Ενδιαμεσες εκλογες στις ΗΠΑ: Η ανατροπη των πολιτικων συσχετισμων και τα νεα δεδομενα για την επομενη ημερα
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του ΔΠΘ μιλά στο Ράδιο Παρατηρητής 94fm για την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, την ενίσχυση της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, τις κοινωνικές ανισότητες στις ΗΠΑ και τις επιπτώσεις των εξελίξεων στην ελληνική εξωτερική πολιτική
Τι σηματοδοτεί το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα; Πού οφείλεται η ενίσχυση των Δημοκρατικών και, κυρίως, των υποψηφίων που εκφράζουν την αριστερή τους πτέρυγα; Και ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες των πολιτικών ανακατατάξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες για την Ελλάδα και τις διεθνείς σχέσεις;
Στα ερωτήματα αυτά, αλλά και στις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού πολιτικού και εκλογικού συστήματος, αναφέρθηκε ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, κ.Χρύσανθος Τάσσης, σε μια εκτενή συζήτηση στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm».
Ο κ. Τάσσης ανέλυσε την επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τη σημασία της πολιτικής οργάνωσης σε τοπικό επίπεδο, αλλά και τον ρόλο που διαδραματίζουν στην εκλογική συμπεριφορά ζητήματα όπως το κόστος ζωής, η πρόσβαση στην υγεία, η κοινωνική ανισότητα και η εξωτερική πολιτική.
«Ο Τραμπ έχει μετασχηματίσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε προσωπικό του κόμμα»
ΠτΘ: κ.Τάσση, βρισκόμαστε στο δεύτερο 24ωρο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, που αναδείχθηκαν κυρίως σε βαριά ήττα του Ντόναλντ Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών. Το αποτέλεσμα φαίνεται να χαιρετίστηκε, εσωτερικά στις ΗΠΑ, αλλά και παγκόσμια, από ιδιαίτερη ικανοποίηση, με μια μεγάλη πλειοψηφία να μιλά για την «αρχή του τέλους» της επιρροής του Αμερικανού Προέδρου.
Χ.Τ.: Παραδοσιακά, οι εκλογές που γίνονται στο μέσον της θητείας ενός προέδρου αποτελούν ουσιαστικά ένα δημοψήφισμα για την πολιτική του. Εξού και το αποτέλεσμα αυτό θεωρείται μια πολύ βαριά ήττα για τον κ. Τραμπ, ο οποίος βέβαια, να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, κάνοντας μια ανακοίνωση στην οποία υποστήριξε ότι δεν ήταν ο ίδιος υποψήφιος και ότι, αν ήταν, θα κέρδιζαν.
Το βασικό στοιχείο που πρέπει να δούμε είναι ότι για πρώτη φορά ένας πρόεδρος είχε τόσο μεγάλη επιρροή στην επιλογή των υποψηφίων. Πάντοτε οι πρόεδροι προσπαθούσαν να έχουν κάποια επιρροή στο κόμμα τους και στους υποψηφίους ανά πολιτεία. Ο κ. Τραμπ, όμως, έχει καταφέρει να μετασχηματίσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ουσιαστικά σε προσωπικό του κόμμα. Η επιλογή των υποψηφίων γίνεται μέσα από τις εσωκομματικές διαδικασίες, όπου ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους επικρατούσε συνήθως εκείνος που έλεγε ότι είναι εκλεκτός του κ. Τραμπ και ότι τον υποστηρίζει. Μια φωτογραφία μαζί του ή η αναφορά σε μια συνομιλία τους μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.
Άρα, υπάρχει ουσιαστικά μια μετατροπή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε κόμμα του κ. Τραμπ. Και νομίζω ότι υπέστη μια πανηγυρική, πολύ μεγάλη ήττα.
Οι ιδιαιτερότητες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος
ΠτΘ: Για να κατανοήσουμε καλύτερα το αποτέλεσμα, θα είχε ενδιαφέρον να εξηγήσουμε και πώς λειτουργεί το αμερικανικό Κογκρέσο, καθώς το σύστημα διαφέρει σημαντικά από το ελληνικό.
Χ.Τ.: Το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελείται από δύο σώματα: τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει 435 μέλη, με τον αριθμό των αντιπροσώπων κάθε πολιτείας να καθορίζεται από τον πληθυσμό της. Έτσι, μεγάλες πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια, έχουν πολύ περισσότερους αντιπροσώπους σε σχέση με πολιτείες που έχουν μικρότερο πληθυσμό.
