«Γιατι οι εργατες δεν ειναι το επαναστατικο υποκειμενο»: Ενα διαφωτιστικο πονημα για τον ρολο των εργατων στην ταξικη διαρθρωση της αστικης κοινωνιας που θα κυκλοφορησει τον Νοεμβριο
Αντώνης Ε. Χαριστός, «Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο ‒ η γραφειοκρατία των παραγωγικών δυνάμεων: δομές, εξουσία και εξάρτηση στο “Κεφάλαιο” του Καρλ Μαρξ», εισαγωγή: Ευστράτιος Τζαμπαλάτης, εκδόσεις Υψικάμινος, Αθήνα 2026
Οι κλασικοί τού μαρξισμού έδειξαν την εργατική τάξη ως το εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας, στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτή η θέση δεν τεκμαίρεται στον ιστορικό χρόνο, ούτε και επιβεβαιώνεται στον καταμερισμό εργασίας. Κι όμως, επί δεκαετίες χτίστηκαν κομματικές και συνδικαλιστικές καριέρες, και συντηρούνται μέχρι σήμερα, στο όνομα αυτής ακριβώς της προοπτικής, σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατών. Πρόκειται για ψευδαίσθηση, η οποία ακυρώνεται στον τρόπο με τον οποίον κατασκευάζεται ο δημόσιος λόγος και ο ιδιωτικός χώρος στα αφηγήματα των αστικών σχέσεων εξουσίας. Οι εργάτες δεν παύουν να βλέπουν την πραγματικότητά τους μέσα από τα μάτια των αστών. Αυτή η πρακτική δεν καταλήγει απλώς στην άρνηση της επαναστατικής διεξόδου, αλλά διαστρεβλώνει και τον ίδιο τον ρόλο των εργατών στην ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας.
Με αφορμή αυτήν τη συλλογιστική διαδρομή, ο ακάματος ερευνητής και συγγραφέας Αντώνης Ε. Χαριστός πρόκειται να μας προσφέρει τον Νοέμβριο έναν ογκώδη τόμο που ξεπερνά τις 1.300 σελίδες, στον οποίο ο αναγνώστης θα έχει τη δυνατότητα να εντρυφήσει στη «γραφειοκρατία» των παραγωγικών δυνάμεων και να κατανοήσει, μεταξύ άλλων, το καίριο ερώτημα: γιατί οι εργάτες δεν αποτελούν, τελικά, το επαναστατικό υποκείμενο.
«Οι εργάτες είναι τα μαζικά θύματα της αυτο-εξαπάτησης του συστήματος των αξιακών δεδομένων ως παραδεδεγμένων αληθειών, τις οποίες αλήθειες βλέπουν μέσα από τα μάτια των αστών, εξατομικεύοντας κάθε φορά τα δικά τους συμφέροντα, αυτά των αστών, στη δική τους καθημερινότητα, αυτήν των εργατών. Έτσι, γίνονται δίαυλοι μεταφοράς των δεδομένων των αστικών συσχετισμών εξουσίας καθετοποιημένα και διασταλτικά σε όλα τα στρώματα της κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας»
Ο συγγραφέας, ήδη γνωστός στο αναγνωστικό κοινό της πόλης μας, διαθέτει ένα ιδιαίτερα πλούσιο και πολυδιάστατο βιογραφικό. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ, παράλληλα, έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους τής τεχνοτροπίας του «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, μία ποιητική συλλογή και τρεις επιστημονικές μελέτες. Επίσης, έχει επιμεληθεί συλλογικές εκδόσεις ποίησης και πεζογραφίας, ενώ έχει υπογράψει σενάρια και σκηνοθεσία σε τρεις ταινίες μικρού μήκους. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού λογοτεχνίας «Λογοτεχνικό Δελτίο», καθώς και της ετήσιας επιθεώρησης τέχνης «Παράθυρο στην τέχνη». Επίσης, είναι αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού «Χειραφέτηση ή Κανονικότητα». Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των εκδόσεων Γράφημα, καθώς και διευθυντής των εκδόσεων Υψικάμινος, επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.
