«Οι νεοι, βλεποντας οτι το μελλον τους εχει ηδη υποθηκευτει, εχουν πολυ μικροτερο φοβο απεναντι στο ρισκο της συγκρουσης»
Όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν (Μάης του ’68, αντιπολεμικά κινήματα), έτσι και τώρα, τα συσσωρευμένα προβλήματα που οι κυβερνήσεις μετέθεταν για το μέλλον, βρήκαν τη διέξοδό τους στον δρόμο. Η «γενιά της κρίσης» αρνείται πλέον να είναι η γενιά που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της.
Η αίσθηση ότι η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, αυταρχικό και απειλητικό, δεν είναι μια υποκειμενική ανησυχία· είναι η σκληρή αντικειμενική πραγματικότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, το δικαίωμα στην αυτόνομη διαβίωση έχει γίνει ανέκδοτο. Τα απλησίαστα ενοίκια εγκλωβίζουν μια ολόκληρη γενιά στο παιδικό δωμάτιο. Οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις σε Γαλλία και Βέλγιο έδειξαν στους μαθητές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα γίνεται πιο ταξικό και λιγότερο προσβάσιμο. Η ακρίβεια πλήττει πρώτους όσους έχουν χαμηλούς μισθούς, ελαστική εργασία ή χαρτζιλίκι. Οι δημόσιες συζητήσεις δεν αφορούν πλέον την ανάπτυξη, την παιδεία ή την υγεία, αλλά τους εξοπλισμούς, τα καταφύγια, την επαναφορά της υποχρεωτικής στράτευσης και τη μετατροπή των οικονομιών σε «πολεμικές οικονομίες». Η συζήτηση για επιστράτευση στη Γερμανία είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, καθώς οι νέοι ένιωσαν ότι το κράτος τούς ζητά να θυσιαστούν για πολιτικές επιλογές που οι ίδιοι δεν στηρίζουν. Ο πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια μακρινή απειλή, αλλά ως μια «αναπόφευκτη» μελλοντική κανονικότητα, δημιουργώντας ένα μόνιμο υπόβαθρο συλλογικού φόβου και άγχους. Αυτοί το μεταδίδουν και ζητούν από μας καταλλαγή και ατσάλινα νεύρα;
Ενώ το κόστος ζωής εκτινάσσεται, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Οι εργασιακές σχέσεις έχουν απορυθμιστεί πλήρως (ελαστική εργασία, gig economy), αναγκάζοντας τους ανθρώπους να δουλεύουν ασταμάτητα απλώς για να καλύψουν τα βασικά (νοίκι, λογαριασμούς, τροφή). Όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα απλό γρανάζι παραγωγής, χωρίς ελεύθερο χρόνο, χωρίς δημιουργικότητα και χωρίς την ασφάλεια ότι αύριο θα έχει στέγη, αποξενώνεται. Αλλοτριώνεται από τον εαυτό του, από την εργασία του και από τους γύρω του. Οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο κυνικές και χρησιμοθηρικές, καθώς η κοινωνία μετατρέπεται σε μια αρένα επιβίωσης του ισχυρότερου. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο φασισμός δεν έρχεται πλέον πάντα με τη μορφή του παρελθόντος, αλλά συχνά φοράει το προσωπείο του «νόμου και της τάξης», της ασφάλειας και της «επιτήδευσης» των θεσμών. Με όχημα την κοινωνική απελπισία, ακροδεξιές και αυταρχικές ρητορικές γίνονται κυρίαρχες. Παράλληλα, οι δημοκρατικοί θεσμοί εργαλειοποιούνται. Η κρατική καταστολή, η ψηφιακή παρακολούθηση, ο έλεγχος της πληροφορίας και ο περιορισμός των δικαιωμάτων διαμαρτυρίας παρουσιάζονται «κομψά» ως αναγκαία μέτρα για την προστασία του κράτους.
Αυτό το «κοκτέιλ» είναι που οδηγεί στην κοινωνική αποσύνθεση. Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι το σύστημα τους εκμεταλλεύεται μέχρι την τελευταία ρανίδα της ενέργειάς τους, ενώ ταυτόχρονα τους προετοιμάζει για γεωπολιτικές συγκρούσεις, η οργή συσσωρεύεται υποδόρια. Οι εκρήξεις που βλέπουμε στους δρόμους της Ευρώπης είναι η φυσική αντίδραση της κοινωνίας που προσπαθεί να «ανασάνει» μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο.
Οι νεολαίες δεν έχουν πλέον τι άλλο να χάσουν. Οι μεγαλύτερες γενιές συχνά συμβιβάζονται λόγω οικογενειακών ή δανειακών υποχρεώσεων. Οι νέοι όμως, βλέποντας ότι το μέλλον τους έχει ήδη υποθηκευτεί, έχουν πολύ μικρότερο φόβο απέναντι στο ρίσκο της σύγκρουσης. Αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία με όρους καθαρούς, χωρίς πολιτικές προφάσεις. Μέσω των κοινωνικών δικτύων, μαθητές και φοιτητές μπορούν να οργανώσουν ταχύτατα μια πανεθνική αποχή ή μια διαδήλωση μέσα σε λίγες ώρες, αντίθετα με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες των παραδοσιακών συνδικάτων.
Οι κρατούντες εφάρμοσαν με απόλυτη μεθοδικότητα τη δοκιμασμένη συνταγή της τελευταίας τριακονταετίας, για να εξουδετερώσουν κάθε πραγματική κοινωνική αντίσταση, αντικαθιστώντας τα ουσιαστικά δικαιώματα με ψευδαισθήσεις. Για τρεις δεκαετίες, η πρόοδος βαφτίστηκε απορρύθμιση και ιδιωτικοποίηση. Υποσχέθηκαν ότι η παγκοσμιοποίηση, η ευελιξία στην εργασία και η απόσυρση του κοινωνικού κράτους θα έφερναν πλούτο για όλους. Αυτή η «πρόοδος» σήμαινε τη διάλυση της δημόσιας παιδείας, της υγείας και της σταθερής εργασίας. Η ανάπτυξη αφορούσε μόνο τους αριθμούς και τις ελίτ, ενώ για την πλειοψηφία σήμαινε τη μετατροπή των δικαιωμάτων σε ακριβά εμπορεύματα.
Αντί για πραγματική ευημερία, στους λαούς πουλήθηκε υπερκατανάλωση με δανεικά και, αργότερα, η ψηφιακή ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Η πρόσβαση σε φτηνά καταναλωτικά αγαθά, smartphones και αλγόριθμους κοινωνικών δικτύων χρησιμοποιήθηκε ως το τέλειο «όπιο» για να κρατά τους ανθρώπους ναρκωμένους και απομονωμένους. Ταυτόχρονα, η τεχνολογία αυτή μετατράπηκε στο απόλυτο εργαλείο ελέγχου. Η καταναλωτική συμπεριφορά και η ψηφιακή ζωή των πολιτών καταγράφονται διαρκώς. Έτσι, το σύστημα γνωρίζει εκ των προτέρων τις τάσεις της κοινωνίας, προλαμβάνοντας ή χειραγωγώντας τις αντιδράσεις της.
Όταν η κοινωνία προσπάθησε να αντιδράσει, οι τακτικές των κρατούντων ήταν πάντα οι ίδιες: Όποιος αντιδρά βαφτίζεται «αναχρονιστικός», «λαϊκιστής», «εχθρός της προόδου» ή «υποκινούμενος». Τα αιτήματα για αξιοπρεπείς μισθούς και δημόσια αγαθά παρουσιάζονται ως ουτοπικά ή οικονομικά αδύνατα. Έστρεψαν τη μία κοινωνική ομάδα ενάντια στην άλλη (π.χ. τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα κατά του δημόσιου, τους νέους κατά των παλαιότερων), ώστε η οργή να εκτονώνεται εσωτερικά και όχι προς τα πάνω. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης συστηματικά κρύβουν το βάθος των αιτημάτων, προβάλλοντας μόνο τις εικόνες των επεισοδίων για να τρομάξουν τη μεσαία τάξη και να δικαιολογήσουν την κρατική βία. Όταν λοιπόν τα «φούμαρα» της δήθεν προόδου στέρεψαν από καύσιμα λόγω των διαδοχικών κρίσεων, το μόνο που απέμεινε στους κρατούντες ήταν η γυμνή καταστολή, ο μιλιταρισμός και ο αυταρχισμός. Η νεολαία και οι λαοί που ξεσηκώνονται σήμερα στην Ευρώπη ουσιαστικά φωνάζουν ότι το συμβόλαιο της τελευταίας τριακονταετίας έχει πλέον πεθάνει.
«Οι νεολαίες δεν έχουν πλέον τι άλλο να χάσουν. Οι μεγαλύτερες γενιές συχνά συμβιβάζονται λόγω οικογενειακών ή δανειακών υποχρεώσεων. Οι νέοι όμως, βλέποντας ότι το μέλλον τους έχει ήδη υποθηκευτεί, έχουν πολύ μικρότερο φόβο απέναντι στο ρίσκο της σύγκρουσης. Αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία με όρους καθαρούς, χωρίς πολιτικές προφάσεις. Μέσω των κοινωνικών δικτύων, μαθητές και φοιτητές μπορούν να οργανώσουν ταχύτατα μια πανεθνική αποχή ή μια διαδήλωση μέσα σε λίγες ώρες, αντίθετα με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες των παραδοσιακών συνδικάτων»
Η πλουτοκρατία και οι μεγάλες επιχειρηματικές ελίτ έχουν εισβάλει πλήρως στην πολιτική σκηνή, επιβάλλοντας την ατζέντα τους και προκαταλαμβάνοντας την κοινή γνώμη μέσω της απόλυτης σύμπλεξης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Αυτή η διαδικασία, η οποία συχνά περιγράφεται ως «αιχμαλωσία του κράτους» (state capture), έχει μετατρέψει τη λήψη αποφάσεων σε μια διαδικασία που εξυπηρετεί τα κέρδη των λίγων εις βάρος των αναγκών των πολλών.
Οι μέθοδοι με τις οποίες η οικονομική ολιγαρχία επέβαλε την κυριαρχία της και χειραγώγησε την κοινή γνώμη περιλαμβάνουν:
—Τον απόλυτο έλεγχο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και των Αλγορίθμων. Η κοινή γνώμη δεν διαμορφώνεται πλέον ελεύθερα, αλλά κατασκευάζεται. Παραδοσιακά μέσα (τηλεόραση, εφημερίδες) και ψηφιακές πλατφόρμες (social media) ανήκουν σε ελάχιστους δισεκατομμυριούχους. Οτιδήποτε απειλεί τα συμφέροντά τους αποσιωπάται, διαστρεβλώνεται ή βαφτίζεται «επικίνδυνο». Αντίθετα, προωθείται συστηματικά η ιδέα ότι η ασύδοτη αγορά, οι ιδιωτικοποιήσεις και οι περικοπές είναι η μόνη «ορθολογική» και «αναπόφευκτη» λύση.
—Τη χρηματοδότηση Κομμάτων, Think Tanks και Lobbying. Η πολιτική εξουσία έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενη από το μεγάλο κεφάλαιο. Μέσω των ομάδων πίεσης και των δεξαμενών σκέψης που χρηματοδοτούνται από την πλουτοκρατία, γράφονται αυτούσιοι νόμοι που ψηφίζονται από τα κοινοβούλια, με άλλα λόγια νομιμοποιείται η διαφθορά. Για να εκλεγεί ένας πολιτικός ηγέτης, χρειάζεται εκατομμύρια για διαφήμιση και επικοινωνιολόγους. Αυτά τα κεφάλαια τα παρέχει η πλουτοκρατία, εξασφαλίζοντας ότι την επόμενη μέρα ο εκλεγμένος θα εξυπηρετήσει τη δική της ατζέντα.
—Η «Περιστρεφόμενη Πόρτα». Υπάρχει μια διαρκής μετακίνηση προσώπων μεταξύ των διοικητικών συμβουλίων των πολυεθνικών, των τραπεζών και των κυβερνητικών θώκων. Πολιτικοί που νομοθετούν υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων ανταμείβονται αργότερα με χρυσά συμβόλαια σε αυτούς τους ομίλους, ενώ στελέχη αγορών αναλαμβάνουν απευθείας υπουργεία οικονομίας, υγείας ή ενέργειας.
—Η διάλυση της συλλογικής συνείδησης. Για να μην μπορούν οι λαοί να αντισταθούν, η πλουτοκρατική ατζέντα επέβαλλε τον ακραίο ατομικισμό. Η επιτυχία ή η αποτυχία παρουσιάζεται αποκλειστικά ως «ατομική ευθύνη». Αν κάποιος δεν έχει να πληρώσει το νοίκι, να σπουδάσει ή να γιατρευτεί, το σύστημα τον πείθει ότι φταίει ο ίδιος που δεν προσπάθησε αρκετά, αποτρέποντας έτσι τη συλλογική οργάνωση και τη μαζική διεκδίκηση.
Όταν λοιπόν οι θεσμοί, η ενημέρωση και οι νόμοι ελέγχονται από το χρήμα, η δημοκρατία μετατρέπεται σε προσκηνιακό διακοσμητικό στοιχείο. Οι κοινωνικές εκρήξεις που βλέπουμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης των λαών ότι οι παραδοσιακοί πολιτικοί δρόμοι έχουν φραχτεί από την πλουτοκρατία. […]
Όταν η κοινωνική έκρηξη πλησιάζει, οι κρατούντες επιστρατεύουν αυτήν ακριβώς την πονηρή διαχείριση της βίας, η οποία λειτουργεί σε τρία επίπεδα:
—Η προκλητή βία και η παγίδα των «Άκρων». Το σύστημα γνωρίζει ότι η δική του, δομική βία (η οικονομική εξαθλίωση, ο μιλιταρισμός, ο ψηφιακός εγκλεισμός) είναι αόρατη και «νόμιμη». Το τερτίπι: Για να ακυρώσει την ηθική βάση της αντίστασης, το κράτος συχνά προκαλεί ή ενορχηστρώνει τη φυσική βία στους δρόμους (μέσω προβοκάτσιας ή ακραίας καταστολής). Ο στόχος: Μόλις σπάσει μια βιτρίνα ή καεί ένας κάδος, οι μηχανισμοί προπαγάνδας στρέφουν όλη την προσοχή εκεί. Το αίτημα για δικαιοσύνη εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνει το αφήγημα της «τυφλής βίας» των διαδηλωτών, ώστε να τρομάξει ξανά η μάζα των νεοκομφορμιστών.
—Το συστημικό Gaslighting («Εσύ το προκάλεσες»). Εδώ εφαρμόζεται ακριβώς η «διπλωματία» που αναφέρεται. Όταν η κοινωνία αντιδρά στην κατοχή των πόρων και της ζωής της, οι κρατούντες και οι απολογητές τους λένε: «Εσείς φταίτε για την αναστάτωση, εσείς διώχνετε τις επενδύσεις, εσείς καταστρέφετε την οικονομία». Μετατρέπουν την άμυνα του θύματος σε «πρόκληση». Απαιτούν από τους πολίτες να ξεχάσουν τη διαρκή, καθημερινή βία της επιβίωσης και να ζητήσουν συγγνώμη που τόλμησαν να φωνάξουν.
—Η ψευδαίσθηση της «Συναίνεσης» («Και σου άρεσε κιόλας»). Αυτό είναι το πιο νοσηρό σημείο. Μέσα από την καταναλωτική επιτήρηση και τα ψηφιακά «αντίδωρα», το σύστημα προσπαθεί να δείξει ότι η κοινωνία είναι συνένοχη και ευτυχισμένη μέσα στην υποταγή της. Προβάλλουν τους αριθμούς των ψηφιακών συναλλαγών, τα clicks στα social media, την αποδοχή των εταιρικών όρων, ως απόδειξη ότι οι άνθρωποι «επιλέγουν» και «απολαμβάνουν» αυτό το μοντέλο ζωής. Χρησιμοποιούν τα ίδια τα εργαλεία της αλλοτρίωσης των ανθρώπων, για να ισχυριστούν ότι η κατοχή έγινε με τη δική τους συγκατάθεση. Αυτή η «διπλωματία» είναι το τελευταίο οχυρό της εξουσίας πριν τη γυμνή, ολοκληρωτική επιβολή. Σκοπός της δεν είναι απλώς να καταστείλει το σώμα, αλλά να διαφθείρει την ηθική κρίση του θύματος, αναγκάζοντάς το να αποδεχτεί την κακοποίηση ως κανονικότητα και να συνθηκολογήσει με τον θύτη του.
Αυτό που βιώνουν σήμερα οι κοινωνίες στην Ευρώπη δεν είναι πολιτική διαχείριση, αλλά συστηματική θεσμική βία. Η πολιτική διακυβέρνηση, εξ ορισμού, προϋποθέτει το κοινωνικό συμβόλαιο: τη διαβούλευση, την αντιπροσώπευση των λαϊκών αναγκών, την εξασφάλιση της ευημερίας και της κοινωνικής ειρήνης. Όταν ένα σύστημα αδυνατεί να προσφέρει αυτά τα βασικά αγαθά και επιβιώνει μόνο εκβιάζοντας την επιβίωση των πολιτών, παύει να κυβερνά πολιτικά και αρχίζει να επιβάλλεται βίαια. Αυτή η θεσμική βία ασκείται καθημερινά με μορφές που το σύστημα έχει βαφτίσει «νόμους» και «μεταρρυθμίσεις»:
—Οικονομική βία. Όταν νομοθετούνται περικοπές δισεκατομμυρίων στην υγεία, την παιδεία και τις συντάξεις για να χρηματοδοτηθούν εξοπλισμοί, αυτό είναι θεσμική βία. Όταν η στέγαση μετατρέπεται από βασικό δικαίωμα σε απρόσιτο επενδυτικό προϊόν και οι μισθοί καθηλώνονται κάτω από το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, το κράτος ασκεί βία πάνω στη βιολογική υπόσταση των πολιτών του.
—Ψηφιακή και διοικητική βία. Η επιβολή ενός πλέγματος ψηφιακής επιτήρησης, ο έλεγχος των πόρων και της γης, και ο αποκλεισμός από τις ευκαιρίες για όποιον δεν συμμορφώνεται με τα εταιρικά πρότυπα αποτελούν μορφές βίαιου εγκλεισμού. Ο πολίτης δεν αντιμετωπίζεται ως κυρίαρχο υποκείμενο, αλλά ως ένα ψηφιακό δεδομένο προς πειθάρχηση.
—Ψυχολογική βία (το συστημικό Gaslighting). Όπως με τη «διπλωματία του βιαστή», η πιο ύπουλη μορφή θεσμικής βίας είναι η πνευματική. Το να εξαναγκάζεις μια ολόκληρη γενιά να ζει μέσα στον υπαρξιακό τρόμο, να της στερείς το δικαίωμα να φανταστεί ένα εναλλακτικό μέλλον και ταυτόχρονα να την πείθεις ότι «αυτή φταίει» που υποφέρει, είναι μια βαθιά εγκληματική ψυχολογική βία. Όταν η διακυβέρνηση μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό που παράγει στρατιές φοβισμένων νεοκομφορμιστών και ποινικοποιεί κάθε σπίθα αντίστασης, τότε το κράτος έχει χάσει κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση. Μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό κατοχής, που χρησιμοποιεί τους θεσμούς όχι για να υπηρετήσει την κοινωνία, αλλά για να προστατεύσει την πλουτοκρατία και τον εαυτό του από την οργή της κοινωνίας. Οι εκρήξεις που βλέπουμε στους δρόμους είναι η αναπόφευκτη απάντηση στη βία ενός συστήματος που έχει αρνηθεί την ίδια την πολιτική.
«Αυτό που βιώνουν σήμερα οι κοινωνίες στην Ευρώπη δεν είναι πολιτική διαχείριση, αλλά συστηματική θεσμική βία. Η πολιτική διακυβέρνηση, εξ ορισμού, προϋποθέτει το κοινωνικό συμβόλαιο: τη διαβούλευση, την αντιπροσώπευση των λαϊκών αναγκών, την εξασφάλιση της ευημερίας και της κοινωνικής ειρήνης. Όταν ένα σύστημα αδυνατεί να προσφέρει αυτά τα βασικά αγαθά και επιβιώνει μόνο εκβιάζοντας την επιβίωση των πολιτών, παύει να κυβερνά πολιτικά και αρχίζει να επιβάλλεται βίαια»
Όταν η καθημερινή, αόρατη θεσμική βία φτάνει στο απροχώρητο και ο υπόδουλος άνθρωπος αποφασίζει να σπάσει τις αλυσίδες του φωνάζοντας «τέλος», το σύστημα επιστρατεύει την πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας:
—Με την ποινικοποίηση της αξιοπρέπειας: Η κραυγή απόγνωσης του καταπιεσμένου βαφτίζεται αυτόματα «τρομοκρατία».
—Με την παραγραφή της αιτίας: Το σύστημα απαιτεί από την κοινή γνώμη να εστιάσει αποκλειστικά στη στιγμή της έκρηξης, διαγράφοντας εντελώς τα χρόνια της συστηματικής κακοποίησης, της οικονομικής ασφυξίας και της αλλοτρίωσης που την προκάλεσαν.
—Με τη συσπείρωση: Μέσα από το «σοκ και δέος» της καταστολής και της επικοινωνιακής τρομοκρατίας, οι φοβισμένοι οπαδοί του συστήματος νιώθουν δικαιωμένοι που επέλεξαν την υποταγή, στρεφόμενοι με ακόμα μεγαλύτερο μίσος ενάντια σε όποιον τόλμησε να πει το μεγάλο «όχι». Αυτή η στρατηγική εφαρμόζεται επειδή η εξουσία τρέμει τη μετάδοση της άρνησης.
Αν ο υπόδουλος πει «τέλος» και οι υπόλοιποι καταλάβουν ότι αυτό είναι μια πράξη δικαιοσύνης και όχι τυφλής βίας, τότε το “Matrix” της επιτήρησης καταρρέει. Γι’ αυτό η αλήθεια πρέπει να θαφτεί κάτω από τόνους προπαγάνδας και δαιμονοποίησης.
*Ο Αλέξανδρος Χ. Αντωνιάδης είναι Οικονομολόγος με ΜΒΑ, Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος. Το παρόν κείμενό του δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο προφίλ του στο Facebook στις 20/10/2026 και αναδημοσιεύται εδώ, με ορισμένες περικοπές λόγω περιορισμένου χώρου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