Στη Γερουσία υπάρχουν 100 γερουσιαστές, δύο από κάθε πολιτεία. Αυτό προέκυψε από τον λεγόμενο «Συμβιβασμό του Κονέκτικατ» (Connecticut Compromise), με τον οποίο διαμορφώθηκε το σύστημα των δύο νομοθετικών σωμάτων.
Οι γερουσιαστές εκλέγονται για έξι χρόνια, ενώ τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων για δύο. Επομένως, αυτό που αποκαλούμε ενδιάμεσες εκλογές δεν είναι μια έκτακτη ή δευτερεύουσα εκλογική διαδικασία. Είναι οι κανονικές εκλογές που πραγματοποιούνται κάθε δύο χρόνια.
Κάθε φορά ανανεώνεται το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ στη Γερουσία ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των μελών της. Οι γερουσιαστές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, ώστε να μην εκλέγονται ταυτόχρονα και οι δύο γερουσιαστές κάθε πολιτείας.
Εδώ υπάρχει μια μεγάλη ιδιαιτερότητα, η οποία συνδέεται με τον τρόπο συγκρότησης της αμερικανικής δημοκρατίας. Η αμερικανική δημοκρατία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη θεωρία του Τζέιμς Μάντισον, σύμφωνα με την οποία η φιλοδοξία ενός θεσμού πρέπει να συγκρούεται με τη φιλοδοξία ενός άλλου θεσμού. Αυτό αφορά τη διάκριση των εξουσιών, δηλαδή την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης.
Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν δύο σώματα στο Κογκρέσο, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, μεταξύ των οποίων υπάρχει ένας «ανταγωνισμός» αρμοδιοτήτων.
Το ίδιο συμβαίνει και στη σχέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης με τις πολιτείες.
Μάλιστα, ιστορικά, μέχρι και τον αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, η ταυτότητα και η υπηκοότητα συνδέονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό με την κάθε πολιτεία. Κάποιος ένιωθε πρώτα πολίτης της Βιρτζίνια και έπειτα πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών.
ΠτΘ: Όπως θα λέγαμε, δηλαδή, πρώτα Θρακιώτης και μετά Έλληνας;
Χ.Τ.: Ακριβώς. Γιατί οι πολιτείες ονομάζονται “states”, δηλαδή κράτη. Αυτό έχει σημασία και για τις εκλογές, γιατί η οργάνωσή τους είναι αποκλειστική υπόθεση της κάθε πολιτείας. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, έχουμε ένα ενιαίο σύστημα, με εκλογικούς καταλόγους και συγκεκριμένη διαδικασία που οργανώνεται κεντρικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Η κάθε πολιτεία έχει το δικό της σύστημα. Πρώτα απ’ όλα, για να ψηφίσει κάποιος πρέπει να εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται “register to vote”.
Ο πολίτης πρέπει να φροντίσει για την εγγραφή του, αλλά το πότε και το πώς καθορίζεται από την κάθε πολιτεία. Μπορεί, για παράδειγμα, σε μια πολιτεία να προβλέπεται μια προθεσμία πολύ κοντά στην ημέρα των εκλογών και σε μια άλλη να απαιτείται η ολοκλήρωση της διαδικασίας πολύ νωρίτερα.
Δεν υπάρχει, επομένως, μία ενιαία ημερομηνία ή διαδικασία για ολόκληρη τη χώρα.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο ψηφοφορίας. Υπάρχει η επιστολική ψήφος, αλλά και η δυνατότητα πρόωρης ψηφοφορίας. Στη Δυτική Βιρτζίνια, για παράδειγμα, η διαδικασία της πρόωρης ψηφοφορίας πραγματοποιήθηκε από τις 21 έως τις 31 Οκτωβρίου.
Εδώ, όμως, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Η διαδικασία αυτή έχει ταξικά χαρακτηριστικά. Τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα συχνά δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στις διαδικασίες εγγραφής και ψηφοφορίας. Άρα, υπάρχει μια ταξικότητα στο ζήτημα της εκλογικής συμμετοχής.
Ιστορικά, η οικονομική και κοινωνική ελίτ επιδίωκε τη μικρότερη δυνατή συμμετοχή, ενώ το Δημοκρατικό Κόμμα, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1930, όταν συνδέθηκε περισσότερο με την εργατική τάξη, επιδίωκε τη διεύρυνσή της. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ο ίδιος ο πολίτης πρέπει να ενδιαφερθεί, να ενημερωθεί για τη διαδικασία, να εγγραφεί και τελικά να ψηφίσει.
Αν δεν υπάρχουν κόμματα μαζών, που να έχουν καθημερινή παρουσία μέσα στην κοινωνία και να κινητοποιούν τους πολίτες, η διαδικασία αυτή μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Ιστορικά, υπήρχε και η προσπάθεια αποκλεισμού των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά κυρίως του μαύρου πληθυσμού, από την εκλογική διαδικασία.
Σας θυμίζω τους μεγάλους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα τη δεκαετία του 1960, επί προεδρίας Λύντον Τζόνσον.
Ακόμη και σήμερα, σε απομακρυσμένες και φτωχές αγροτικές περιοχές, η συμμετοχή μπορεί να είναι δύσκολη. Κάποιος πρέπει να γνωρίζει τη διαδικασία, ενδεχομένως να μετακινηθεί, να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες και να μπορεί να τις χρησιμοποιήσει.
Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια πολύ πλούσια και ισχυρή χώρα δεν έχουν προβλήματα. Αντιθέτως, έχουν συγκλονιστικές κοινωνικές ανισότητες.
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την επιλογή των υποψηφίων, που γίνεται μέσα από τις προκριματικές εκλογές, τα λεγόμενα “primaries”.
Και εκεί η διαδικασία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό σε επίπεδο πολιτείας. Οι Ρεπουμπλικανοί επιλέγουν τους δικούς τους υποψηφίους και οι Δημοκρατικοί τους δικούς τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν και ανοιχτές διαδικασίες. Δεν αποφασίζει, δηλαδή, παντού ένα κεντρικό κομματικό όργανο. Άλλη διαδικασία μπορεί να έχει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της Δυτικής Βιρτζίνια, άλλη της Πενσυλβάνια και άλλη του Τέξας.
«Η ήττα των Ρεπουμπλικανών θυμίζει ιστορικές εκλογικές ανατροπές»
ΠτΘ: Στο δια ταύτα του αποτελέσματος της προχθεσινής αναμέτρησης, πέρα από την επιρροή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το αποτέλεσμα φαίνεται να συνιστά μια σπάνια μεταπολεμικά εκλογική ανατροπή. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Χ.Τ.: Πρόκειται όντως για μια σπάνια αντιστροφή των πολιτικών συσχετισμών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχε πάντοτε μια τάση οι πολίτες να εκλέγουν έναν πρόεδρο, αλλά να διαμορφώνουν διαφορετικούς συσχετισμούς στο Κογκρέσο.
Αυτό συμβαίνει γιατί το Κογκρέσο δεν λειτουργεί όπως το ελληνικό Κοινοβούλιο. Στην Ελλάδα έχουμε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, στο οποίο η κυβέρνηση διαθέτει συνήθως την πλειοψηφία και ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τη νομοθετική διαδικασία.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει αυτή η παράδοση. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν μιλούν για «κυβέρνηση Τραμπ», αλλά για «διοίκηση Τραμπ» (Trump administration).
Ο πρόεδρος καταθέτει τις νομοθετικές του προτάσεις και πρέπει να διεκδικήσει την πλειοψηφία των βουλευτών και των γερουσιαστών. Δεν σημαίνει ότι κάποιος, επειδή ανήκει στο ίδιο κόμμα με τον πρόεδρο, θα ψηφίσει οπωσδήποτε το νομοσχέδιό του.
Έχουμε δει πολλές περιπτώσεις στις οποίες βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος καταψηφίζουν προτάσεις του προέδρου και, αντίστροφα, βουλευτές του αντίπαλου κόμματος τις υπερψηφίζουν.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου NAFTA, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, το 1993, όταν ένα σημαντικό μέρος των Δημοκρατικών δεν τη στήριξε, ενώ υπήρξε υποστήριξη από τους Ρεπουμπλικανούς. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπάρχει, επίσης, το δικαίωμα του προεδρικού βέτο. Όταν ένας νόμος εγκρίνεται από το Κογκρέσο, ο πρόεδρος μπορεί να τον υπογράψει, να επιτρέψει υπό ορισμένες προϋποθέσεις να τεθεί σε ισχύ χωρίς την υπογραφή του ή να ασκήσει βέτο. Αν ασκήσει βέτο, ο νόμος επιστρέφει στο Κογκρέσο. Το Κογκρέσο, όμως, μπορεί να υπερβεί το προεδρικό βέτο με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.
Η αμερικανική δημοκρατία, επομένως, λειτουργεί διαφορετικά από τις ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση του κ. Τραμπ είναι ότι προσπάθησε να ελέγξει σε πολύ μεγάλο βαθμό και τις κοινοβουλευτικές ομάδες των Ρεπουμπλικανών. Πρόκειται για μια εξέλιξη ασυνήθιστη για το αμερικανικό κομματικό σύστημα.
Όσον αφορά το μέγεθος της ήττας, θυμίζει μεγάλες ιστορικές εκλογικές ανατροπές, όπως εκείνη του 1994, αλλά και τις εκλογικές εξελίξεις μετά το σκάνδαλο «Γουότεργκεϊτ», επί προεδρίας Νίξον.
Θυμίζει επίσης τη γνωστή φράση του Μπαράκ Ομπάμα, όταν, μετά τη μεγάλη ήττα των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2010, χρησιμοποίησε την έκφραση “shellacking”, θέλοντας να περιγράψει μια συντριπτική ήττα.
«Δεν ηττήθηκε μόνο ο Τραμπ, αλλά και το κατεστημένο των Δημοκρατικών»
Ωστόσο θα πρέπει να πούμε πωςδεν ηττήθηκε μόνο ο κ. Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Κατά την άποψή μου, ηττήθηκε και το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος.
Και αυτό γιατί πολλοί από τους υποψηφίους που εκλέχθηκαν εκφράζουν την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, η οποία έχει αποκτήσει μια πολύ μεγάλη δυναμική.
Φαίνεται ότι υπάρχει μια τάση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους ανθρώπους, να υποστηρίζονται υποψήφιοι που προβάλλουν μια πολιτική ατζέντα η οποία παλαιότερα θεωρούνταν αδιανόητη για τα αμερικανικά δεδομένα.
Μιλάμε για ένα σύστημα υγείας για όλους, τη μείωση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια, την ελάφρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων και τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου κ.α., ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει αποκτήσει και το ζήτημα της διαφθοράς.
Οι πολίτες ζητούν υποψηφίους που δεν συνδέονται με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και με τις τεράστιες χρηματοδοτήσεις που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική. Αυτό αφορά όχι μόνο τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά και παραδοσιακούς υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος, που στηρίζονται οικονομικά από μεγάλους χρηματοδότες και οργανισμούς πολιτικής χρηματοδότησης, όπως τα λεγόμενα “Super PACs”.
Επίσης ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η αυξανόμενη αντίθεση μέρους της αμερικανικής κοινής γνώμης στην πολιτική της ισραηλινής ακροδεξιάς.
Η στήριξη από την AIPAC, το ισχυρό φιλοϊσραηλινό λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν λειτούργησε σε όλες τις περιπτώσεις θετικά για τους υποψηφίους. Αντίθετα σε ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις είδαμε υποψηφίους που είχαν διαφορετική στάση απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ να καταγράφουν σημαντικές επιτυχίες, γεγονός που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό και για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
«Οι υποψήφιοι δεν εκλέχθηκαν λόγω της θρησκείας τους, αλλά λόγω της πολιτικής τους οργάνωσης»
ΠτΘ: κ.Τάσση να σταθούμε λίγο στα πρόσωπα, διότι είδαμε να εκλέγονται πρόσωπα, που εκπροσωπούν κατά κύριο λόγω διάφορες κοινωνικές «μειονότητες» που και τα ίδια τα Αμερικανικά και όχι μόνο μέσα αναδεικνύουν όπως μουσουλμάνοι, αυτόχθονες ινδιάνοι, εκπρόσωποι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας κ.α. που για τον κοινό μέσο νου, ενδεχομένως μέχρι σήμερα φάνταζε δύσκολο. Σε τι βαθμό αυτό ισχύει και αν σηματοδοτεί μια αλλαγή στην στάση των ψηφοφόρων;
Χ.Τ.: Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να εξηγήσουμε το αποτέλεσμα με αυτόν τον τρόπο. Δεν πρέπει να το εξετάζουμε μεμονωμένα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν εκλέχθηκαν με βάση τη θρησκεία τους. Δεν εκλέχθηκαν επειδή είναι μουσουλμάνοι ή επειδή ανήκουν σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Αυτή είναι μια πολύ λανθασμένη ερμηνεία, την οποία βλέπω να προβάλλεται συχνά και από τη ρατσιστική Δεξιά, ακόμη και στην Ελλάδα. Εκλέχθηκαν λόγω της πολιτικής τους οργάνωσης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μεγάλη έμφαση σε αυτό που αποκαλούμε “grassroots organizing”, δηλαδή στην οργάνωση «από τη βάση». Μιλάμε για πολιτικές οργανώσεις που βρίσκονται μέσα στις τοπικές κοινωνίες, αναπτύσσουν δίκτυα καθημερινής επαφής με τους πολίτες, συζητούν μαζί τους και κινητοποιούν ανθρώπους. Αυτό το μοντέλο πολιτικής δράσης το ανέπτυξε ιδιαίτερα ο Μπέρνι Σάντερς από το 2016 και μετά.
Δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι τέτοιες μορφές οργάνωσης αξιοποιήθηκαν και από τη Δεξιά, ακόμη και από την Ακροδεξιά. Το είδαμε, για παράδειγμα, με το “Tea Party”, αλλά και με τις οργανώσεις των ευαγγελικών χριστιανών, που αποτελούν μια πολύ σημαντική κοινωνική συμμαχία για τους Ρεπουμπλικανούς.
Από την άλλη πλευρά, αναπτύχθηκε αντίστοιχη δραστηριότητα και από την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών. Γι’ αυτό βλέπουμε αυτές τις εκλογικές επιτυχίες.
Δεν είναι δηλαδή νίκες που προέκυψαν απλώς μέσα από το διαδίκτυο ή τις επικοινωνιακές καμπάνιες. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής οργάνωσης και κινητοποίησης των πολιτών σε τοπικό επίπεδο. Το πρόβλημα είναι ότι το κατεστημένο, τόσο του Ρεπουμπλικανικού όσο και του Δημοκρατικού Κόμματος, έχει απομακρυνθεί από τις κοινωνίες.
Ο κ. Τραμπ κατάφερε να εκφράσει ένα κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας, το οποίο είχε στραφεί προς την Ακροδεξιά. Τώρα, όμως, βλέπουμε τη διάψευση των προσδοκιών αυτών των ανθρώπων.
Η απογοήτευση από την οικονομική πολιτική, την εξωτερική πολιτική και το ύφος άσκησης της εξουσίας οδηγεί ένα μέρος των πολιτών, που στο παρελθόν στήριξε τον Τραμπ, να αναζητεί διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Και αυτή τη φορά ένα τμήμα τους στράφηκε προς την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος.
«Δεν θα πρέπει να αποκλείουμε το ενδεχόμενο να ανοίξει η συζήτηση για διαδικασία αποπομπής του προέδρου»
ΠτΘ: Άρα, για να το μεταφέρουμε και στα ελληνικά δεδομένα, οι πολίτες ψήφισαν συγκεκριμένες προγραμματικές θέσεις;
Χ.Τ.: Βεβαίως, ψήφισαν θέσεις. Γιατί το βασικό ζήτημα είναι οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν και στη συνέχεια διαψεύστηκαν. Και αυτό πρέπει να το δούμε όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στην Ευρώπη και φυσικά στην Ελλάδα, σε σχέση με την άνοδο της Ακροδεξιάς. Ο κ. Τραμπ δεν υλοποίησε πολλές από τις υποσχέσεις που είχε δώσει. Για παράδειγμα, στο ζήτημα των τιμών της ενέργειας, η βενζίνη έχει αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται τα νοικοκυριά.
Επίσης, το πρόγραμμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και οι δηλώσεις του κ. Τραμπ κατά την εκλογική αναμέτρηση του 2024 κινούνταν στην κατεύθυνση του τερματισμού των πολέμων, με το επιχείρημα ότι οι πολεμικές συγκρούσεις ενισχύουν και τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Ο κ. Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι θα τελειώσει τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας μέσα σε 24 ώρες. Όχι μόνο δεν συνέβη αυτό, αλλά είδαμε και την έναρξη νέας πολεμικής σύγκρουσης με το Ιράν, χωρίς τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.
Βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η πρακτική δεν ξεκίνησε με τον κ. Τραμπ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πραγματοποιήσει πάρα πολλές στρατιωτικές επεμβάσεις χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου από το Κογκρέσο. Η τελευταία επίσημη κήρυξη πολέμου έγινε το 1941, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Υπάρχει, λοιπόν, μια αντίφαση ανάμεσα στις προεκλογικές δεσμεύσεις του και στην πολιτική που τελικά ακολούθησε. Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής συμμαχίας των Ρεπουμπλικανών υποστήριζε μια περισσότερο απομονωτική εξωτερική πολιτική, με έμφαση στα εσωτερικά προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο κ. Τραμπ, με τις επιλογές του, έρχεται σε σύγκρουση με αυτές τις προσδοκίες.
Οι περικοπές στην υγεία και η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό ζήτημα είναι η πολιτική του στο κοινωνικό κράτος και ιδιαίτερα στην υγεία. Τον Ιούλιο του 2025 ψηφίστηκε ο νόμος που ο κ. Τραμπ ονόμασε “One Big Beautiful Bill Act”.
Με τον νόμο αυτό προβλέπονται σημαντικές περικοπές στη χρηματοδότηση του “Medicaid”, δηλαδή του προγράμματος υγειονομικής κάλυψης που αφορά κυρίως τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι περικοπές αυτές, σε βάθος δεκαετίας, υπολογίζονται σε πολύ μεγάλα ποσά, που προσεγγίζουν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.
Αυτό προκαλεί μεγάλη ανησυχία, γιατί εκτιμάται ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα χάσουν την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες υγείας. Επιπλέον, εισάγονται προϋποθέσεις σχετικά με την εργασία ή την κοινωφελή απασχόληση, οι οποίες μπορούν να φτάνουν τις 80 ώρες τον μήνα.
Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι πολλοί από τους φτωχότερους ανθρώπους κινδυνεύουν να μείνουν εκτός του συστήματος υγειονομικής κάλυψης. Παράλληλα, υπάρχει και το ζήτημα της αύξησης του κόστους για όσους διαθέτουν ασφάλιση. Τα ασφάλιστρα και οι πρόσθετες επιβαρύνσεις για ιατρικές και νοσοκομειακές υπηρεσίες έχουν αυξηθεί σημαντικά. Έτσι, ακόμη και κάποιος που είναι ασφαλισμένος μπορεί να χρειάζεται να καταβάλει πολύ μεγάλα ποσά για να επισκεφθεί έναν γιατρό ή να νοσηλευτεί. Η πολιτική του κ. Τραμπ στα ζητήματα της υγείας και του κοινωνικού κράτους είναι, επομένως, ιδιαίτερα επιθετική.
Και υπάρχει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση προβάλλει τις οικονομικές συμφωνίες που συνάπτει με άλλες χώρες, αλλά από την άλλη τα οικονομικά οφέλη δεν κατευθύνονται στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Αντίθετα, ενισχύονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και ο μεγάλος πλούτος και αυτό οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες.
Ένα ακόμη ζήτημα που έχει αναδειχθεί είναι το ύφος άσκησης της εξουσίας και οι καταγγελίες για διαφθορά, καθώς και η εμπλοκή επιχειρηματικών και οικογενειακών συμφερόντων σε οικονομικές δραστηριότητες. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Δεν θα πρέπει, επομένως, να αποκλείουμε το ενδεχόμενο να ανοίξει κάποια στιγμή και συζήτηση για διαδικασία αποπομπής του προέδρου, δηλαδή “impeachment”. Θα δούμε, βέβαια, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.
«Το αποτέλεσμα των εκλογών αναδεικνύει μια πολύ μεγάλη στρατηγική αδυναμία της κυρίαρχης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής»
ΠτΘ: Περνώντας στην επόμενη ημέρα, τι θα πρέπει να περιμένουμε, ιδιαίτερα σε κρίσιμους τομείς όπως η εξωτερική πολιτική και ο πόλεμος στο Ιράν; Και σε τι επίπεδο το αποτέλεσμα αυτό ευνοεί την Ελλάδα; Υπήρξαν αναλύσεις που τονίζουν το «φιλελληνικό» προφίλ των Δημοκρατικών, κυρίως έναντι των ελληνοτουρκικών θεμάτων.
Χ.Τ.: Ως προς το τελευταίο δεν νομίζω ότι ισχύει. Ο κ. Τραμπ, βέβαια, έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον κ. Ερντογάν ως προσωπικότητα, γιατί του αρέσουν οι αυταρχικές προσωπικότητες. Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο αυτό. Έχει να κάνει και με τον τρόπο με τον οποίο εμείς, ως χώρα, παρουσιαζόμαστε στις διεθνείς σχέσεις.
Για παράδειγμα, βλέπουμε τη διαφορετική αντιμετώπιση της Ελλάδας και της Τουρκίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και στο επίπεδο της διπλωματικής εκπροσώπησης.
Στην Ελλάδα βλέπουμε την παρουσία της μέχρι πρόσφατα Αμερικανίδας πρέσβη κ.Γκιλφόιλ και τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πολιτική ελίτ αντιμετωπίζει τη σχέση αυτή, ενώ στην Τουρκία τοποθετήθηκε ο Τομ Μπάρακ, μια σημαντική προσωπικότητα, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του.
Αυτό δείχνει και πώς μας αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κυρίως πώς αντιμετωπίζουμε εμείς τον εαυτό μας.
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα των εκλογών αναδεικνύει μια πολύ μεγάλη στρατηγική αδυναμία της κυρίαρχης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα έχει επιλέξει να συνδεθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό με το Ισραήλ και θεωρώ ότι αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουν οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι ότι η εξωτερική πολιτική έχει να κάνει με το πώς παρουσιάζεσαι ως χώρα και πώς διεκδικείς τη θέση σου στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και της ισχύος.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική, τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει υιοθετήσει, κατά την άποψή μου, μια λογική εξάρτησης από τις μεγάλες δυνάμεις. Και αυτή η λογική μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει.
Ιδιαίτερα σήμερα, που βλέπουμε να διαμορφώνονται διαφορετικές στάσεις στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη απέναντι στην πολιτική της ισραηλινής ακροδεξιάς. Θεωρώ πολύ προβληματικό το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την πολιτική.
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο για τα δίκαια του Ελληνισμού και ιδιαίτερα για όσα έχει κάνει η Τουρκία στην Κύπρο, με την παρουσία στρατού κατοχής, και ταυτόχρονα να μην έχουμε μια συνεπή στάση απέναντι σε αντίστοιχα ζητήματα διεθνούς δικαίου. Είναι μια αντίφαση την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε.
«Ο ρεαλισμός στην εξωτερική πολιτική δεν σημαίνει να αλλάζεις θέση κάθε δύο ή τέσσερα χρόνια»
ΠτΘ: Αυτό αφορά και τους Έλληνες ομογενείς που καταλαμβάνουν πλέον θέσεις ευθύνης με βάση το αποτέλεσμα των εκλογών;
Χ.Τ.: Σε ό,τι αφορά τους Ελληνοαμερικανούς πολιτικούς που εκλέγονται, θα πρέπει επίσης να κρατάμε μικρό καλάθι.
Δεν αρκεί το γεγονός ότι κάποιος έχει ελληνική καταγωγή ή ότι ανήκει στο Δημοκρατικό ή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Πρέπει να εξετάζουμε τις συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις και τις σχέσεις που διαμορφώνονται, για παράδειγμα με την AIPAC και την πολιτική του Ισραήλ.
Δεν είμαι, επομένως, καθόλου βέβαιος ότι η σύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μπορεί από μόνη της να αποτελέσει μια αποτελεσματική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής.
Τα πράγματα αλλάζουν.
Και αυτό που συχνά παρουσιάζεται στην Ελλάδα ως ρεαλισμός, δηλαδή η προσαρμογή στις επιθυμίες της εκάστοτε αμερικανικής κυβέρνησης, δεν είναι πραγματικός ρεαλισμός.
Είδαμε, για παράδειγμα, πόσο γρήγορα άλλαξαν ορισμένες πολιτικές τοποθετήσεις μετά την επιστροφή του κ. Τραμπ στην εξουσία, ακόμη και σε ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων.
Αυτό δεν είναι ρεαλισμός. Είναι τυχοδιωκτισμός. Σημαίνει ότι δεν έχεις μια δική σου σταθερή άποψη και στρατηγική.
Ο ρεαλισμός στις διεθνείς σχέσεις βασίζεται στην παραδοχή ότι η διεθνής πολιτική διαμορφώνεται από τα κράτη και τις σχέσεις ισχύος μεταξύ τους.
Επομένως, πρέπει κάθε φορά να έχεις συγκεκριμένη τοποθέτηση για τις συμμαχίες σου, για τις εξελίξεις που προβλέπεις και για την ισορροπία ισχύος.
Δεν μπορείς να αλλάζεις εξωτερική πολιτική κάθε δύο ή τέσσερα χρόνια, ανάλογα με το αποτέλεσμα των εκλογών στις μεγάλες δυνάμεις.
Νομίζω ότι πρέπει να ξαναδούμε όλα αυτά τα ζητήματα με διάβασμα, με σχεδιασμό και κυρίως με νηφαλιότητα.
Βανς και Ρούμπιο: Οι δύο διαφορετικές στρατηγικές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα
ΠτΘ: Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθούμε και στο ζήτημα της επόμενης ημέρας σε επίπεδο προσώπων. Ήδη γίνεται συζήτηση για τη στάση του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέι Ντι Βανς, και για το κατά πόσο επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, φαίνεται πως έχει ανοίξει η συζήτηση για τους πιθανούς υποψηφίους των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών στην επόμενη προεδρική εκλογική αναμέτρηση. Θεωρείτε ότι ο Βανς προετοιμάζει το έδαφος για να διεκδικήσει ο ίδιος την προεδρία;
Χ.Τ.: Αυτή η συζήτηση έχει ξεκινήσει ουσιαστικά από την εκλογή του κ. Τραμπ.
Υπάρχουν δύο διαφορετικές στρατηγικές μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ο κ. Βανς εκφράζει περισσότερο τη λογική του “Make America Great Again”, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να εμπλέκονται σε πολέμους και στρατιωτικές επεμβάσεις, παρά μόνο εφόσον έχουν εξαντληθεί οι διπλωματικές δυνατότητες.
Αντίθετα, ο κ. Ρούμπιο εκφράζει μια περισσότερο παρεμβατική και επιθετική αντίληψη για την εξωτερική πολιτική. Νομίζω ότι ακόμη και στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν φάνηκε πως η ιρανική πλευρά θα προτιμούσε να συνομιλεί με τον κ. Βανς.
Επομένως, πρόκειται για δύο διαφορετικές στρατηγικές και δύο από τους βασικούς πολιτικούς ανταγωνιστές για την επόμενη ημέρα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Είναι λογικό ο κ. Βανς να επιθυμεί να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική επιρροή και ενδεχομένως να αποτελέσει τον επόμενο υποψήφιο του κόμματος.
Από την άλλη πλευρά, όμως, ιδιαίτερη σημασία έχει και το τι θα κάνει το Δημοκρατικό Κόμμα. Αν επιλέξει έναν υποψήφιο που θα εκφράζει την αριστερή στροφή που καταγράφεται σήμερα σε ένα μέρος της αμερικανικής κοινωνίας, τότε ενδέχεται να διαμορφωθούν διαφορετικές πολιτικές συνθήκες.
Υπάρχει, βέβαια, ένα ιστορικό πρόβλημα στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Θα θυμίσω το συνέδριο του 1968 στο Σικάγο, όταν, εν μέσω των μεγάλων κινητοποιήσεων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, επικράτησε τελικά μια περισσότερο μετριοπαθής υποψηφιότητα, αυτή του Χιούμπερτ Χάμφρεϊ, μετά την απόφαση του Λίντον Τζόνσον να μη διεκδικήσει νέα θητεία.
Αντίστοιχα, το 2016 είδαμε τη μεγάλη σύγκρουση γύρω από την υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς και της Χίλαρι Κλίντον, καθώς και την παραίτηση της προέδρου της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος.
Υπάρχει, δηλαδή, ένα διαχρονικό ζήτημα σχετικά με το πώς το κομματικό κατεστημένο επηρεάζει την επιλογή των υποψηφίων.
Από τη δεκαετία του 1980 διαμορφώθηκαν και διαδικασίες, όπως ο θεσμός των “superdelegates”, των λεγόμενων υπερεκλεκτόρων, που ενισχύουν την επιρροή των κομματικών στελεχών στις διαδικασίες επιλογής του προεδρικού υποψηφίου.
Το ερώτημα, επομένως, είναι αν το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος θα επιτρέψει να αναδειχθεί ένας υποψήφιος που δεν προέρχεται από τις παραδοσιακές κομματικές του δομές. Δεν είναι εύκολο, αλλά θα το δούμε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

