Ωδη στην Ταλα

Η Τάλα, ένα μικρό κορίτσι 4 ετών, βρέθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2014, ημέρα Κυριακή, μέσα σε έναν οικίσκο γεώτρησης για την άρδευση χωραφιών, στο Θούριο του Έβρου, από έναν κάτοικο του χωριού.

Τελικά οι ειδήσεις δεν περνούν με τον ίδιο τρόπο για όλους… Για όλους όσοι τις παρακολουθούν και την ίδια ώρα διαγράφονται  με την ταχύτητα αστραπής είτε γιατί ακολουθεί η επόμενη είδηση είτε γιατί ό,τι συνήθως ως πεπολιτισμένοι ευρωπαίοι τον τελευταίο καιρό πράττουμε είναι να μοιραζόμαστε τη θλίψη μας αλλά κυρίως τη συμπόνια μας, την αμεριμνησία μας δηλαδή με τους φαντασιακούς συνομιλητές μας στις σελίδες μας στο facebook, και να τελειώνουμε… Η συμπόνια εξάλλου δεν ήταν ποτέ δυναμική θέση, παρά μόνον προσωπική απενοχοποίηση για την πολιτική και κοινωνική μας ραθυμία…
 
 
Ευτυχώς όμως δεν εισπράττουν όλοι τις ειδήσεις με τον ίδιο τρόπο, και εξακολουθούν να εργάζονται, με αφετηρία τις στεγνές λέξεις των ειδήσεων, λυπημένες ωδές  για τα πάθη των ανθρώπων σήμερα που δεν λένε ποτέ να ημερέψουν κι αγνοούν  τους δρόμους των μικρών παιδιών που πρέπει να κουβαλούν μόνον αγάπη…
 
Ωδή στην Τάλα όμως σήμερα δια χειρός  του φίλου μας εκπαιδευτικού Σταύρου Τολούδη, που πολύ κουβάλησε μαζί του, την Τάλα και τις λύπες της, την απόγνωση του πατέρα της και την έξοδό τους  από τη γη του πυρός λόγω πολέμου…
 
Ωδή στην τετράχρονη Τάλα που στρώμα της στο κρύο της νυχτιάς του χειμώνα του Έβρου ήταν το άψυχο σώμα του πατέρα της, ωδή στη λύπη αλλά και την κάθοδο του αγγέλου της, που για δεύτερη φορά, μετά το σώσιμό της  από τα παγωμένα νερά του ποταμού, την οδήγησε στην έξοδο προς τη ζωή και την ελπίδα…
 
Σταύρος Τολούδης όμως…Τ.Β.

 
 
 
 
 

Τάλα

 

Του Σταύρου Τολούδη*

 
Σε μια άκρη της Ανατολής
τη μέση του χειμώνα
-που δεν περίμενε κανείς-
φύτρωσε μια ανεμώνα.
 
Όμως το χώμα ήταν ξερό,
για τίποτα δεν κάνει,
θολό και λίγο το νερό
στη ρίζα της δεν φτάνει.
 
Την πήρε το παράπονο
και άρχισε να κλαίει,
-σ’ ένα μοτίβο άτονο-
ποιος άραγε να φταίει;
 
Απ’ τα θολά τα μάτια της,
κύλησε ένα δάκρυ
κι έσταξε και πότισε
της ρίζας της μιαν άκρη.
 
Κι όπως συνέχιζε καυτό
το δάκρυ να κυλάει,
πήρε βαθιά ανασεμιά
κι άρχισε να μιλάει.
 
Γιατί αφού μόλις άνθισε
και γνώρισε τη ζήση,
έπρεπε τόσο γρήγορα,
χωρίς νερό να σβήσει;
 
Αφού το λιγοστό νερό
στη ρίζα της δεν φτάνει,
μέσα σε λίγο αυτή καιρό,
σίγουρα θα πεθάνει.
 
Κακό δεν έκανε ποτέ
κι ούτε μπορεί να κάνει
αυτή ήρθε με τα άνθη της
τον κόσμο να γλυκάνει.
 
