά αποτυπώνει έναν καθόλα πλήρη ρεαλισμό για τα τεκταινόμενα, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες λειτουργούν και οι τρεις σχολές σήμερα. Και ο λόγος για την πανθομολογούμενη –ενόψει του επιτακτικού κρατικού δημοσιονομικού συμφέροντος– υποχρηματόδητηση στη συντήρηση των δομών, στην ανανέωση και τον εμπλουτισμό της υλικοτεχνικής υποδομής, στην έλλειψη προσωπικού και τη μη ανανέωσή του.
 
Μια τέτοια εξαγγελία υποτιμά την αξιοπρέπεια κάθε φοιτητή, προπτυχιακού, μεταπτυχιακού, αλλά και διδακτορικού, αφ’ ης στιγμής οι βιβλιοθήκες και των τριών νομικών σχολών στηρίζονται στις δωρεές των γραφόντων, στη φιλανθρωπία των ημεδαπών εκδοτικών οίκων και τη γενναιοδωρία των αλλοδαπών. Κονδύλια για ξενόγλωσσα περιοδικά, διεθνείς βάσεις νομικών πληροφοριών, αλλά και εν γένει βιβλιογραφία δεν υφίστανται, λόγω της δικαιολογημένης περικοπής των δαπανών. Όμως, την ίδια στιγμή φαίνεται να υπάρχουν χρήματα για μπετά, κατασκευή αμφιθεάτρων, τοποθέτηση καθισμάτων και πρόσληψη προσωπικού για τη νέα νομική σχολή (–άραγε, έχουν βρεθεί ήδη αυτοί που θα τη στελεχώσουν;).
 
Ο Υπουργός, μίλησε την περασμένη άνοιξη για «ξαλάφρωμα» των υφιστάμενων σχολών, αποσυμφόρηση των «πιεσμένων» από φοιτητές και διδάσκοντες αμφιθεάτρων και για πολλά άλλα ακόμη, ενώ οι χαρούμενοι ηγήτορες του Πανεπιστημίου Πατρών έκαναν λόγο για «απόδοση δικαιοσύνης» και συμβολή αυτής της ποθούμενης νομικής σχολής στην επιστημονική έρευνα,κυρίως μέσω της κατάρτισης ενός «καινοτόμου» προγράμματος σπουδών. Και ο λόγος περί «έρευνας»: Πολλοί οι καημοί για έρευνα. Υπουργικοί, πανεπιστημιακοί και σίγουρα προσωπικοί... Εντούτοις, αναρωτήθηκε κανείς από τους οραματιστές αυτού του σχεδίου αν σήμερα υπάρχει έρευνα; Αναρωτήθηκε κανείς αν σήμερα η υπηρέτηση των σκοπών, για την ευόδωση των οποίων κόπτονται, λαμβάνει χώρα με αποτελεσματικότητα; Αναρωτήθηκε κανείς αν υπάρχουν τα αναγκαία μέσα για έρευνα, και, παρεπομένως, για ανταγωνιστικές νομικές σπουδές στο επίπεδο της ευρωπαϊκής  επικράτειας;
 
Κανείς δεν αναρωτήθηκε. Και δεν αναρωτήθηκε, γιατί τα «μπετά» και οι «μεγαλόθυμες» εξαγγελίες είναι πιο θελκτικές και φέρνουν την ποθούμενη οικονομική ανάπτυξη, ενώ η έρευνα είναι για τους αργόσχολους και, συνεπώς, ανάξια ενδιαφέροντος και χρηματοδότησης. Αλλά, η νέα νομική, ισχυρίζονται ότι γίνεται χάριν προαγωγής της «έρευνας» και, βεβαίως, του «εξορθολογισμού» του βάρους που σηκώνουν οι υπάρχουσες σχολές (sic).
 
Ένα τέτοιο σχέδιο είναι ανειλικρινές και ανέντιμο, εφόσον δεν αποκαλύπτονται δημοσίως οι στοχεύσεις που έρχεται να εξυπηρετήσει σε μια Ελλάδα με υπερπληθωρισμό νομικών και υπερκορεσμό στο δικηγορικό επάγγελμα. Στο σημείο αυτό μπορεί να τεθεί ένας αντίλογος, ο οποίος εδράζεται στο επιχείρημα πως η δημιουργία μιας ακόμη σχολής θα δώσει την ευκαιρία για ευρύτερη παροχή νομικής παιδείας στην κοινωνία μας. Κι αυτό είναι ένα από τα επιχειρήματα που έχει διατυπωθεί διά στόματος του κ. Γαβρόγλου. Ωστόσο, κατά τη γνώμη του γράφοντος, είναι ανεπίκαιρο και αγνοεί επιμελώς τα σημερινά δεδομένα.
 
