Τα μουσεια ως χωροι συμπεριληψης και δημιουργικης συμμετοχης για ανθρωπους με ανοια
Μπορεί ένα μουσείο να αποτελέσει χώρο ουσιαστικής συμμετοχής, επικοινωνίας και δημιουργικής έκφρασης για ανθρώπους που ζουν με άνοια; Μπορούν τα εκθέματα και οι συλλογές του να αξιοποιηθούν με τρόπο που να προσφέρει γνωστικά και ψυχοκοινωνικά οφέλη, όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στους ανθρώπους που τους φροντίζουν;
Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η διδακτορική έρευνα της αρχαιολόγου και μουσειολόγου κ.Αλεξάνδρας Τράντα, η οποία, μέσα από μια τριετή διαδικασία σχεδιασμού, υλοποίησης και αξιολόγησης μουσειακών δράσεων, κατέληξε στη διαμόρφωση ενός μοντέλου καλής πρακτικής για τη συμμετοχή ανθρώπων με άνοια σε πολιτιστικές δραστηριότητες.
Ο λόγος για την διδακτορική της διατριβή με τίτλο «ΑΡΓΩ, ένα ταξίδι στα μουσεία για άτομα με άνοια και τους φροντιστές τους» που διεξήγαγε υπό την επίβλεψη της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Λαογραφίας του ΔΠΘ, κ.Νάντιας Μαχά και η οποία έλαβε πρόσφατα Special Mention από την επιτροπή του Committee for Education and Cultural Action (ICOM-CECA), στο πλαίσιο του Best Practice Award 2026

Η ερευνήτρια μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm», παρουσιάζοντας το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα της εργασίας της, κεντρικό στοιχείο της οποίας αποτελεί η αντίληψη ότι η άνοια δεν πρέπει να οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά να αντιμετωπίζεται και μέσα από πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή.
«Το μουσείο αφουγκράζεται τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες»
Η αφετηρία της συζήτησης ήταν η ανάγκη να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που ζουν με άνοια, αλλά και τους οικείους τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν συχνά το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής φροντίδας.
Η κ.Τράντα εξήγησε ότι η δική της επιστημονική παρέμβαση δεν αφορά την ιατρική αντιμετώπιση της νόσου, αλλά τη δυνατότητα αξιοποίησης μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων μέσα από τον πολιτισμό.
Όπως ανέφερε, η γήρανση του πληθυσμού καθιστά ακόμη πιο επίκαιρη την ανάγκη ανάπτυξης τέτοιων πρωτοβουλιών, καθώς η άνοια εμφανίζεται συχνότερα στις μεγαλύτερες ηλικίες.
«Η δική μου η παρέμβαση συνίσταται στις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις», σημείωσε, εξηγώντας ότι το σύγχρονο μουσείο καλείται να ανταποκριθεί σε νέες κοινωνικές ανάγκες, υιοθετώντας ολοένα περισσότερο τις αρχές της συμπερίληψης και της συμμετοχής διαφορετικών ομάδων κοινού.
«Το Μουσείο είναι το δικό μου εργαλείο», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την προσπάθειά της να προτείνει ένα μοντέλο καλής πρακτικής που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από επαγγελματίες του πολιτισμού.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται όχι μόνο οι άνθρωποι που ζουν με άνοια, αλλά και οι φροντιστές τους. Η ερευνήτρια επισήμανε ότι, σύμφωνα με διεθνή ερευνητικά δεδομένα που επικαλέστηκε, η φροντίδα των ανθρώπων με άνοια επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό το οικογενειακό περιβάλλον, με τις γυναίκες να αναλαμβάνουν συχνότερα τον συγκεκριμένο ρόλο.
Ωστόσο, στάθηκε ιδιαίτερα και στη συναισθηματική διάσταση της φροντίδας, εξηγώντας ότι οι ίδιοι οι φροντιστές, κατά τη συμμετοχή τους στα εργαστήρια της έρευνας, χρησιμοποίησαν ακόμη και τη λέξη «χαρά» για να περιγράψουν πλευρές της εμπειρίας τους.
Από την αρχαιολογία στη μουσειολογία και την έρευνα για την άνοια
Η επιστημονική διαδρομή της κ. Τράντα ξεκίνησε από την αρχαιολογία, με σπουδές και διδακτορική έρευνα στην προϊστορική αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Το ενδιαφέρον της για τα μουσεία και τη σχέση τους με την κοινωνία την οδήγησε στη συνέχεια στη μουσειολογία και τη μουσειακή μάθηση, ενώ εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια εργάζεται στον χώρο του πολιτισμού και ειδικότερα στην Υπηρεσία Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς.
Η ιδέα για τη διερεύνηση της σχέσης των μουσείων με την άνοια προέκυψε, όπως εξήγησε, από μια πρόκληση συναδέλφου της, περίπου το 2022, η οποία σταδιακά και μέσω της ερευνητικής προσπάθειας κατέληξε σε ολοκληρωμένη διδακτορική διατριβή με την καθοριστική συνεργασία της κ.Μαχά, με την οποία συνδέεται από τα φοιτητικά τους χρόνια.
Όπως ανέφερε, το Εργαστήριο Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του ΔΠΘ της προσέφερε το επιστημονικό περιβάλλον για να αναπτύξει την έρευνά της, με την υποστήριξη της επιβλέπουσας και των υπόλοιπων μελών της επιστημονικής επιτροπής.
Ένα μοντέλο που προέκυψε από τρία χρόνια εφαρμογής
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έρευνας είναι ότι το προτεινόμενο μοντέλο δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά σε θεωρητικό επίπεδο.
Αντίθετα, προέκυψε από την εφαρμογή και την αξιολόγηση μουσειακών δράσεων στις οποίες συμμετείχαν άνθρωποι που ζουν με άνοια και οι φροντιστές τους.
Όπως εξήγησε το ερευνητικό της πλαίσιο διαμορφώθηκε με βάση τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν σε διάστημα τριών ημερολογιακών ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων σχεδίασε και υλοποίησε δράσεις, τα αποτελέσματα των οποίων αξιολογήθηκαν με διαφορετικές επιστημονικές μεθόδους.
Σκοπός της δεν ήταν απλώς να αποδείξει ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν μεμονωμένες επισκέψεις ή δραστηριότητες για ανθρώπους με άνοια, αλλά να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ευρύτερα από τα μουσεία.

«Το κενό στην έρευνα που ήλπιζα ότι θα καλύψω ήταν το να προτείνω, με βάση όμως ένα πολύ γερό θεωρητικό υπόβαθρο», ανέφερε, υπογραμμίζοντας τη σημασία της σύνδεσης της επιστημονικής γνώσης με την πρακτική εφαρμογή.
Το μοντέλο που προέκυψε ονομάστηκε «Ι.Κ.Α.» με κάθε γράμμα όπως εξήγησε να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες παραμέτρους τις οποίες μπορούν να λαμβάνουν υπόψη οι επαγγελματίες των μουσείων κατά τον σχεδιασμό αντίστοιχων δράσεων.
Η ερευνήτρια διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται για μια ενιαία συνταγή που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις, ωστόσο μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους των μουσείων μια κατεύθυνση.
Στόχος η συμμετοχή με νόημα και όχι απλώς η πρόσβαση
Η ίδια έσπευσε να διαχωρίσει την απλή παρουσία ενός ανθρώπου με άνοια σε έναν μουσειακό χώρο από την ουσιαστική συμμετοχή του σε μια οργανωμένη δραστηριότητα.
Όπως εξήγησε, οι δράσεις πρέπει να σχεδιάζονται με βάση τις δυνατότητες και τις ανάγκες των συμμετεχόντων, ώστε η εμπειρία τους να έχει προσωπικό νόημα.
Το θεωρητικό υπόβαθρο της έρευνας αξιοποιεί, μεταξύ άλλων, τη μάθηση μέσω αντικειμένων, ψυχολογικές προσεγγίσεις που σχετίζονται με την ενεργό συμμετοχή σε δραστηριότητες και θεωρίες για τα διαφορετικά στάδια της ανθρώπινης ζωής.
«Τα ερευνητικά μας ερωτήματα ήταν εάν και πώς μπορούν οι άνθρωποι […] να μπουν στα μουσεία με νόημα για αυτούς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί αυτό να συμβεί», εξήγησε.
Σύμφωνα με την ίδια, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ανοίξουν οι πόρτες των μουσείων σε περισσότερες ομάδες κοινού, αλλά να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε η συμμετοχή να αποφέρει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος.
Εξού και σημαντική παράμετρος για την επιτυχία των παρεμβάσεων είναι και η εκπαίδευση των ανθρώπων που σχεδιάζουν και υλοποιούν τις μουσειακές δράσεις, ώστε να αξιοποιούν τα εκθέματα και τα αντικείμενα με τρόπο κατάλληλο για τους συμμετέχοντες.
Θετικά αποτελέσματα στη μάθηση, στην κοινωνικοποίηση και στη συμπερίληψη
Ερωτηθείσα ως προς τα αποτελέσματα της έρευνας, η κ. Τράντα έκανε λόγο για οφέλη που καταγράφηκαν τόσο με ποιοτικές όσο και με ορισμένες ποσοτικές μεθόδους αξιολόγησης.
Οι θετικές επιδράσεις αφορούσαν τρεις βασικούς τομείς, ήτοι τη γνωστική και μαθησιακή εμπειρία, την ψυχοκοινωνική διάσταση της συμμετοχής και την κοινωνική ένταξη και ορατότητα των ανθρώπων που ζουν με άνοια.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην έννοια της ορατότητας, δηλαδή στη δυνατότητα των ανθρώπων με άνοια να παραμένουν ενεργά και αναγνωρίσιμα μέλη της κοινωνικής ζωής.
Όπως επισήμανε, τα οφέλη δεν περιορίζονται στους ίδιους τους συμμετέχοντες, αλλά συνολικά την κοινωνία.
Κληθείσα να απαντήσει ως προς τους τρόπους που μπορούν τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής να χρησιμοποιηθούν σε μουσειακούς χώρους ανά την Ελλάδα, όπως και η Κομοτηνή, η κ.Τράντα εξήγησε πως η πόλη διαθέτει σημαντικές μουσειακές συλλογές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τον σχεδιασμό ανάλογων δράσεων.
Σύμφωνα με την ίδια, το πολιτιστικό απόθεμα εν προκειμένω της Κομοτηνής, αλλά και των κατά τόπους μουσείων, συνιστά μια ιδιαίτερα καλή αφετηρία για την ανάπτυξη προγραμμάτων που θα απευθύνονται σε ανθρώπους με άνοια και στους φροντιστές τους.
Μάλιστα, ανέφερε ότι ήδη υπάρχει συνεργασία με αντίστοιχη δομή στον Βόλο, όπου πραγματοποιήθηκε ο βασικός κορμός της ερευνητικής εργασίας.
Η έρευνα συνεχίζεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Ερωτηθείσα ως προς την συνέχεια η ίδια έκανε γνωστό πως η ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής δεν σηματοδοτεί και το τέλος της συγκεκριμένης ερευνητικής προσπάθειας. Ήδη υπάρχει συνέχεια, πλέον σε μεταδιδακτορικό επίπεδο, επίσης υπό την επίβλεψη της κ. Μάχα και στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, ενώ έχουν δρομολογηθεί επιστημονικές δημοσιεύσεις για τα αποτελέσματα της έρευνας, προκειμένου να καταστήσει τη σχετική γνώση προσβάσιμη στους επαγγελματίες των μουσείων και σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Στόχος της συνέχισης της έρευνας είναι, μεταξύ άλλων, η περαιτέρω διερεύνηση της έννοιας της κοινωνικής ορατότητας των ανθρώπων με άνοια και των δυνατοτήτων ουσιαστικής συμμετοχής τους στον πολιτισμό.
Κλείνοντας τη συζήτηση, κληθείσα να μιλήσει για τα αποτελέσματα της έρευνας στην ίδια, η κ.Τράντα επέλεξε να όπως τόνισε να κρατήσει το πολύ αισιόδοξο μήνυμα της ανθρωπιάς, όπως αυτό προέκυψε τόσο από την συνεργασία της μεταξύ άλλων και με τους φροντιστές που συμμετείχαν στην έρευνα και τους εθελοντές εμψυχωτές όσο και τα μηνύματα που οι ίδιοι έστειλαν. «Αν εμένα μου έδειξε κάτι, αυτή η έρευνα, είναι ότι αυτή η ανθρωπιά είναι που μας ενώνει όλους, ανεξαρτήτως από το αν έχουμε άνοια ή δεν έχουμε ή έχουμε οτιδήποτε» κατέληξε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