Έτσι περνούσε με αχ και βαχ
και πνίγονταν στο κλάμα,
παρακαλούσε τον Αλλάχ,
να γίνει κάποιο θάμα.
 
Τότε ένας «άγγελος» καλός
την πήρε στα φτερά του,
της έταξε χίλια καλά,
τη λέει: μικρή κυρά του.
    
Θα πάμε πολύ μακριά,
όμως αξίζει ο κόπος,
γιατί από τώρα πια για μας,
δεν κάνει αυτός ο τόπος.
 
Κάπου υπάρχει άκουσα,
ένα τρανό ποτάμι,
χαρά σ’ αυτόν που το διαβεί
και σ’ άλλη χώρα φτάνει.
 
Αυτά είπε ο «άγγελος»
στην όμορφη κυρά του,
τον Έβρο έχοντας στο νου
τα πλούσια νερά του.
 
Εκεί, θα ζήσουμε, θα δεις
πως θα σου φύγει η θλίψη,
θ’ σ’ έχω σαν πριγκίπισσα,
τίποτα μη σου λείψει.
 
Έτσι ξεκίνησαν οι δυο,
όλο χαρά κι ελπίδα,
να φύγουν τον κατατρεγμό,
να βρουν νέα πατρίδα.
 
Πετούσανε μέρες πολλές
σ’ άγνωστα ξένα μέρη,
με μια ελπίδα στην καρδιά
να τα’ χουν καταφέρει.
 
Τη νύχτα πέφταν χαμηλά,
μεσ’ το πυκνό σκοτάδι,
τη μέρα ανέβαιναν ψηλά,
μέχρι το άλλο βράδυ.
 
Μα ο δρόμος ήτανε μακρύς,
δεν το’ χαν λογαριάσει,
και ο χειμώνας πιο βαρύς,
τους είχε ξεγελάσει.
 
Ανεμοθύελλες, βροχές
και μαύρες καταιγίδες.
-Πού ήταν όλα τούτα χτες-
αχ, πώς δεν τα προείδες;
 
Τους χτύπησαν αλύπητα
-θαρρείς με αλυσίδες-
θα μείνουν στα αζήτητα;
Λιγόστευαν οι ελπίδες.
 
Αργά, όλο και πιο πολύ
βαραίναν τα φτερά του,
καθώς τον έδερνε η βροχή
απ’ όλα τα πλευρά του.
 
Πετούσε τώρα χαμηλά.
Στα χείλη τα πικρά του
όλο και πιο δειλά δειλά,
έσβηνε η χαρά του.
 
Έφθασαν πριν τον ποταμό,
ακόμα ένα βήμα
και φτάνουνε στο λυτρωμό.
Μα πώς περνάς το κύμα;
 
Όπου κατέβαινε θολό,
με μια ορμή μεγάλη.
Θόλωσε τότε το μυαλό,
μα λύση δεν είχε άλλη.
 
Με τα σπασμένα του φτερά,
ρίχνεται στο ποτάμι.
Ας ήταν τούτη τη φορά
ένα φτωχό καλάμι.
 
Μόνο για λίγο να πιαστεί,
κουράγιο να του δώσει,
να φτάσει μέχρι την ακτή,
το δράμα να τελειώσει.
 
Δεν έχει άλλη ελπίδα πια,
και σώνεται κι η ημέρα,
με τα φτερά του για κουπιά,
λάμνει να φτάσει πέρα.
 
Κολύμπησε ώρα πολλή,
χαλάλι είπε οι μόχθοι
και μ’ ένα δάκρυ, ένα φιλί,
έφτασε ως την όχθη.
 
Αυτό ήτανε κόρη μου,
αυτό ήταν πατέρα,
αύριο θα’ ναι πια για μας,
καλύτερη μια μέρα.
 
Βρίσκουν μια απάνεμη γωνιά,
μέσα σε κάποιο κτήμα,
όμως το κρύο, η παγωνιά,
τον οδηγούν στο μνήμα.
 
Η νύχτα έπεσε βαριά,
το κρύο δυναμώνει,
κλαίει για τη μικρή κυρά
που θ’ απομείνει μόνη.
 
Με το καυτό το δάκρυ του
θέλει να τη ζεστάνει,
όμως το κρύο είναι βαρύ,
το δάκρυ του δεν φτάνει.
 
Τα πόδια του λυγίζουνε,
τρέμει όλο το κορμί του,
κι από τα χείλη τα σβηστά,
βγαίνει βραχνά η φωνή του.
 
Συγχώρα με καρδούλα μου,
μικρή πριγκίπισσά μου,
τα όνειρά σου ήτανε
και όνειρα δικά μου.
 
Όμως δεν ήτανε γραφτό,
να φτάσουμ’ ως την άκρη,
μας βρήκαν χίλιες συμφορές,
μας έπνιξε το δάκρυ.
 
Καλή σου νύχτα αγάπη μου,
μη μου κρατάς κακία,
όλα αυτά που ζήσαμε,
ήταν μια ατυχία.
 
Κράτα ένα δάκρυ μου καυτό,
κρυμμένο στην καρδιά σου,
να το’ χεις πάντα φυλαχτό,
στα παιδικά όνειρά σου.
 
Κι εγώ θα έρχομαι γλυκά,
να σου κρατώ το χέρι,
να σε πηγαίνω μακριά,
σ’ άγνωστα ωραία μέρη.
 
Εκεί που ονειρευτήκαμε
να ζήσουμε μια μέρα,
μακριά από πίκρες και διωγμούς,
θάνατο και φοβέρα.
 
Δεν έχω τίποτα άλλο πια,
μόν’ μέσα απ’ την ψυχή μου,
την τελευταία υπόσχεση,
σου δίνω: τη ζωή μου.
 
Μη φοβηθείς στα σκοτεινά
φύλακας άγγελός σου,
θα μείνω εδώ στο πλάι σου
μόνο για το καλό σου.
 
Τα παγωμένα του φτερά,
σαν τα φτωχά όνειρά του,
αγκάλιασαν τρυφερά,
την όμορφη κυρά του.
 
Γι’ αυτήν το κάνω είχε πει.
-Αυτή, ήταν η ζωή του.-
Γι’ αυτή του την υπόσχεση,
θ’ αφήσει την πνοή του.
 
Εδώ μέσα στα σκοτεινά,
το κρύο να φουντώνει,
απ’ το ΜΗΔΕΝ στο ΠΟΥΘΕΝΑ,
θα την αφήσει μόνη.
 
Με μιας σταμάτησε θαρρείς,
του κόσμου το ρολόι
κι ακούστηκε σπαρακτικό,
θλιμμένο μοιρολόι.
 
Για μια ζωή που χάνεται,
για μια ζωή που μένει,
που όνειρό τους ήτανε,
να ζουν ευτυχισμένοι.
 
Και τώρα μεσ’ στη συμφορά,
ένιωσαν στην ουσία,
πόσο κοντά είν’ η χαρά,
από τη δυστυχία.
 
Κι ενώ αυτός συνέχιζε,
κάποιος μεσ’ στο σκοτάδι,
το μονοπάτι γύρευε,
για να τον πάει στον Άδη.
 
Και τότε βλέπει ξαφνικά,
τον «μαύρο καβαλάρη»,
όπου του κάνει νόημα,
πως ήρθε να τον πάρει.
 
Σκύβει και τον παρακαλεί,
λίγη ώρα να του δώσει,
ώσπου να έρθει το πρωί.
Φοβάμαι μην κρυώσει.
 
Είναι μικρή κι αδύναμη,
το κρύο δυναμώνει,
πώς μπορώ μες στην ερημιά,
να την αφήσω μόνη.
 
Πήγαινε εσύ αφέντη μου,
κι εγώ όρκο σου κάνω,
πως έρχομαι ξωπίσω σου
και τρέχω και σε φτάνω.
 
Τότε ακούει δυνατή,
φωνή μέσα απ’ τον Άδη,
φωνή σαν να’ τανε βροντή,
που σκίζει το σκοτάδι.
 
Έλα δεν έχουμε καιρό,
κρατήσου στα καπούλια,
να πιεις του Άδη το νερό,
προτού χαράξει η Πούλια.
 
Το μαύρο άτι φρούμαξε,
χλιμίντρισε με τρόμο
και χάθηκε σαν αστραπή,
στο σκοτεινό το δρόμο.
 
Όπως το είπε έγινε,
καθώς την άλλη μέρα,
μια αγκαλιά τους βρήκανε,
την κόρη, τον πατέρα.
 
Τα μάτια του ορθάνοιχτα,
σαν δυο φακούς μεγάλα,
να βλέπουν με παράπονο,
την όμορφη του Τάλα.
 
Κι ο «από μηχανής Θεός»,
σαν έφεξε η μέρα,
τη βρήκε μεσ’ την αγκαλιά
του άψυχου πατέρα.
 
Ήταν ο νέος «άγγελος»,
που ήρθε να τη σώσει,
μέσα στη δυστυχία της,
λίγη χαρά να νιώσει.
 
Καθώς η νύχτα πέρασε
κι ήρθε το φως της μέρας,
μπορεί και να τον έστειλε
από ψηλά ο πατέρας.
 
Όπως της είχε υποσχεθεί:
η μέρα όταν ζυγώνει,
πάντα θα είμαι πλάι σου,
δεν θα σ’ αφήσω μόνη.
 
Αυτή είν’ η ιστορία, της
μικρής μας ανεμώνας,
ν’ ανθίσει δεν επρόλαβε,
την πρόφτασ’ ο χειμώνας.
 
 
…………………………
 
Λουλούδι της Ανατολής,
μικρή, πικρή μου Τάλα,
δεν ξέρω αν ποτέ χαρείς
σαν τα παιδάκια τα άλλα.
Δεν ξέρω «Τάλα» τι θα πει,
τι να σημαίνει η λέξη αυτή,
στη γλώσσα τη δική σου.
Δεν ξέρω ακόμα να θα σε βρουν
Κάποτε οι δικοί σου.
Δεν ξέρω την πατρίδα σου,
ποτέ μου δεν την είδα,
μον’ θα σ’ αλλάξω όνομα
και θα σε λέω: ΕΛΠΙΔΑ.
 
   

*Ο Σταύρος Τολούδης  είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός

Η  Τάλα, το κορίτσι του Θούριου Εβρου

 
Η Τάλα, ένα μικρό κορίτσι 4 ετών, βρέθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2014, ημέρα Κυριακή, μέσα σε έναν οικίσκο γεώτρησης για την άρδευση χωραφιών, στο Θούριο του Έβρου, από έναν κάτοικο του χωριού.
 
Βρέθηκε δίπλα στον 32χρονο νεκρό πατέρα της, 300 μέτρα μακριά από το ποτάμι. Το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν το όνομά της και ότι ήταν από τη Συρία.
Όπως ανέφερε η αστυνομία η μικρή Τάλα πρέπει να έμεινε κλαίγοντας πάνω από το πτώμα του πατέρα της, γύρω στις 10 ώρες.
 
Με τη βοήθεια του «Χαμόγελου του Παιδιού» και των προξενικών αρχών εντοπίστηκε η μητέρα της που ζει στη Δαμασκό και κάποιοι συγγενείς της στην Αθήνα. Την Τρίτη που μας πέρασε, στην αγκαλιά της μαμάς της, εκεί όπου βρίσκει καταφύγιο κάθε παιδί, τελείωσε το ταξίδι προσφυγιάς για την 4χρονη Τάλα, αφού η μητέρα του κοριτσιού ταξίδεψε από τη Δαμασκό και την έσφιξε, ύστερα από 6 μήνες στην αγκαλιά της.
 
Η οικογενειακή επανένωση επιτεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες του «Χαμόγελου του Παιδιού» που φιλοξένησε την Τάλα, της Διπλωματικής αντιπροσωπείας της Παλαιστίνης στην Αθήνα και εισαγγελικών αρχών που μεσολάβησαν για το ταξίδι της Σύριας, παλαιστινιακής καταγωγής, μητέρας μαζί με το τρίχρονο παιδί της, από τη Δαμασκό στη Θεσσαλονίκη.
Από τα δελτία ειδήσεων     
 
           

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.