Βρισκόμαστε σε μια χώρα, όπου οι οικονομικές αντοχές σε ό,τι αφορά την παροχή της κρατικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν απομειωθεί δραματικά, όπως δείχθηκε παραπάνω. Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας είναι αρνητική στην αθρόα εισφορά πλεοναστικού προσωπικού, όταν άλλες επιστήμες, ιδίως στον τεχνολογικό τομέα, είναι άρδην υποστελεχωμένες και η πολιτεία τις έχει, δυστυχώς, προ πολλού περιθωριοποιήσει. Κατά λογική αναγκαιότητα, λοιπόν, το πεδίο του προβληματισμού μεταπίπτει στον βασικό σκοπό της παροχής κρατικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που δεν είναι άλλος από τη λειτουργική χρησιμότητα του εκπαιδευθέντος στην επαγγελματική κοινωνία. Κι όσοι ομιλούν, σ’ αυτή την άκρως ανταγωνιστική κοινωνία που ζούμε, για «κοινωνικοποίηση» των επιστημών, «ευρύ άνοιγμα» των σχολών κ.ά.τ. εξαπατούν με τον χειρότερο τρόπο χιλιάδες νέες και νέους, οι οποίοι ήδη, πλήρως απογοητευμένοι, εγκαταλείπουν τον τόπο μας, ο οποίος εκ των υπαρχουσών συνθηκών αδυνατεί να τους εξασφαλίσει τη διαβίωση. Χαρακτηριστικότερα και στενάχωρα συνάμα παραδείγματα από το «ευρύ άνοιγμα» και την «κοινωνικοποίηση» των Πολιτικών Επιστημών και των Φιλολογιών δεν υπάρχουν.
 
Παράλληλα, το παρόν σχέδιο δημιουργεί αβέβαιο μέλλον για τη λειτουργία της Νομικής Σχολής της Θράκης, περισσότερο και βαθύτερα από τις άλλες δύο σχολές, κυρίως εξ απόψεως της γεωγραφικής της τοποθεσίας. Η ακριτική Νομική στην Κομοτηνή δεν «τρέμει», φυσικά, τη δημιουργία μιας νέας νομικής στην Πάτρα και στην οιαδήποτε Πάτρα. Κι αυτό γιατί τα δείγματα γραφής της και το ιστορικό της αποτύπωμα στον μισό περίπου αιώνα λειτουργίας της είναι εγχωρίως και διεθνώς εγνωσμένα εις ό,τι αφορά την ποιότητα των σπουδών και την κατάρτιση των φοιτητών της. Όμως, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι οι σελίδες αριστείας που έχει διαγράψει η Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης από το 1974 έως και σήμερα, είναι «ηλίου φαεινότερον» πως ο μαρασμός της θα συντελεστεί με σύντομες διαδικασίες. Και θα συντελεστεί, καθώς υπάρχει (και θα υπάρχει) η νομοθετημένη γέφυρα «μεταγραφής» διδασκόντων και διδασκομένων. Κι η γέφυρα αυτή είναι ευκόλως διαβατή, εξ απόψεως κριτηρίων υπαγωγής των ενδιαφερομένων. Και σαφώς δεν χρειάζεται ιδιαίτερη περίσκεψη ως προς το ότι ο αγαθότερος όλων θα μπει στον ελκυστικό προς τούτο πειρασμό, εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αλλά και της σύγχρονης έξης επιστροφής στο κλεινόν άστυ. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι η Πάτρα με τα σύγχρονα μέσα μεταφοράς απέχει περί τις δύο ώρες από την πρωτεύουσα, στην οποία και κατοικεί πλέον το ήμισυ του πληθυσμού της χώρας.
 
Η Νομική της Κομοτηνής, λοιπόν, διατρέχει τον κίνδυνο συν τω χρόνω να ερημώσει. Και δεν πρόκειται για μια ακατάσχετη κινδυνολογία, όπως θα έλεγαν κάποιοι «δήθεν» προοδευτικοί, καθώς ο προβληματισμός έχει ήδη παραμετροποιηθεί με βάση τη λογική κι όχι τους υπουργικούς παραλογισμούς και τα «ταξίματα», των οποίων γινόμαστε αποδέκτες. Μια νέα νομική στην Ελλάδα, δεν είχε θέση το 1993, όταν κάποιοι πανεπιστημιακοί αποφάσισαν να την ενθυλακώσουν στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε, που οι βιοτικές συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες από κάθε άποψη, η σύλληψη ενός τέτοιου σχεδίου καταδικάστηκε μέσω μεγάλων αγώνων ως υστερόβουλη και καιροσκοπική και εντέλει ναυάγησε. Σήμερα, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι η σημερινή Πάτρα δεν αποτελεί μια συγκεκαλυμμένη αναβίωση του ίδιου σχεδιασμού προς ικανοποίηση ιδιοτελών συμφερόντων, αφ’ ης στιγμής ο διάλογος εξαντλήθηκε στον παροξυσμό της κυβερνητικής παντοδυναμίας;
 
Το στήσιμο μιας νέας σχολής δεν είναι ούτε εύκολη υπόθεση, ούτε πανάκεια στα προβλήματα της κοινωνίας. Είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι οι φοιτητές μπορούν να κινήσουν τις τοπικές οικονομίες, όταν οι οικογένειες των περισσοτέρων βρίσκονται στα όρια των αντοχών της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είναι, επίσης, ανόητο να πιστεύουμε ότι το «καινοτόμο» έρχεται από την μία μέρα στην άλλη. Κυρίως, όμως, είναι ανόητο να εμπιστευτούμε δημαγωγίες περί «εξορθολογισμού» των εισακτέων, την ίδια ώρα που ο κορεσμός από τα συνδικαλιστικά μετερίζια τονίζεται και ξανατονίζεται εις μάτην, χρόνια τώρα. 

Αντί της εξαγγελίας μιας νέας και αχρείαστης σχολής, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ενισχύσει τις τρεις υπάρχουσες με βιβλία, περιοδικά και νέους επιστήμονες, δημιουργώντας έτσι τις ευκαιρίες και την προοπτική για αληθινή έρευνα, για ακαδημαϊκή ζωντάνια και άνθηση. Θα μπορούσε να καταστήσει τα εκπαιδευτήρια μας ασφαλή στη δομική τους υπόσταση, απαλλαγμένα από παρείσακτους και νυχτερινές εγκληματικές μορφές. Αντί για μπετά και «μπαρόκ ιδεοληψίες», θα μπορούσε στην περίπτωση της Θράκης να στηρίξει τη φτωχική της περιφέρεια, ενισχύοντας τους αδύναμους οικονομικά φοιτητές, ώστε να σπουδάζουν με αξιοπρέπεια κι όχι εξ αποστάσεως σ’ αυτή. Θα μπορούσε να συμβάλει στη περαιτέρω στελέχωση της με νέους επιστήμονες, καθιστώντας την έτσι περιφερειακό νομικό κέντρο και ελκυστικό ακαδημαϊκό προορισμό. Και αυτό για λόγους σεβασμού προς την ιστορικότητα που διακρίνει πλέον τη σχολή, αλλά και για να αποδείξει ότι συμμερίζεται την ιδέα ενός αποκεντρωμένου κράτους, όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Με μια ακριτική νομική σχολή, που το γεωγραφικό της μειονέκτημα, θα γινόταν το μεγαλύτερο της πλεονέκτημα.  
 
Δυστυχώς, όμως, η κυβέρνηση αυτή αποφάσισε να μη συζητήσει ειλικρινώς και σοβαρά το ζήτημα με τους αμέσως εμπλεκόμενους φορείς, επιλέγοντας τη γνωστή και προσφιλή σ’ αυτή τακτική του «είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε». Και θα προσέθετα: «γιατί μας έταξαν σταυρούς». Προχωρώντας, όμως, χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη και κυρίως χωρίς την κοινωνία δίπλα της, δεν θα αργήσει να εισπράξει τα αποτελέσματα των πολιτικών της. Όμως, θα είναι αργά, γιατί το «κακό» θα έχει ήδη συντελεστεί.
 
Εμείς, όμως, οφείλουμε και πάλι να αντιταχθούμε. Κι ο αγώνας πρέπει να είναι συλλογικός, διότι μέσω αυτών των πρακτικών επιχειρείται άλλος ένας αξιακός εκμαυλισμός της «τιμής» του δημοσίου πανεπιστημίου.
 

* Προπτυχιακός φοιτητής στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine