Ξυπνα το ελληνικο σινεμα απο το ληθαργο;

Με την είσοδο των τηλεοπτικών δεκτών και των βίντεο στα σπίτια μας ο παλιός, καλός ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε τη δύση του και πέρασε στο παρελθόν. Όλο και λιγότερες ελληνικές παραγωγές προβάλλονταν στη μεγάλη οθόνη, καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και η ποιότητα ήταν σαφώς πολύ χαμηλότερη. Παραγωγές που γίνονταν «στο πόδι», παραγωγές που πέρασαν απαρατήρητες, παραγωγές που μάλλον ζητούσαν το εύκολο χρήμα, χωρίς να παράγουν κανένα έργο. Ήρθε και η «αγαπημένη» κρίση και τα αποτελείωσε όλα. Σαφώς, βέβαια, υπάρχουν και κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις κυρίως της δεκαετία του ’00, με την Πολίτικη Κουζίνα, τις Νύφες και το κύκνειο άσμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου να δίνουν μια προσωρινή ελπίδα ανάκαμψης του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και κάποιες κωμωδίες (που κατηγορήθηκαν βέβαια για πολύ χαμηλό επίπεδο) οι οποίες «έσπασαν» τα κινηματογραφικά ταμεία, αλλά δεν έφεραν καμία αλλαγή.
 
Στη «δύσμοιρη» δεκαετία του ’10 τα πράγματα άλλαξαν. Οι τηλεοπτικές παραγωγές εξαφανίστηκαν, μεγάλα «αστέρια» της σκηνοθεσίας και της ηθοποιίας αποβλήθηκαν από τη μικρή οθόνη και αποφάσισαν να κάνουν την προσπάθειά τους στη μεγάλη. Η αρχή, ωστόσο, έγινε με πολύ φθηνές παραγωγές, κακογραμμένα σενάρια και κακές διασκευές αγαπημένων έργων του παρελθόντος, τηλεαστέρες που δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και εν τέλει ταινίες που μόλις έπαψαν να διαφημίζονται ξεχάστηκαν για πάντα. Αυτό όσον αφορά στον εμπορικό βέβαια κινηματογράφο, γιατί υπάρχει και ο άλλος κινηματογράφος. Ο κινηματογράφος του Λάνθιμου και του Κούτρα (που, μεταξύ μας, αν δεν τους επαινούσαν οι ξένοι εμείς δε θα τους είχαμε πάρει χαμπάρι), ο κινηματογράφος όλων των φιλόδοξων νέων σκηνοθετών που δυστυχώς επειδή δεν τους αγαπούν τα ΜΜΕ οι εξαιρετικές ταινίες τους δεν έγιναν αντιληπτές στο ευρύ κοινό.
 
Υπάρχει τελικά σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος που μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ποιότητα και την εμπορικότητα; Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι σαφώς οι δύο νέες ταινίες που παίζουν τώρα στις αίθουσες, το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη και το «Ένας άλλος κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη που ξεκίνησε να προβάλλεται την Πέμπτη (προκαλώντας δυσφορία στους φανατικούς των star wars). Οι δύο αυτές ταινίες κατάφεραν να συνδυάσουν τη μεγάλη παραγωγή με την εμπορικότητα. Πολλές ώρες γυρισμάτων, πολλή δουλειά, μεγάλο budget, ηθοποιοί καθόλου τηλεοπτικοί και μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Σίγουρα υπάρχουν και οι απαιτητικοί επικριτές των δύο δημιουργών οι οποίοι μιλούν για μέτρια αποτελέσματα (άλλωστε και οι δύο σκηνοθέτες είναι παιδιά που αγαπιούνται και μισούνται φανατικά απ’ το κοινό).
 
Αλλά δεν είμαστε εμείς «Κουτσογιαννόπουλοι» για να κρίνουμε τις δουλειές αυτές, αλλά μπορούμε να κρίνουμε το αποτέλεσμα. Ένα αποτέλεσμα που σίγουρα δίνει ώθηση στον ελληνικό κινηματογράφο να κάνει βήματα προς τη χαμένη αίγλη του, να δείξει ότι είναι ακόμα ζωντανός και να πείσει κόσμο να επενδύσει και πάλι σε αυτόν. Μπορούμε να κάνουμε τον ελληνικό κινηματογράφο και πάλι συνήθεια, αρκεί να στηρίξουμε τους Έλληνες δημιουργούς, ωθώντας τους να ανεβάσουν τον πήχη και να βλέπουμε όλο και καλύτερες δουλείες από εκείνους. Ας πάψουμε να είμαστε τόσο «αμερικανάκια» κι ας κάνουμε την αρχή για έναν καλύτερο νέο ελληνικό κινηματογράφο. Ν.Μ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.