Ζωή Γαβριηλίδου, Καθηγήτρια ΤΕΦ-ΔΠΘ «“Πλωτές γυναίκες”: ένα μεταμοντέρνο ιστορικό μυθιστόρημα»

23.03.2018 13:55

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

«Έχω ακόμη στη μύτη τη μυρωδιά του καπνού που ανέδιδαν οι καπναποθήκες του Άι-Γιάννη, στην Καβάλα, δίπλα στο σχολείο μου ή εκείνες στην οδό Δαγκλή από όπου περνούσα κάθε τόσο πιασμένη χέρι χέρι με τη μαμά μου για να κατεβώ στην αγορά. Οσμή ανεξίτηλη! Αυτή τη μυρωδιά ανακάλεσε στη μνήμη μου το βιβλίο του Διαμαντή Αξιώτη «Πλωτές γυναίκες». Γιατί αυτή τη μυρωδιά χαραγμένη στη μνήμη έχει και ο ίδιος ο Αξιώτης ως παιδί καπνεργατών.
 
Τον Διαμαντή Αξιώτη τον ξέρω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήταν οικογενειακός μας φίλος. «Ο κ. Διαμαντής είναι συγγραφέας μου είχε πει η μαμά μου». Για μένα ήταν κάτι φοβερό αυτό! Συγγραφέας! Για την ακρίβεια ο κ. Διαμαντής ήταν ο πρώτος συγγραφέας με σάρκα και οστά που γνώριζα στη ζωή μου. Και ένιωθα πολύ περήφανη. Πείστηκα ότι όντως ήταν συγγραφέας, όταν διάβασα σε ένα τεύχος της «Σκαπτής Ύλης», την «Άννα του Κλήδονα»! Με μάγεψε. Έκτοτε τον παρακολουθούσα ανελλιπώς. Και είναι πολυγραφότατος μια και έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές:

  • 1966 «Ιχώρ» (Καβάλα)
  • 1974 «Ποσοστό ευθύνης» (Καβάλα)
  • 1976 «Διαμπερές» (εκδ. «Σκαπτή Ύλη», Θεσσαλονίκη)
  • 1985 «Ύπνος μεσημβρίας» (εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη)
θεατρικά αναλόγια, ανθολογίες και πεζά όπως:
  • 1990 «Το μισό των Κενταύρων» (διηγήματα, εκδ. «Παρατηρητής»)
  • 1994 «Ξόβεργα με μέλι» (διηγήματα, εκδ. Τραμ - 2η εκδ. Νεφέλη)
  • 1999 «Το ελάχιστον της ζωής του» (μυθιστόρημα, εκδ. «Κέδρος»)
  • 2002 «Πλωτές γυναίκες» (μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος - Υποψήφιο για το βραβείο Balkanika 2003)
  • 2004 «Μοιρασμένα χιλιόμετρα» (μυθιστόρημα, εκδ. «Κέδρος»)
  • 2010 «Λάθος λύκο» (μυθιστόρημα, εκδ. «Κέδρος»)
  • 2016 «Με χίλιους τρόμους γενναίος» (διηγήματα, εκδ. «Κίχλη»)
  • 2016 «Το μισό των Κενταύρων» (διηγήματα, εκδ. «Επίκεντρο») 
 
Στις «Πλωτές γυναίκες» ήρωας είναι o Κωνσταντίνος Δούκας, ο οποίος αφού εγκαταλείπει την Κωνσταντινούπολη σε ηλικία 20 χρόνων, καταφεύγει στην Αλεξάνδρεια μαζί με την δεκαεξάχρονη Τουρκάλα Λαλέ, γνωρίζεται με την οικογένεια του μεγαλοκαπνεμπόρου Γεώργιου Ιορδάνου (πρόσωπο υπαρκτό) από την Καππαδοκία. Εκεί η Λαλέ βαφτίζεται χριστιανή και ονομάζεται Ευδοκία. Την φωνάζουν όμως Πλουσία. Όταν, μετά από δύο χρόνια, το 1920, ο Ιορδάνου τον στέλνει ως εκτιμητή καπνών στην Ελλάδα –στην Καβάλα συγκεκριμένα, από τις πρώτες καπνουπόλεις της εποχής– ο Κωνσταντίνος θα συναντήσει τον αδελφό του Γεώργιου, Ευγένιο Ιορδάνου επίσης πρόσωπο υπαρκτό, ισχυρό καπνέμπορο και πρώτο εκλεγμένο δήμαρχο, θα παραμείνει εκεί, προδίδοντας χωρίς καμιά τύψη τον Αλεξανδρινό ευεργέτη του.
 
Στην Καβάλα προστατεύεται και ευεργετείται, τόσο από τον Ευγένιο Ιοδάνου όσο και από τον Αυστριακό Άντολφ Βιξ (υπάρχει στην Καβάλα στην οδό Κύπρου το κτίριο Αντολφ Βιξ), ισχυρό οικονομικό και κοινωνικό παράγοντα.
 
Ο Κωνσταντίνος, σε μικρό χρονικό διάστημα, αναδεικνύεται σε έμπορο καπνού. Επιθυμεί να αποκτήσει γιο προς συνέχιση της ένδοξης οικογένειας των Δούκα, εις μάτην. Η Πλουσία γεννά, από μία κάθε χρόνο, πέντε θυγατέρες. Ο Κωνσταντίνος τις ονομάζει, διαδοχικά, Ανδρομάχη, Ανδρόκλεια, Ανδροφίλη, Ανδροθέα και Ανδρονίκη.
 
Πόλεμος, κατοχή, διακυμάνσεις του καπνικού αποτελούν το φόντο του βιβλίου. Την τύχη της οικογένειας δεν θα σας την μαρτυρήσω για να το διαβάσετε. Αξίζει τον κόπο… 
 
Το μυθιστόρημα εκτείνεται σε εβδομήντα πέντε χρόνια ακριβώς: 1900-1975. Σ’ αυτό διαγράφεται η μικροϊστορία της Καβάλας ως κομμάτι  της  μακροϊστορίας της Ελλάδας αυτής της περιόδου, παράλληλα δεμένη με το καπνικό ζήτημα το οποίο αποτελεί τον βασικό καμβά του βιβλίου.
 
Ο Αξιώτης αντλεί από την ιστορία:
  • το σκηνικό, μια υπέροχη κοσμοπολίτικη πολύγλωσση πόλη, την Καβάλα, με τα νεοκλασικά της κτίρια και τις καπναποθήκες, σταυροδρόμι πολιτισμών,
  • τα πρόσωπα, (ο δήμαρχος Ιορδάνου, ο Αδόλφος Βιξ, η οικογένεια Γρηγοριάδη, ο Βενιζέλος,), η αστική τάξη, οι καπνέμποροι, οι καπνεργάτες, οι πρόσφυγες και
  • γεγονότα (η άφιξη των προσφύγων, η μεγάλη απεργία των καπνεργατών, το περιστατικό με την ντίβα Ζωζώ Σαπουντζάκη με τις ζουμερές λεπτομέρειες, ο πρώτος κομουνιστής δήμαρχος, Παρτσαλίδης). 
Μεταχειρίζεται όμως με τέτοιο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα και ζητήματα, ώστε αφενός να έχουν ζωτική σημασία για τους κεντρικούς χαρακτήρες (τον Κωνσταντίνο Δούκα, την Πλουσία, την Ιουλία, που δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα) αλλά και για την αφήγηση, αφετέρου να αφήνουν όλες τις απαραίτητες ρωγμές για την είσοδο της λογοτεχνίας. Και αυτό είναι το ενδιαφέρον. Ο συγγραφέας συχνά χρησιμοποιεί τους πρωταγωνιστές και τη δράση τους με δεξιοτεχνία για να αποκαλύψει τις υπόγειες δυνάμεις που κινούν την ιστορική διαδικασία.  Δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πολυκεντρική διήγηση με αληθινά και πλαστά γεγονότα. Και έτσι, η ιστορία που πλαισιώνει τις «Πλωτές γυναίκες» μοιάζει να μην είναι ένα τελεσίδικο γεγονός, αλλά μια γλωσσική κατασκευή που αντικατοπτρίζει την οπτική της εποχής του συγγραφέα. Υπό αυτή την έννοια, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο ιστορικό μυθιστόρημα. 
 
Ποια είναι η στάση του συγγραφέα απέναντι στους ήρωές του; Ο πρωταγωνιστής, Κωνσταντίνος Δούκας, φιλόδοξος, αλαζόνας, χωρίς ηθικά ερείσματα. Ο συγγραφέας μοιάζει να μην του έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Δεν είναι τυχαίο ότι απαλλάσσεται από αυτόν βάζοντάς τον να πεθαίνει σε αεροπορικό ατύχημα  ‒υπαρκτό το ατύχημα, το 1ο της Ολυμπιακής‒. Από την άλλη η Λαλέ, Ευδοκία, Πλουσία αέρινη αλλά εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της. Όσο πιο αντιπαθής γίνεται στην εξέλιξη του βιβλίου ο Δούκας τόσο πιο συμπαθής αυτή. Η μορφή όμως που περιβάλλει με πολλή στοργή ο συγγραφέας είναι η Ιουλία: καρτερική, ζεστή, διακριτική, πανταχού παρούσα, νοιάζεται με ειλικρινή αγάπη και αφοσίωση για όλα τα μέλη της οικογένειας και τα φροντίζει ως την τελευταία στιγμή! 
 
Η σχέση πρωταγωνιστών και κομπάρσων είναι απολύτως λειτουργική στο κείμενο με την έννοια ότι μέσω της διεπίδρασής τους  αναπαριστάται η πολύχρωμη, πολύγλωσση ατμόσφαιρα της Καβάλας. Λειτουργική είναι και η χρήση της γλώσσας, ρέουσα, ευχάριστη σαν να ηχούν στα αφτιά μου, όταν μιλά η Ιουλία τα λόγια των δύο προσφυγικής καταγωγής γιαγιάδων μου, το ιδιόλεκτο της οικογένειάς μου, του καβαλιώτικου περίγυρού μου, πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς; Η γλώσσα του Αξιώτη δίνει μια αίσθηση βιωμένης πραγματικότητας που συμβάλλει στην αναπαράσταση της ατμόσφαιρας της Καβάλας την μακρά περίοδο στην οποία διαδραματίζεται η πλοκή.
 
Διάβασα το βιβλίο τα Χριστούγεννα. Πλάι στην βιωματική εικόνα που είχα για την γενέτειρα πόλη μου, την δική μου Καβάλα, το βιβλίο μου χάρισε απλόχερα μια άλλη παράλληλη, γοητευτική, ελκυστική, εικόνα της πόλης μου, εκείνη της Καβάλας των «Πλωτών γυναικών». Αυτή την εικόνα αναζήτησα μες στις γιορτές περιδιαβαίνοντας εκ νέου την πόλη προκειμένου να  ακολουθήσω  τα ίχνη των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Και ήταν σαν να την ξαναγνώριζα από την αρχή! Για αυτό ευχαριστώ τον Διαμαντή Αξιώτη!»

Αναλυτικά το ρεπορτάζ από τη βιβλιοπαρουσίαση εδώ

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine