Ο Μουσταφα Χατζη Ιμπραχημ στα τενεκετζιδικα συνεχιζει την οικογενειακη του παραδοση

…και εξηγεί πώς ένα επάγγελμα του χθες παραμένει ζωντανό στο σήμερα

Περπατώντας κανείς στα γραφικά σοκάκια πίσω από το Ρολόι σίγουρα θα προσέξει πως υπάρχει μία γειτονιά που παραπέμπει σε μία άλλη εποχή. Είναι τα λεγόμενα «Τενεκετζίδικα», μία από τις παλαιότερες γωνιές της Κομοτηνής.
 

Η περιοχή πολλά χρόνια πριν ήταν πλημμυρισμένη από μικρά μαγαζάκια με μάστορες που έφτιαχναν με τα χέρια τους από σόμπες και μπουριά μέχρι οικιακά σκεύη. Η σύγχρονη τεχνολογία, όμως, άνοιξε τον δρόμο για μαζική παραγωγή. Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, τα μικρά «τενεκετζίδικα» εξαφανίστηκαν ή άλλαξαν χρήση.
 
Ο κ. Μουσταφά Χατζή Ιμπραχήμ, ωστόσο, συνεχίζει ακόμα και σήμερα την παράδοση της οικογένειάς του. Μιας παράδοσης που ξεκινά έναν περίπου αιώνα πριν, όταν ο παππούς του άνοιξε το μαγαζί που έμελλε να παραμείνει ανοικτό μέχρι και σήμερα, περνώντας από γενιά σε γενιά. 

Μουσταφά Χατζή Ιμπραχήμ «Ασχολούμασταν με μπουριά και σόμπες, γιατί παλιά η λαμαρίνα χρησιμοποιούταν πολύ» 

Ανοίγοντάς μας την πόρτα του λευκοσιδηρουργείου του, ο ίδιος μας αφηγήθηκε την ιστορία του. «Εμείς είμαστε παραδοσιακοί τενεκετζήδες ή αλλιώς λευκοσιδηρουργοί. Αυτό το μαγαζί στην αρχή λεγόταν τενεκετζίδικο – σομπατζίδικο. Ασχολούμασταν με μπουριά και σόμπες, γιατί παλιά η λαμαρίνα χρησιμοποιούταν πολύ μιας και δεν υπήρχαν υλικά, όπως  πλαστικό, εμαγιέ, ανοξείδωτο.
 

Το αλουμίνιο χρησιμοποιούταν σε μερικά σημεία μόνο κι έτσι ο τενεκές ήταν μία πολύτιμη ύλη. Η τεχνολογία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη στην  περιοχή, ήμασταν μικρομάγαζα και κάναμε με το χέρι σχεδόν τα πάντα. Παλιά, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, είχαμε πολλές δουλειές. Υπήρχαν αρκετά μαγαζιά σαν αυτό και εδώ και σε άλλες περιοχές, όπως στην Ηρώων», θυμήθηκε για να μιλήσει για το σήμερα.
 

Πώς, όμως, καταφέρνει ένα επάγγελμα του χθες να παραμένει ζωντανό στο σήμερα; Ο κ. Χαζή Ιμπραχήμ εξήγησε πως «μεγάλη ζήτηση στην παραδοσιακή μας δουλειά δεν υπάρχει πλέον, γιατί τώρα έχουν βγει κι άλλα υλικά. Για παράδειγμα το εμαγιέ είναι ένα υλικό που δεν καίγεται στη φωτιά, αντέχει. Όλες οι σόμπες και τα μπουριά έχουν γίνει από αυτό το υλικό. Εμείς, όμως, δεν μπορούμε να το δουλέψουμε, χρειάζεται εργοστάσιο για αυτές τις δουλειές». 

«Μετά από εμένα το μαγαζί θα τελειώσει» 

«Ο κόσμος με τα χρόνια άρχισε να χτίζει καινούργια σπίτια κι έτσι μπήκαν στην αγορά εισαγόμενα προϊόντα και οι σόμπες αντικαταστάθηκαν από καλοριφέρ. Αρχίσαμε κι εμείς να βάζουμε άλλα προϊόντα στο μαγαζί, όπως τουριστικά είδη, μπρίκια, οικιακά σκεύη, πλαστικά, αλουμίνια, εμαγιέ, σιδηρικά και γεωργικά» συμπλήρωσε μιλώντας για το πώς έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί.
 

«Εγώ είμαι μάστορας της λαμαρίνας. Από μία πλάκα μπορώ να φτιάξω ό,τι παραγγείλει κανείς!  Είμαι τρίτης γενιάς τενεκετζής. Ο μπαμπάς μου πήρε το μαγαζί από τον παππού μου κι εγώ το συνεχίζω μέχρι σήμερα. Μετά από εμένα όμως το μαγαζί θα τελειώσει. Ο γιος μου και η κόρη μου σπουδάζουν και δεν θα το κρατήσουν, εξάλλου αυτή δεν είναι γυναικεία δουλειά», ολοκλήρωσε για να μας δείξει στη συνέχεια ένα προς ένα όλα τα αντικείμενα που μπορεί κανείς να βρει στα ράφια του. 

Κάθε αντικείμενο μία μικρή ιστορία … 

Το κάθε τι μέσα στο λευκοσιδηρουργείο του κ. Μουσταφά Χατζή Ιμπραχήμ προκαλεί εντύπωση. Ο ίδιος επιμένει να χρησιμοποιεί τα παλιά του εργαλεία, «κορδονιέρα» και «πόντα» με τα οποία επεξεργάζεται τα υλικά του, φτιάχνοντας από οικιακά και γεωργικά σκεύη μέχρι μινιατούρες από συσκευές που δεν υπάρχουν πια.
 

Είδη καθημερινής χρήσης, διακοσμητικά, μύλοι για καφέ και μπαχαρικά, μπρίκια, γουδοχέρια, ποντικοπαγίδες φτιαγμένες στο χέρι ακόμα και μεγάλα ταψιά επαγγελματικής χρήσης για φούρνους είναι μερικά από τα αντικείμενα που γεμίζουν τα ράφια του. 

Μινιατούρες από συσκευές που δεν υπάρχουν πια 

Το κάθε ένα κρύβει από πίσω του μία μικρή ιστορία. Η μινιατούρα από το λεγόμενο «φανάρι» για παράδειγμα, που ο ίδιος έφτιαξε σαν ενθύμιο «έχει γύρω γύρω σίτες και μέσα ράφια. Αυτό φανταστείτε ότι ήταν πιο μεγάλο, εγώ τώρα έχω φτιάξει μία μινιατούρα. Εδώ παλιά όταν δεν υπήρχαν τα ψυγεία έβαζαν οι νοικοκυρές τα φαγητά. Το κρεμούσαν σε ένα δροσερό μέρος για να αερίζεται και αυτό διατηρούσε τα τρόφιμα».
 

Την τιμητική τους έχουν εργαλεία για γεωργούς και κτηνοτρόφους, επεσήμανε δείχνοντάς μας τα «καρδάρια» και τα «γκιούμια».
 
«Όλοι τότε ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι και χρειάζονταν διάφορα εργαλεία για την δουλειά τους. Αυτή εδώ είναι καρδάρα. Είναι για να αρμέγουν οι κτηνοτρόφοι την αγελάδα. Κατόπιν έβαζαν το γάλα της στο γκιούμι. Φτιάχνουμε γκιούμια από 5 λίτρα μέχρι 25 λίτρα. Είχαν ένα χερούλι, ενώ μετά από 10 λίτρα βάζαμε και ένα δεύτερο χερούλι επειδή γινόταν βαρύ ώστε να μπορούν να το κουβαλούν και δύο άτομα. Κάναμε και διανομή στα σπίτια με το λεγόμενο “λίτρο” και μετά άδειαζε το γάλα στο σκεύος της νοικοκυράς».
 

«Εμείς με αυτά τα γάλατα μεγαλώσαμε» θυμήθηκε με νοσταλγία, δείχνοντας στη συνέχεια ένα κόσκινο. «Αυτό το κόσκινο. Το φτιάχνω εγώ και χρησιμεύει  για τραχανά, αλεύρι ή καλαμποκάλευρο. Οι κυψέλες είναι πυκνές ή αραιές, ανάλογα με τη δουλειά που θα το χρησιμοποιήσει κανείς», κατέληξε.
 

Χρειάζονται μέρες για να το εξερευνήσει κανείς ολόκληρο το λευκοσιδηρουργείο του κ. Μουσταφά Χατζή Ιμπραχήμ , ακούγοντας προσεκτικά τις αφηγήσεις του για το κάθε ένα από τα όσα φτιάχνει με μεράκι. Σε κάθε περίπτωση και μόνο οι μνήμες που κουβαλά μπορούν να αποτελέσουν ένα χρήσιμο μάθημα οικιακής οικονομίας μιας άλλης εποχής αλλά και μια αφορμή αναστοχασμού των αναγκών μας.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.