Το κτηνος μεσα μας δεν κοιμαται ποτε

—Η Έρση Σωτηροπούλου, στο «Δαμάζοντας το κτήνος», χαρτογραφεί τη μικρή και αθόρυβη προδοσία του εαυτού μας

Έρση Σωτηροπούλου, «Δαμάζοντας το κτήνος», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2025, σ. 328.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που κάποτε πίστεψαν πως θα άλλαζαν τον κόσμο και κατέληξαν να προσαρμόσουν τα όνειρά τους στα μέτρα εκείνου που ορκίζονταν πως θα πολεμήσουν. Που ξεκίνησαν επαναστατώντας με ορμή, ιδέες και όνειρα, για να ανακαλύψουν, χρόνια αργότερα, πως η ζωή τους έχει πάρει άλλη ρότα, μια πορεία που δεν θυμίζει σχεδόν σε τίποτα εκείνη που φαντασιώθηκαν. Και για να το κάνουν δεν χρειάστηκε να προδώσουν τον εαυτό τους με κάποια θεαματική πράξη, παρά τον εγκατέλειψαν λίγο λίγο μέσα από μικρές υποχωρήσεις, ανεπαίσθητες αλλαγές, εύλογους συμβιβασμούς, επιλογές που έμοιαζαν προσωρινές, μα τι μονιμότερον του προσωρινού; Κάπως έτσι φτάνει κανείς κάποτε μπροστά στον καθρέφτη του και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το είδωλό του.

Αυτήν ακριβώς την αδιόρατη, σχεδόν ανεπαίσθητη διαδρομή της εσωτερικής αλλοτρίωσης παρακολουθεί η Έρση Σωτηροπούλου στο μυθιστόρημά της «Δαμάζοντας το κτήνος», που επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση (Κέδρος, 2003). H επανέκδοση δεν είναι απλά μια συνάντηση με ένα παλιότερο έργο της συγγραφέως, αλλά η ανακάλυψη ενός βιβλίου που μοιάζει να έχει διατηρήσει, αν όχι να έχει οξύνει, την ικανότητά του να «διαβάζει» από τη μια τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κι από την άλλη τις προσωπικές διαψεύσεις του ήρωά του – εν πολλοίς κι αυτές του κάθε αναγνώστη.

Ο Άρης Παυλόπουλος, ο πρωταγωνιστής, διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του. Υπήρξε φοιτητής εξωτερικού, αριστερός αγωνιστής, με πολιτικές περγαμηνές από τα χρόνια της δικτατορίας και ποιητικές φιλοδοξίες. Τώρα πια όμως απώλεσε τη νεανική του ταυτότητα κι είναι ένας καλοπληρωμένος σύμβουλος υπουργού, ενταγμένος στους μηχανισμούς μιας εξουσίας που κάποτε αμφισβήτησε και πολέμησε σθεναρά. Παραδομένος στην κρυφή γοητεία της χλιδής των βορείων προαστίων ζει με την Ιταλίδα σύζυγό του, την Κάρλα, έχει έναν έφηβο ευαίσθητο γιο, τον Πάολο ή Κανίβαλο, που συναναστρέφεται φρικιά και με τον οποίο δεν κατορθώνει να επικοινωνήσει, μια ερωτική σχέση με τη νεαρή δημοσιογράφο Πέννυ και μια μητέρα που γερνά, απομονωμένη μέσα στον δικό της τηλεοπτικό κόσμο των «Ατίθασων Νιάτων». Γύρω του κινούνται άνθρωποι της πολιτικής, της διανόησης και της κοινωνικής προβολής, πρόσωπα που γνωρίζουν καλά την τέχνη της δημόσιας εικόνας και της ιδιωτικής αυτοεξυπηρέτησης.

