Όταν το εθνικιστικό χθες «ακυρώνει» τις ελπίδες του αύριο

12.12.2017 09:03

Ρεπορτάζ: Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη

Πολύτιμη από κάθε άποψη, μυθιστορηματική κατάθεση, των «άκυρων» του ελληνικού παρελθόντος στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Κοσμά Χαρπαντίδη «Το Άκυρο αύριο» - Παρουσιάστηκε στην Κομοτηνή από τον «Παρατηρητή της Θράκης» και το Εργαστήριο Γλωσσολογίας του ΤΕΦ «+μόρφωση»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

«Το άκυρο αύριο», το νέο μυθιστόρημα του Δραμινού εκ καταγωγής και Καβαλιώτη εξ επιλογής, συγγραφέα κ. Κοσμά Χαρπαντίδη, αποτέλεσε τον λόγο σύμπραξης για δεύτερη φορά, της εφημερίδας «Παρατηρητής της Θράκης» και του Εργαστηρίου Γλωσσολογίας του Τ.Ε.Φ. του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης «+μορφωση».
 
Μία συνεργασία που ήδη, εν τη γενέσει της, πολλά όμορφα έχει «καταθέσει» και πολλά ακόμα αναμένονται στο  μέλλον, άμεσο και έμμεσο.
 
Μία τέτοια όμορφη και πολύτιμη, ως προς τα όσα ακούστηκαν και κατατέθηκαν για την αξία του παρελθόντος, ως πολύτιμο «συνοδοιπόρο» αλλά όχι ως εμμονή, για την πορεία μας στο παρών και κυρίως στο μέλλον, «κατάθεση» ήταν και αυτή, της παρουσίασης του πρόσφατου βιβλίου του κ. Χαρπαντίδη, που έλαβε χώρα την Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου, στη Λέσχη Κομοτηναίων.
 


Παρουσία του συγγραφέα, καθώς και πλήθους συμπολιτών, και όχι μόνο, μεταξύ των οποίων ο βουλευτής Ροδόπης Ιλχάν Αχμέτ, ο πρώην υφυπουργός και δικηγόρος  Γιώργος Πεταλωτής, η πρόεδρος του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ Μαρία Τζιάτζη, η υπεύθυνη σχολικών δραστηριοτήτων της Διεύθυνσης δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στη Ροδόπη Κατερίνα Σχοινά, ο ΕΔΙΠ του ΤΕΦ-ΔΠΘ Σπύρος Κιοσσές, ο γνωστός δημοσιογράφος και επίσης συγγραφέας κ. Σταύρος Τζίμας, καθώς και οι δημοσιογράφοι κ. Δάμων Δαμιανός και  Μάνθος Γκαμπέλης.
 
Επίσης στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πολλοί φίλοι και συνάδελφοι του συγγραφέα όπως, οι δικηγόροι Έλπη Μπλεκάτση, Σοφία Μιχαλιτσούδη, οι φιλόλογοι Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, η Σοφία Σουβατζόγλου, ο συγγραφέας Ιγνάτης Χουβαρδάς, η αρχαιολόγος Νάγια Δαλακούρα, ο συνταξιούχος οφθαλμίατρος Ηλίας Αθανασόπουλος και η σύζυγός του, και πολλοί πολλοί φοιτητές…
 


Με εξίσου «πολύτιμους» εισηγητές, ήτοι την κ. Ζωή Γαβριηλίδου, καθηγήτρια του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας Δ.Π.Θ. και Κοσμητόρισσα της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ, τον κ. Χάρη Μιχαλόπουλο, επίκουρο καθηγητή του Τμήματος επίσης, καθώς και τον κ. Χρήστο Βασματζίδη, νομικό και κριτικογράφο. Με την εξαιρετική απόδοση αποσπασμάτων του μυθιστορήματος από  τη φιλόλογο κ. Άρτεμι Αρχοντογεώργη και τον συντονισμό της δημοσιογράφου κ. Νατάσσας Βαφειάδου. 

Χάρης Μιχαλόπουλος «Η πένα του Χαρπαντίδη ανασύρει από το περιθώριο -της κοινωνίας, της ιστορίας, του δημόσιου λόγου- απλούς ανθρώπους και τις αθόρυβες βιογραφίες τους» 

Άλλωστε όπως σημείωσε στην εισήγησή του ο πρώτος ομιλητής της εκδήλωσης κ. Χάρης Μιχαλόπουλος «σε αυτήν την πόλη ο καλός φίλος και συντοπίτης δεν είναι καθόλου ξένος ούτε έχει βρεθεί λίγες φορές στη ζωή του». Γιατί όπως εξήγησε «ο Κοσμάς Χαρπαντίδης είναι παλιός γνώριμος, υπήρξε και κάτοικος Κομοτηνής στα φοιτητικά του χρόνια στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου. Ανήκει σε εκείνους τους πρώτους φοιτητές που με την άφιξή τους έκαναν τη ζωή της Κομοτηνής να αλλάξει αφήνοντας την γκρίζα και βαριά ατμόσφαιρα του παρελθόντος, την ατμόσφαιρα μιας πόλης επαρχιακής που ξεβολεύεται, που μοιάζει να θέλει την αλλαγή, μα όταν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με εκείνη δεν ξέρει πολλές φορές τι να κάνει».
 


Στηριζόμενος στη μνήμη αυτή, η οποία διασώζει την πραγματικότητα, «άτακτα, μπερδεμένα, αλλά και από καρδιάς» μίλησε ο κ. Μιχαλόπουλος, περιγράφοντας έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε διαρκή πνευματική εγρήγορση, διαβάζοντας, μελετώντας, ακούγοντας και συνομιλώντας.
 
«Λιτή και καίρια γραφή» συνέχισε ο ίδιος «διακρίνεται για την εκφραστική της αυστηρότητα και την προσεγμένη επιλογή του λεξιλογίου που διατηρούν ζωντανό τον ρυθμό της αφήγησης. Τόνος χαμηλός και έντονα εκμυστηρευτικός· δεν παρασύρεται σε επιφανειακές ηθογραφήσεις ή λογοτεχνικές αναπολήσεις (ψευδο)ιστορικού τύπου», αλλά «η πένα του Χαρπαντίδη ανασύρει από το περιθώριο (της κοινωνίας, της ιστορίας, του δημόσιου λόγου) απλούς ανθρώπους και τις αθόρυβες βιογραφίες τους. Άνθρωποι μονήρεις, καπνεργάτες, πρόσφυγες, μετανάστες, ανώνυμες και σιγανές φωνές, αυτοί που σήκωσαν την πόλη στα χέρια, όπως γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά, θα σταθούν τώρα δίπλα στην γραφίδα του».
 
Μια γραφή, «ζυμωμένη» με την ιστορία και τις ζώσες μνήμες του τόπου καταγωγής και ζωής του, η οποία όπως τόνισε ο κ. Μιχαλόπουλος απομακρύνει τον συγγραφέα, από κάθε ίχνος κακώς εννοούμενου επαρχιωτισμού.
 
«Ο Χαρπαντίδης δε γράφει στο κενό και ταυτόχρονα αποφεύγει τον κίνδυνο προσκόλλησης στο τοπικό και το συγκεκριμένο» συνέχισε ο ίδιος, επισημαίνοντας πως ως άνθρωπος της εποχής, με ευαίσθητες και σηκωμένες τις πολιτικές και κοινωνικές του αντένες «μάς προσφέρει το νέο του μυθιστόρημα, Το άκυρο αύριο, όπου ο τόπος μας με την πολύπαθη ιστορία της τριπλής βουλγαρικής κατοχής και του εμφυλίου ανασύρεται από τη σκόνη της λήθης και έρχεται στο προσκήνιο, δίνοντας την ευκαιρία να πραγματευτούμε σκοτεινές πτυχές του δικού μας ζοφερού πολιτικού και κοινωνικού μας παρόντος». 

Ζωή Γαβριηλίδου «“Το άκυρο αύριο” φέρνει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με τις συνέπειες των ταπεινών της ενστίκτων» 

Ένα μυθιστόρημα για το περιεχόμενο του οποίου μίλησε λαμβάνοντας στη συνέχεια τον λόγο η Κοσμητόρισσα της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΔΠΘ κ. Ζωή Γαβριηλίδου.
 
« Μέσα από τον ήρωά του Πρόδρομο Αρσλάνογλου ή Αρσλάν αγά με το φοβερό προσωνύμιο Καπετάν Θάνατος  ο Χαρπαντίδης διαχειρίζεται λογοτεχνικά με παρρησία ένα επίκαιρο θέμα, τον πατριωτισμό, σε μια συγκεκριμένη συγχρονία που τα ταμπλόιντ μιλούν για βάρος του προσφυγικού, κύμα ή βόμβα ή εισβολή προσφύγων, και τη στιγμή που φράχτες στήνονται, μάλιστα όχι μακριά από εδώ, ή  μέχρι πρότινος γινόταν εθνοκαθάρσεις στο όνομα της εθνικής ομοιογένειας».
 
«Ο Χαρπαντίδης μας μιλά για έναν πατριωτισμό που ξεγλιστρά προς την πατριδοκαπηλία και τον εθνικισμό. Έναν πατριωτισμό που καλεί τα δρώντα υποκείμενα να θυσιάσουν τη ζωή τους για μια “φαντασιακή κοινότητα”  όπως το έθνος ή φυλή. Έναν πατριωτισμό που μεταλλάσσεται στη διαχρονία, μα κατά βάθος παραμένει ίδιος. Και εκφάνσεις του αποτελούν τόσο ο Αρσλάνογλου, αρχηγός μιας εθνικιστικής αντάρτικης ομάδας, που αρχικά πολεμά εναντίον των Γερμανών και των Βουλγάρων στα βορειοελλαδικά σύνορα, αλλά μετά κατά των κομμουνιστών και καμαρώνει φωτογραφιζόμενος με τα κεφάλια των εαμιτών, όσο και, στη σύγχρονη εποχή, οι επίγονοί του, η ακροδεξιά οργάνωση Σπαρτιατική “Λάβρυς” με απόψεις για την καθαρότητα και την προστασία της ελληνικής φυλής, οι οποίοι διατρέχουν τα περάσματα ανακαλύπτοντας λαθρομετανάστες, ενώ συχνά υποβοηθούν  το έργο της αστυνομίας» εξήγησε, κάνοντας ειδική μνεία στην μαεστρία με την οποία χτίζει λογοτεχνικά ο Χαρπαντίδης το προφίλ των ανθρώπων αυτών. Άνθρωποι «αμόρφωτοι και ακαλλιέργητοι, ανορθολογιστές και δεισιδαίμονες, στενόμυαλοι, και βίαιοι» που κρύβονται στην αγέλη, σαν άλλοι λύκοι, ενώ όταν μένουν μόνοι αποτελούν μια ασήμαντη μονάδα απογυμνωμένη από κάθε ισχύ.
 


«Οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος τοποθετούνται σε ένα σκηνικό μισαλλόδοξο: πρόκειται για το τοπίο μιας μικρής επαρχιακής πόλης, νοσηρό και παρακμιακό! Είναι η βόρεια μεθοριακή γραμμή, τόσο οικεία σε μένα, η Μικρόπολη Δράμας, εκεί στο οροπέδιο, με τον στενόμυαλο εθνικισμό της, την οπισθοδρομικότητά της και τη διαφθορά της» συνέχισε η ίδια, εξηγώντας πως με το γεωγραφικό αυτό σημείο,  «ο αναγνώστης παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον την κατίσχυση των πιο αντιδραστικών πρακτικών, στο προβάδισμα ενός γκρίζου θυμικού έναντι της πολυπρισματικής λογικής, στην πρωτοκαθεδρία του μηχανισμού της άλογης βίας, όπως αυτή που οδήγησε στη σφαγή “ελασιτών” από τον Αρσλάνογλου, ή στον εμπρησμό του ξενοδοχείου “το Κουρδιστό Αρκούδι” και τον ξυλοδαρμό της αφηγήτριας της φίλης της και της μητέρας της από την Σπαρτιατική Λάβρυ».
 
Το δίπολο μνήμη-λήθη, ή η αλλιώς της επιλεκτικής μνήμης που οδηγεί στην αποσιώπηση, είναι σύμφωνα με την κ. Γαβριηλίδου η βασική έγνοια του συγγραφέα, ο οποίος, όπως τόνισε η ίδια «μέσα από τη χρήση μέσα στο κείμενο του ζεύγους μνήμης-λήθης και επιλογών ότι ο Χαρπαντίδης προσπαθεί να προσεγγίσει το γεγονός του εμφύλιου διχασμού νηφάλια, χωρίς στράτευση αλλά δίνοντας σαφές ιδεολογικό στίγμα».
 
« “Το άκυρο αύριο”, πάντως μέσα από ένα διαρκές αριστοτεχνικό αφηγηματικό πέρασμα από τη συγχρονία στη διαχρονία φέρνει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με τις συνέπειες των ταπεινών της ενστίκτων» κατέληξε, προτρέποντας όπως άλλωστε και ο συγγραφέας, « να διαβάσουμε τα προειδοποιητικά σημάδια μιας καταστροφής». 

Χρήστος Βασματζίδης «“Το άκυρο αύριο” του Χαρπαντίδη, μία ολοκληρωμένη λογοτεχνικά συνθήκη ψυχισμών» 

«Ως ένα μυθιστόρημα στο οποίο τα ιστορικά γεγονότα, χρησιμοποιούνται για να διαλεχθούν με το παρόν, να φέρουν στην επιφάνεια τη μνήμη που δεν ειπώθηκε, να αναψηλαφίσουν την ιστορική διαδικασία και να θέσουν νέα ερωτήματα και προβληματισμούς, καθώς και για να αντιμετωπίσουν τους πρωταγωνιστές τους ως πεπρωμένα μιας ιστορικής διάστασης, με λίγα λόγια να θέσουν τα ιστορικά γεγονότα ως «ιστορική συνείδηση», μέσα από την μετάπλαση κάθε ιστορικού γεγονότος σε στοιχείο λογοτεχνικού μύθου, απ’ όπου η τέχνη της μυθιστορίας θα κρατήσει τον πρώτο και τελευταίο λόγο», περιέγραψε το «Άκυρο αύριο» ο δικηγόρος και κριτικογράφος κ. Χρήστος Βασματζίδης.
 
Σύμφωνα με τον ίδιο, με βάση μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, την κατοχή και τον εμφύλιο, σε ένα συγκεκριμένο τόπο στο οροπέδιο της Μικρόπολης Δράμας και με ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο τον Πρόδρομο Αρσλάνογλου ή Αρσλάν αγά, μυθοπλαστικό έτερο  του ιστορικού προσώπου  Αντών Τσαούς που έδρασε στην περιοχή, ο συγγραφέας  παρακολουθεί τον ήρωά του σε πολλές εκφάνσεις του βίου του «από τη σκοπιά του παρόντος», ενώ «ταυτόχρονα δεικνύει πώς  οι αντιλήψεις και η δράση του Αρσλάνογλου έχουν επιρροή στο τώρα, πώς σχηματίζεται η ιστορία του ίδιου και πώς αυτή η ιστορία με την γλώσσα των συμβόλων και των μνημείων επιδρά στη συλλογική ή κοινοτική μνήμη».
 


«Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τον  ψυχισμό του θηριώδη Αρσλάν αγά, (φιλοδοξία, υστεροφημία, πάθος για εξουσία). Ενώ και από την αφηγήτρια Αθηνά Παγκρατίδου, η οποία ξεκινά μία ιστορική έρευνα, δεν λείπει η ιδιοτέλεια. Ν’ αποκαταστήσει τη μνήμη του αυτόχειρα πατέρα της. Κοντά σ’ αυτούς, οι μάζες, η στρατιωτικοποιημένη ναζιστική οργάνωση “Σπαρτιατική Λάβρυς”, η θρησκευτική κοινότητα του μοναστηριού Αητοβίτσας, βουτηγμένες στις προλήψεις και στον δογματισμό, κατασκευάζουν ήρωες για να επηρεάσουν την ιστορική εξέλιξη. Αρκεί ένα χέρι που δεν εφθάρη από το χρόνο για να έρθει η αγιοποίηση. Και όλα αυτά τα γεγονότα αναπτύσσονται σε μία διάρκεια πολλών ετών στη διήγηση. Φαίνονται όμως να είναι γεγονότα παρόντος, αφού η αφηγήτρια τα εξερευνά στον δικό της βιωματικό χρόνο. Ακόμη και στο σημείο που  γράφεται ότι το παρελθόν κλείστηκε στα ντουλάπια, η μετέπειτα εξέλιξη του μυθιστορήματος δείχνει ότι ο Αρσλάν αγάς έκανε κυριολεκτικά ότι περνούσε από το χέρι του για να μείνουν ανοιχτά τα ντουλάπια γι  αυτόν» εξήγησε για να επισημάνει πως « Άγιος ή τέρας ο Αρσλάνογλου, αυτός που σφάγιασε για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής, (αν και αποδείχθηκε ότι τρέχει τούρκικο αίμα στις φλέβες του), κατασκεύασε τη μνήμη του μέλλοντος».
 
«Ο Χαρπαντίδης δεν χαρίζεται στην ιστορία και στους ήρωες. Ψάχνει στις όχθες της και ανασύρει τις μικρές λεπτομέρειες για να μας δείξει τον τρόπο καταγραφής της. Ακολουθεί τους χαρακτήρες του στη φύση, στις κοινωνικές και οικογενειακές τους σχέσεις, στις επαγγελματικές ενασχολήσεις στις μύχιες και σκοτεινές δραστηριότητές τους, στις ευαισθησίες και στις σκληρότητές τους. Αναλύει με μεστές περιγραφές το ρόλο των μαζών, παρουσιάζει τον διαβρωτικό ρόλο των δογμάτων και των συμβόλων.  Θέτει ερωτήματα για την πρόοδο, την ατομική και συλλογική μνήμη που τελικά χειραγωγεί το παρόν» επεσήμανε καταλήγοντας παρουσιάζοντας «μία ολοκληρωμένη λογοτεχνικά συνθήκη ψυχισμών. Συνθέτει τις πλευρές της δόξας και της βίας θυμίζοντάς μας, ότι τα περασμένα ανήκουν στις σκέψεις και στη γλώσσα μας. Και ότι πολλά ακόμη μένουν ρευστά και  ανολοκλήρωτα, καθώς υπόκεινται στη βάσανο της γλωσσικής κατασκευής».
                                                

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine