«Δεντρα, πολλα δεντρα»: Αναμνησεις απο τη ζωη της μαμας

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου γράφει για το βιβλίο της Ρούλας Γεωργακοπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου είναι δημοσιογράφος με πολύχρονη παρουσία καθώς και θεατρική συγγραφέας με έργα που άρχισαν να ανεβαίνουν στις αθηναϊκές σκηνές ήδη από το 1986. Το μικρό πεζό «Δέντρα, πολλά δέντρα» (εκδόσεις Πόλις) δεν ανήκει παρόλα αυτά ούτε στη δημοσιογραφία ούτε στο θέατρο. Πρόκειται για ένα πυκνό, κοφτό και ιδιαιτέρως εξομολογητικό κείμενο, όπου πρωταγωνιστεί η Βασιλική Γεωργακοπούλου, η μητέρα της Ρούλας, που πέθανε σε προχωρημένη ηλικία από άνοια. Τέτοια γραπτά αντιμετωπίζουν συνήθως τον κίνδυνο την αισθηματολογίας, που μπορεί να γίνει χειρότερη αν επικρατήσουν οι μελοδραματικοί τόνοι. Πώς να σταθεί όμως κανείς σε απόσταση από ένα γεγονός όπως ο θάνατος της μάνας, όποτε κι αν είναι να έλθει;
 
Η Γεωργακοπούλου αποφεύγει εξαρχής τον κίνδυνο χάρη στη γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί. Ειρωνική και ταυτοχρόνως αγαπητική, έτοιμη να απευθυνθεί με απέραντη τρυφερότητα στο πρόσωπο το οποίο έχει χαθεί διά παντός, αλλά και ικανή να ξετυλίξει με σχεδόν κωμικό τρόπο τα μνημονικά ψηφία που έρχονται από το απώτερο ή το απώτατο παρελθόν, η συγγραφέας καταφέρνει να μιλήσει για τη μακρά μητρική παρουσία στη ζωή της χωρίς να καταλήξει ούτε μία φορά στον συναισθηματικό εκβιασμό του αναγνώστη και δίχως εκ παραλλήλου να στεγνώσει (κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο) τις αναμνήσεις της κρυμμένη πίσω από ένα ψεύτικα οργίλο ή επιδεικτικά κυνικό ύφος.
 
Επιχειρώντας ένα σύντομο χρονικό της οικογένειάς της στην Καλαμάτα, που ξεκινάει από τις ρίζες της μαμάς και του γιατρού μπαμπά της, η Γεωργακοπούλου προλαβαίνει να σκιαγραφήσει αποσπασματικά την ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του 1960 και του 1970 (όταν η ίδια ήταν πρώτα παιδί και κατόπιν έφηβη ή κορίτσι), ο σταθερός της όμως στόχος, σε όλη την πορεία της αφήγησης, είναι η σχέση με τη μάνα. Σχέση δύσκολη και καταπιεστική, αλλά και κατά κάποιον τρόπο συνωμοτική και συνενοχική, που θα βγάλει σταδιακά στην επιφάνεια και τους άλλους οικογενειακούς δεσμούς: από τη μια πλευρά την επίσης δύστροπη επαφή με τον πατέρα και από την άλλη το πλέγμα το οποίο ενώνει μεταξύ τους τις τρεις κόρες και αδελφές που περιστοιχίζουν τη μάνα.
 
Το παιχνίδι του χρόνου και της μνήμης αναλαμβάνει σε ένα τέτοιο πλαίσιο απαραγνώριστο ρόλο: ο θάνατος πολλαπλασιάζει τις ανακλήσεις στις οποίες κυριαρχεί η μορφή της μητέρας και μαζί με αυτές οργανώνει σε ένα είδος άναρχης (όχι όμως και αναρχούμενης) τάξης τα σκόρπια ίχνη του παιδικού και του νεανικού βίου της αφηγήτριας, σε αγαστή πάντοτε σύγκλιση με τα όσα εκπέμπει η εικόνα της Βασιλικής. Και η άνοια, μέσα στην οποία θα σβήσει εντέλει η Βασιλική, δεν έχει τίποτε το αποθαρρυντικό ή το καταθλιπτικό: είναι είτε μια ασπίδα απέναντι στο επερχόμενο γεγονός του θανάτου, που κατορθώνει έτσι να μη γίνει αντιληπτός, είτε μια πηγή ευφορικής έντασης του αρρώστου ο οποίος μοιάζει ικανός να τινάξει στον αέρα τον κόσμο με τις λεκτικές του αποδρομές και επιδρομές. Αλλά μήπως κάτι ανάλογο δεν κάνει κάποτε και η λογοτεχνία;
 
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.