Ο Άρης μοιάζει να έχει κατακτήσει όσα με τον καιρό επιθυμούσε: κοινωνική θέση, οικονομική ισχύ, αναγνώριση, ερωτική επιβεβαίωση. Κι όμως, κάτι μέσα του έχει αρχίσει από καιρό να καταρρέει. Η θέση του στο υπουργείο κλυδωνίζεται, η σχέση του με την Πέννυ δεν του προσφέρει πια την ασφάλεια που αναζητά, η οικογένειά του του αποκαλύπτει παντοιοτρόπως πως ανάμεσά τους υπάρχει ένα κενό αγεφύρωτο. Μα πέρα και πάνω απ’ όλα τον βασανίζει ένα ποίημα που οφείλει να γράψει. Ένα ποίημα που θα του εξασφαλίσει αφενός τη λογοτεχνική αναγνώριση, θα δικαιώσει αφετέρου τον παλιό του εαυτό, αποδεικνύοντάς του πως δεν έχει χαθεί οριστικά μέσα στη συμβατικότητα της ενήλικης ζωής του. Θέλει να δημιουργήσει το ποίημα που θα τον σώσει. Η λογοτεχνία γίνεται γι’ αυτόν ένας τελευταίος τόπος αυτοδικαίωσης, μια απόπειρα να ανακτήσει την αυθεντικότητα που υποψιάζεται πως έχει χάσει. Η φιλοδοξία του, ωστόσο, δεν είναι απαλλαγμένη από τη ματαιοδοξία. Όλα δείχνουν πως επιδιώκει να αναγνωριστεί, να επιβεβαιωθεί, να αποκτήσει μια θέση στον κόσμο των γραμμάτων, όπως ακριβώς έχει αποκτήσει μια θέση στον κόσμο της πολιτικής. Η τέχνη, που θα μπορούσε να είναι ο χώρος της ελευθερίας του, κινδυνεύει να γίνει κι αυτή ακόμη ένα πεδίο κοινωνικής καταξίωσης.

Και σ’ αυτό το μεταιχμιακό σημείο της ψυχοσύνθεσης του πρωταγωνιστή ενυπάρχει μία από τις πιο αιχμηρές παρατηρήσεις του μυθιστορήματος∙ πως η εξουσία δεν περιορίζεται μονάχα στα υπουργικά γραφεία και στους πολιτικούς μηχανισμούς. Διαπερνά τις προσωπικές σχέσεις, την ερωτική επιθυμία, την ανάγκη για αναγνώριση, ακόμη και την ίδια την καλλιτεχνική φιλοδοξία. Ο Άρης δεν είναι ένας απλός εκπρόσωπος της διαφθοράς. Είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις, που εξακολουθεί να φαντάζεται τον εαυτό του ως ιδεαλιστή, ενώ έχει πλέον προσαρμοστεί με αξιοσημείωτη ευκολία στα προνόμια του συστήματος.

Η συγγραφέας όμως ούτε μια στιγμή δεν τον καταδικάζει. «Εγώ θα τον ερωτευόμουν στο άψε-σβήσε» έχει πει σε συνέντευξή της στη “LiFO” στη Σταυρούλα Παπασπύρου, εστιάζοντας κι επιμένοντας στον υπαρξιακό πυρήνα του βιβλίου, για τις ανεπαίσθητες αλλαγές που συντελούνται καθώς περνούν τα χρόνια, για το πώς οι μικρές, φαινομενικά ασήμαντες επιλογές συσσωρεύονται και διαμορφώνουν τελικά τον χαρακτήρα μας. Δεν είναι μια μεγάλη απόφαση που μετατρέπει τον άνθρωπο σε κάτι άλλο. Είναι το άθροισμα των μικρών αποφάσεων που κάποτε δεν φάνηκαν αρκετά σημαντικές, ώστε να προκαλέσουν ανησυχία κι έτσι μια μέρα γίνεται συμβατικός και δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. (Σε ελεύθερη απόδοση των λεγομένων της). Αυτή η σκέψη αποτελεί ίσως το πιο ανησυχητικό υπόστρωμα του μυθιστορήματος, επειδή δεν αφορά μόνο τον Άρη. Μας αφορά όλους.

Το κτήνος του τίτλου, άλλωστε, δεν έχει μία μόνο μορφή. Όπως εξηγεί η ίδια η συγγραφέας σε συνέντευξή της στη Γεωργία Χάρδα, στο “Fractal”, μπορεί να είναι

«οι καταπιεσμένες φιλοδοξίες, τα όνειρα που διαψεύστηκαν, τα πάθη που δεν τολμήσαμε να ζήσουμε, τα απωθημένα που κρύβουμε ακόμη κι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι ο ατίθασος εσωτερικός κόσμος που επιλέγουμε συχνά να αγνοούμε, επειδή η αναμέτρηση μαζί του θα έκανε τη ζωή μας δυσκολότερη. Το κτήνος, επομένως, δεν βρίσκεται κάπου έξω από τον άνθρωπο. Είναι η ίδια η αθέατη πλευρά του».

Στην πορεία του αυτή ο νεαρός Σπίθας –φίλος του γιου του και αμείλικτος διώκτης του– λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του διαταράσσει την ήδη εύθραυστη ισορροπία του Άρη και πυροδοτεί μια αλυσίδα γεγονότων που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του. Η συγγραφέας έχει επισημάνει πως η διάβρωση του ήρωα είχε αρχίσει πολύ πριν από την εμφάνιση του Σπίθα. Είναι όμως το τυχαίο γεγονός που πυροδοτεί κι επιταχύνει την πτώση. Κι η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί το αναπάντεχο δεν δημιουργεί πάντοτε την κρίση. Συχνά αποκαλύπτει μια προϋπάρχουσα περίοδο δυσκολιών που απλώς περίμενε την αφορμή για να εκδηλωθεί.

Ο Σπίθας, λοιπόν, με το κόκκινο σκουφί και την περιθωριακή του παρουσία, εισβάλλει στον προστατευμένο κόσμο του Άρη σαν μια απειλή που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στους κανόνες του. Η καταδίωξη, οι επιθέσεις και η αίσθηση ότι η καυτή ανάσα του Σπίθα ζεσταίνει τον σβέρκο του αποκτούν σχεδόν εφιαλτική διάσταση. Ο εξεγερμένος νέος γίνεται κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο της πλοκής∙ μοιάζει να ενσαρκώνει όσα ο Άρης θα προτιμούσε να μην αντικρίσει. Όσα δεν χωρούν πλέον στην τακτοποιημένη εικόνα του εαυτού του.

Εξίσου αποκαλυπτικές όμως είναι κι οι οικογενειακές σχέσεις. Η Κάρλα, ο γιος κι η μητέρα του Άρη δεν αποτελούν απλώς το περιβάλλον του. Είναι οι άνθρωποι απέναντι στους οποίους η αποτυχία του αποκτά ορατότητα. Η συζυγική οικειότητα έχει χάσει την αλλοτινή ζωντάνια της, η επικοινωνία με τον γιο έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα, ενώ η μητέρα του έχει αποσυρθεί σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Ο Άρης αναζητά αλλού την επιβεβαίωση, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως η μοναξιά έχει ήδη εγκατασταθεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η συγγραφέας παρατηρεί με οξυδέρκεια πως«η οικογένεια, όταν λειτουργεί, μπορεί να απορροφά τους κραδασμούς της ζωής· όταν όμως η καθημερινότητα γεμίζει ένταση και ανείπωτα παράπονα, ακόμη και η πιο μικρή δυσκολία γίνεται βάρος». Και δικαιώνεται από τον αναγνώστη όταν ομολογεί πως «όλο το μυθιστόρημα είναι χτισμένο πάνω σε μια τρομερά έντονη εικόνα: της μοναξιάς που μοιράζονται πολλοί άνθρωποι μαζί».

Η σωματικότητα και η ερωτική επιθυμία αποτελούν επίσης έναν ακόμη σημαντικό άξονα του έργου. Ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως ασφαλής έξοδος από την κρίση, ούτε ως υπόσχεση λύτρωσης. Είναι μια δύναμη που εκθέτει τον άνθρωπο στην ευαλωτότητά του, στην ηλικία, στη φθορά, στον φόβο της απώλειας. Η Σωτηροπούλου υπογραμμίζει στη συνέντευξή της στο “Fractal” ότι «δεν υπάρχει ζωή χωρίς επιθυμία και πως το σώμα αποτελεί την κοινή μας ομηρία. Είναι εκείνο που εξισώνει τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, την ευφυΐα ή τον πλούτο τους».Ο Άρης, μέσα από τις ερωτικές του αναζητήσεις, προσπαθεί να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όμως η επιθυμία δεν μπορεί να αναστείλει τον χρόνο.

Αξίζει εδώ να σταθούμε και στον τρόπο με τον οποίο το μυθιστόρημα ισορροπεί ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό, στο σαρκαστικό και στο γκροτέσκο. Η πολιτική ελίτ, οι δημόσιες σχέσεις, οι λογοτεχνικές τελετές, οι μικρές συναλλαγές και οι κοινωνικές φιλοδοξίες σχηματίζουν έναν κόσμο που συχνά μοιάζει με θέατρο παραλόγου. Η ειρωνεία της Σωτηροπούλου δεν είναι διακοσμητική. Είναι το εργαλείο με το οποίο αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα στη δημόσια γλώσσα και στην ιδιωτική συμπεριφορά, ανάμεσα στα μεγάλα ιδανικά και στα μικρά συμφέροντα. Γι’ αυτό κι η ιστορία που σκαρώνει δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, μπορεί να σταθεί παντού. Γιατί πραγματεύεται τη μεταμόρφωση του ιδεαλιστή σε εκπρόσωπο της μπουρζουαζίας, τη γλώσσα της πολιτικής που έχει χάσει το περιεχόμενό της, την κοινωνική υποκρισία που μας περιβάλλει. Κι έτσι η ελληνική πραγματικότητα δεν λειτουργεί ως κλειστό, τοπικό σκηνικό, αλλά ως μικρογραφία μιας ευρύτερης ανθρώπινης και πολιτικής συνθήκης.

Και ο τίτλος; Το «δαμάζοντας» υποδηλώνει την προσπάθεια επιβολής ελέγχου πάνω σε κάτι άγριο, απρόβλεπτο, επικίνδυνο. Μα είναι άραγε δυνατόν να δαμάσει κανείς τον εαυτό του χωρίς πρώτα να τον αναγνωρίσει; Μήπως η επιθυμία μας να τιθασεύσουμε το κτήνος είναι μια ακόμη μορφή αυταπάτης, μια προσπάθεια να διατηρήσουμε την εικόνα μας ανέπαφη; Ίσως το πιο δύσκολο τελικά δεν είναι να νικήσουμε το κτήνος, αλλά να παραδεχτούμε πως αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μας.

Σε παλαιότερη συνέντευξή της στην Ελένη Γκίκα, στο “Fractal”, η Σωτηροπούλου μιλούσε για τη συγγραφή «ως μια επίμονη προσπάθεια να πλησιάσει κανείς το αόρατο, να εξερευνήσει τη δική του εσωτερική φυλακή και να φωτίσει την προσωπική του γεωγραφία». Στο «Δαμάζοντας το κτήνος» αυτή η αναζήτηση παίρνει τη μορφή μιας ιστορίας με πολιτικές, υπαρξιακές κι ενδεχομένως ερωτικές διαστάσεις. Κι αν η γραφή δεν προσφέρει στον Άρη τη λύτρωση που προσδοκά, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να κοιτάξει πίσω από τις βεβαιότητες και να αναγνωρίσει τις μικρές ρωγμές που προηγούνται των μεγάλων καταρρεύσεων.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική δύναμη του βιβλίου: δεν μας ζητά να δείξουμε με το δάχτυλο έναν άνθρωπο που πρόδωσε τα ιδανικά του. Μας καλεί να αναρωτηθούμε πόσες φορές κι εμείς οι ίδιοι, χωρίς να το καταλάβουμε, έχουμε μετακινήσει λίγο λίγο τα όριά μας, εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε αδιαπραγμάτευτα. Γιατί το κτήνος δεν εμφανίζεται πάντα με την όψη του τέρατος. Μερικές φορές φορά το προσωπείο της λογικής, της προσαρμοστικότητας ή της επιτυχίας. Και περιμένει υπομονετικά πίσω από την πόρτα που αφήσαμε μισάνοιχτη.

Πηγές και τεκμηρίωση

—«Δεν υπάρχει ζωή χωρίς επιθυμία, δεν υπάρχει επιθυμία χωρίς ερωτική δόνηση», Γεωργία Χάρδα, συνέντευξη με την Έρση Σωτηροπούλου, “Fractal”, 10 Φεβρουαρίου 2026.

—«Πώς αλλάζει κανείς, πώς φτάνει σε σημείο να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του», Σταυρούλα Παπασπύρου, συνέντευξη με την Έρση Σωτηροπούλου, “LiFO”, 18 Νοεμβρίου 2025.

—«Το ηφαίστειο κάτω από το παγόβουνο», Ελένη Γκίκα, συνέντευξη με την Έρση Σωτηροπούλου, “Fractal”, 7 Μαΐου 2015.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.