Το νέο πόνημά του, που θα κυκλοφορήσει μέσα στον επόμενο μήνα, από τις εκδόσεις Υψικάμινος, έχει τίτλο «Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο ‒ η γραφειοκρατία των παραγωγικών δυνάμεων: δομές, εξουσία και εξάρτηση στο “Κεφάλαιο” του Καρλ Μαρξ» και την εξής διάρθρωση: κατ’ αρχάς, το σημείωμα του συγγραφέα μάς εισάγει στην έκδοση, υποδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο καλό θα ήταν να προχωρήσουμε στη μελέτη του βιβλίου, δηλαδή όχι ακολουθώντας μια γραμμική ανάγνωση, αλλά ξεκινώντας από το 2ο κεφάλαιο, προτείνει να προχωρήσουμε στο 3ο και να καταλήξουμε στο 1ο, ενώ υπογραμμίζει και την ιδιαίτερη σημασία των παραπομπών για την πλήρη κατανόηση της συγγραφικής στόχευσης. Ακολουθεί η εισαγωγή του καθηγητή και συγγραφέα Ευστράτιου Τζαμπαλάτη, ο οποίος μάλιστα ανέλαβε και τον σχεδιασμό του εξωφύλλου, καθώς και τα εξής κεφάλαια:
—Κεφάλαιο 1ο, «“Κεφάλαιο”: δομές εξουσίας και αναγκαιότητας»
—Κεφάλαιο 2ο, «Εξάρτηση και αλλοτρίωση: ο εργάτης σε αντεστραμμένη εικόνα, η αλλοτρίωση ως υποκατάστατο της αστικής ηθικής»
—Κεφάλαιο 3ο, «Η αφομοίωση των εργατών στο σχήμα παραγωγή-αναπαραγωγή: Ο Καρλ Μαρξ στον καθρέφτη τού Έγελου»
Το έργο ολοκληρώνεται με αναλυτική καταγραφή των παραπομπών, μια εκτενή βιβλιογραφία που ξεπερνά τις 200 σελίδες, καθώς και ένα εύχρηστο ευρετήριο.

Μια πρώτη ματιά στο περιεχόμενο του βιβλίου
Λίγες εβδομάδες πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, έχουμε τη χαρά να πάρουμε μια μικρή γεύση από το περιεχόμενό του. Για τον λόγο αυτό, ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το 2ο κεφάλαιο του βιβλίου:
[…] Η γλώσσα, το σύστημα νοηματικών σχημάτων κατανεμημένων με αιτιακή σχέση στη φαινομενικότητα των εξωτερικών προσλήψεων, είναι ο μηχανισμός διάκρισης της λογικής από τη μη-λογική. Και οι δύο πλευρές τής συνείδησης είναι προϊόντα τού κοινωνικού γίγνεσθαι. Η άρνηση στη γλώσσα, η πλευρά δηλαδή τής μη αναπαράστασης των νοηματικών αντιστοιχιών, καταλήγει στην άρνηση των ίδιων των υποστάσεων της μη-αναπαράστασης. Το φαινόμενο της άρνησης στη γλώσσα δε δηλώνει εκμηδένιση, αλλά μετεγγραφή ενός υλικού σε άλλο χώρο τού ασυνειδήτου, από τη μία τάξη πραγμάτων στην άλλη. Η σωματοποίηση αυτής της τάξης πραγμάτων κάνει όμοιο το δρων υποκείμενο με τα συμβαλλόμενα μέρη τής κοινωνικής σχέσης, μορφοποιώντας και προσδίδοντας νόημα στην αλληλεξάρτηση.25
Αυτή η αλληλεξάρτηση των μελών τής οργανωμένης κοινωνίας από τις δομές σύνθεσης των κοινωνικών σχέσεων αποτελεί το κατηγόρημα ως μία βαθμίδα τής υπόστασης που προσδιορίζει την προέκταση της εξάρτησης των ρόλων – ρόλους που τα μέλη των αστικών σχέσεων εξουσίας καλούνται να υπηρετήσουν. Αυτά τα κατηγορήματα, μολονότι εμφανίζονται ως εξωτερικά στα άτομα, εντούτοις, καταλήγουν να ορίζουν την υπόστασή τους, καθώς τα δρώντα υποκείμενα, στην αυτοαναφορικότητά τους, καλούνται να υιοθετήσουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, στάσεις, τρόπους έκφρασης, σύμβολα παρουσίας κ.λπ. Επομένως, κατηγόρημα των κοινωνικών ρόλων και ατομική υπόσταση μέσα σε αυτούς είναι ένα και το αυτό.
Στις αστικές σχέσεις διαχείρισης, το κατηγόρημα είναι αυτό που προσδίδει νομιμοποίηση στη συμμετοχή τού ατόμου στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Η μέση συνείδηση των μελών τής αστικής κοινωνίας δεν αναγνωρίζει πρόσωπα, αλλά ιδιότητες κατηγορημάτων, τις οποίες συνδέει με την επιφάνεια των σχέσεων που διέπουν την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο. Αυτό δε σημαίνει ότι η βιολογική υπόσταση θα ήταν αδύνατη χωρίς τον ετεροπροσδιορισμό των κατηγορημάτων, αλλά, αντίθετα, η ίδια αυτή υπόσταση μόνο μέσω των κατηγορημάτων και των εξωτερικών χαρακτηριστικών αυτών μπορεί στις αστικές σχέσεις να αναγνωριστεί στην αυτονομία της, στον βαθμό που εντάσσεται και υπηρετεί συγκεκριμένους ρόλους, για τους οποίους εκπαιδεύεται και εξειδικεύεται.
Καταλήγει, το κατηγόρημα, όχι απλά να ετεροπροσδιορίζει το δρων υποκείμενο, ως μία εξωτερική ιδιότητα που αρχίζει και τελειώνει στιγμιαία, στον χρόνο υπηρεσίας της, αλλά ως το σύνολο των ακολουθούμενων απαιτήσεων που ταυτίζουν το άτομο στην αλήθεια τής εξωτερικής πραγματικότητας. Δηλαδή, το άτομο αναγνωρίζει τον δημόσιο χώρο, υιοθετεί τις αναπαραστάσεις αυτού, υπάγεται στα ιδεολογικά αφηγήματα και συνδιαλέγεται μαζί τους, μέσα από τα μάτια των κοινωνικών ρόλων και των κατηγορημάτων τους. Δεν είναι σε θέση να σκεφτεί έξω από τα όρια των εν λόγω κατηγορημάτων, καθώς έχει εκπαιδευτεί να σκέφτεται και να πράττει όπως ορίζουν οι ιδιότητες των κοινωνικών ρόλων στις οποίες εισάγεται. Η ίδια η έννοια της «κατανόησης» του εξωτερικού κόσμου έχει ακριβώς αυτό το περιεχόμενο, δηλαδή τη στενή συνάφεια μεταξύ της υπόστασης του ατόμου και των αποτελεσμάτων που φέρει η πρακτική των φαινομένων τού δημόσιου χώρου, στους όρους που αυτή συγκροτείται μέσα από τον άξονα των κοινωνικών σχέσεων και των αντίστοιχων ρόλων. Για τον λόγο αυτόν και επιμένουμε να υποστηρίζουμε ότι ο κόσμος των αστικών σχέσεων είναι ένας κόσμος ψευδαισθήσεων, τις αιτιώδεις συνθέσεις των οποίων αγνοούμε παντελώς, μολονότι συμμετέχουμε ενεργά στην αναπαραγωγή τους.
Τόσο οι αστοί όσο και οι εργάτες είναι συνένοχοι στο ίδιο έργο, αλλά και θύματα του ίδιου μηχανισμού, μόνο που οι πρώτοι, μπερδεμένοι ανάμεσα στους ρόλους τού θύτη και τού θύματος, διαστρεβλώνουν οτιδήποτε θα μπορούσε να υπονομεύσει την ηγεμονία των αστικών συμφερόντων, όχι στην εξατομίκευση αυτών, αλλά στην καθολικότητά τους, ενώ, από την άλλη πλευρά, οι εργάτες, θύματα από τη γέννησή τους της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας και των ιδιοκτησιακών σχέσεων αυτής, κατασκευάζονται να υπηρετούν ρόλους που διαμορφώθηκαν στις ίδιες αυτές σχέσεις, χωρίς να είναι σε θέση να κατανοήσουν την προέλευσή τους, ούτε και την εναλλακτική προοπτική που ανοίγεται ενώπιόν τους, αυτήν της ανατροπής των αστικών σχέσεων εξουσίας με την κατάργηση της ιδιοκτησίας και των μηχανισμών που την προστατεύουν και την αναπαράγουν στη θεσμική, την πολιτιστική και την τεχνική της αντιστοιχία.
«Οι αστοί είναι θύτες και θύματα της διαστρέβλωσης των αιτιών ύπαρξής τους. Αυτή η διαστρέβλωση των σχέσεων ιδιοκτησίας στον καπιταλισμό, και δη στο μετα-καπιταλιστικό του στάδιο, αυτονομείται στην υλικοτεχνική υποδομή της, που μετατρέπει τους αστούς σε παθολογία τής ανατομίας της, σε περιττές κοινωνικές εκφάνσεις, δεδομένου τού γεγονότος ότι η θεσμική θωράκιση δεν ξεκινά από τους πυλώνες ισορροπίας και συνοχής, δηλαδή τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τους μηχανισμούς νομιμοποίησης, αλλά έχει ως αφετηρία την κανονικοποίηση του ατόμου από τη γέννησή του, ώστε τα νέα μέλη να εκπαιδεύονται και να αφομοιώνουν την αστική πραγματικότητα των κοινωνικών δεσμεύσεων και των παραγωγικών σχέσεων προτού εισέλθουν σε αυτές»
Έτσι, ο προσδιορισμός τού σώματος ως πεδίο ελέγχου δε σχηματοποιεί μία θεωρία τής γνώσης, αλλά ο έλεγχος αυτού ασκείται μέσα στην παραγωγή των ειδών τής γνώσης. Κάθε είδος γνώσης δεν προκύπτει αυθαίρετα στην εμπειρική παρατήρηση, αλλά μέσα από τη διαδικασία σύστασης του σώματος και των πρακτικών προεκτάσεων αυτού. Το πρώτο είδος τής γνώσης αφορά την επαφή με τον εξωτερικό περιβάλλοντα κόσμο. Εικόνες και τροποποιήσεις αυτών συνθέτουν ένα διαβαθμισμένο σχήμα φαντασιακής πρόσληψης, η οποία φαντασιακή πρόσληψη μεσολαβεί ανάμεσα στην εξωτερικότητα και τη σωματοποιούσα παρουσία των συμβαλλόμενων μερών σε αυτήν. Η γνώση τού εξωτερικού κόσμου είναι γνώση ελλειμματική, γνώση που επιτρέπει την κατανόηση των επαναλαμβανόμενων δυνατοτήτων μίας συνηθισμένης πρακτικής, αλλά η ίδια αυτή πρακτική δεν επιτρέπει τη διείσδυση στις αιτιώδεις σχέσεις που διαμορφώνουν τους εσωτερικούς συσχετισμούς.
Παράλληλα με την εικόνα τού εξωτερικού κόσμου, προσαρμόζω την εικόνα τού σώματός μου, και τα δύο σε μία σχέση άνιση, αλλά πρακτική. Αυτή η πρακτική ισούται με την αναγνώριση κοινών πεδίων αναφοράς ανάμεσα σε ιδιότητες που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη και στα δύο μέρη, και στην αντικειμενική πραγματικότητα και στη σωματική διάσταση του ατόμου μέσα σε αυτήν. Έτσι, η ίδια η συνείδηση μετατρέπεται σε προέκταση μίας ορίζουσας των ιδιοτήτων τής έκτασης του εξωτερικού χώρου. Αυτές οι ορίζουσες τοποθετούνται νοηματικά στο σχήμα τού λόγου, εκείνο ακριβώς που μέσω των γλωσσικών σχημάτων προσδίδει περιεχόμενο στη συμμετοχή τού ατόμου στις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται από την επιρροή των αιτιών αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού σε ένα ορισμένο επίπεδο τεχνικής υποδομής. Συνεπώς, αποκτώ πρόσβαση στη γνώση, σημαίνει ότι υιοθετώ τους κώδικες του λόγου, που αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο εξωτερικό περίβλημα εικόνων, οι οποίες, με τη σειρά τους, πηγάζουν από τις σχέσεις που προκύπτουν από την πρακτική τού ανθρώπου επί τής φύσης και επί τού συλλογικού σώματος. Μέσω αυτών των εικόνων, ο δημόσιος λόγος, στις αναπαραστάσεις του, αντιστοιχεί διαρκώς σε επαναλαμβανόμενα σύμβολα και εικόνες, από την επανάληψη των οποίων δημιουργείται μία ενιαία ορθολογική αρχή, η οποία δεν έχει σχέση με την ατομική ουσία των συμβαλλόμενων μερών, καθώς αναπαράγει δομικές σχέσεις στην υλικοτεχνική υποδομή των καθετοποιημένων ιεραρχιών, αλλά είναι δοσμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε τα μέλη τής κοινωνίας εξατομικεύουν τα δεδομένα της και μέσω αυτών πιστεύουν ότι συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και τον ιδιωτικό βίο ελεύθερα, με δική τους βούληση, τη στιγμή που στην πραγματικότητα βρίσκονται παντού αλυσοδεμένα.
Σε ένα τριμελές σχήμα, μπορούμε να υποστηρίξουμε τη δύναμη της αντικειμενικής πραγματικότητας στον ετεροπροσδιορισμό τού συναισθήματος και τής συναισθηματικής κρίσης τού ατόμου, τη μίμηση των συναισθημάτων που θεμελιώνεται στην επαναλαμβανόμενη πρακτική ομοιότητα των εξωτερικών αναπαραστάσεων, με τις οποίες το άτομο, μέσω των κοινωνικών ρόλων, έρχεται συνεχώς και αδιαλείπτως σε επαφή, και, τέλος, στην αδιαφάνεια λειτουργίας αυτών των συναισθημάτων, ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι εμείς ελέγχουμε τα συναισθήματά μας και τις εκδηλώσεις αυτών. Η εξάρτηση από τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου στην κατασκευασμένη τεχνική υποδομή τής κοινωνικής λειτουργίας, βασισμένη η τελευταία στον καταμερισμό εργασίας και τις παραγωγικές σχέσεις, δεν είναι παρά μία σχέση δουλείας. Όσο ανώριμα τα συναισθήματα, τόσο ελεγχόμενη η διαδικασία ενσωμάτωσης του ατόμου στον κοινωνικό ιστό. Όταν το νεαρό μέλος τής αστικής κοινωνίας έρχεται σε επαφή με τον λόγο, υιοθετώντας τα γλωσσικά σχήματα του δημόσιου αφηγήματος, δεν κάνει άλλο από το να προσαρμόζεται στα δεδομένα ενός προτύπου. Το πρότυπο αυτό προβάλλεται μέσω τού λόγου, ένα πρότυπο συμμόρφωσης και συμπεριφορικής αναλογίας, ωστόσο, το ίδιο αυτό πρότυπο δεν είναι ικανό να καταστήσει τον άνθρωπο ελεύθερο, ακριβώς επειδή οι ορίζουσες των κοινωνικών συνιστωσών αντιστοιχούν στις αιτίες πρόσδεσης του ατόμου στην εκμηδένιση της προσωπικότητάς του.
Η έμφαση του δημόσιου λόγου στις επιταγές των συναισθηματικών αποκρίσεων επιβεβαιώνει αυτήν την ανωριμότητα, στην οποία το αστικό σύστημα επενδύει την αναπαραγωγή του, προτού αυτή μορφοποιηθεί στις παραγωγικές σχέσεις και τις κοινωνικές συνδηλώσεις αυτών. Οι επιταγές δεν κάνουν άλλο από το να ταξινομούν τα συναισθήματα ανάλογα με τις απαγορεύσεις, τις αρνήσεις και τους κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία τής αστικής κοινότητας συμφερόντων. Έτσι, η αστική ηθική ταυτίζεται με το περιεχόμενο και τις αντιστοιχίες τού δημόσιου λόγου. Σε κάθε σχέση στο αστικό κοινωνικό γίγνεσθαι αντιστοιχεί η αναγκαιότητα της συνέχειας των δεσμών που διέπουν τις σχέσεις εξουσίας. Η εμφάνιση αυτών ως νομοτέλειας στην πυκνότητά τους μορφοποιείται στους μηχανισμούς καταστολής, στους θεσμικούς φορείς εξουσίας, στην ιεραρχία των παραγωγικών σχέσεων και στον καταμερισμό εργασίας. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο, η αστική επιστήμη –αστική από τον προσανατολισμό τής έρευνας και των αποτελεσμάτων αυτής– και η εξέλιξη της γνώσης στόχο έχουν την ορθολογική διαχείριση της κοινωνικής λειτουργίας στη διαρκή επικυριαρχία των φυσικών δυνατοτήτων. Η γνώση κατευθύνεται στην πρακτική εφαρμογή αυτής της διαχείρισης, διαμορφώνοντας κανονισμούς και δεσμεύσεις, οι τροποποιήσεις των οποίων είναι ουσιαστικός παράγοντας για την πορεία τής επιστημονικής έρευνας.
Η εκτατική φύση είναι ένα τεχνικό δημιούργημα των αστικών σχέσεων εξουσίας, το οποίο διέπεται από τους νόμους τής επιστημονικής επιβεβαίωσης, στην πρακτική τους εφαρμογή. Σε αυτό το σημείο διακρίνουμε την ομοιότητα με τη φιλοσοφία τής Αναγέννησης. Η τελευταία, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία τού Μεσαίωνα, στην οποία λάμβανε χώρα διάκριση των επιστημονικών αντικειμένων τής έρευνας, διαπνεόταν από την καθολική –ολιστική θα λέγαμε– πρόσληψη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος της Αναγέννησης ήταν ταυτόχρονα το επίκεντρο των μελετών στη φιλοσοφία, τη θεολογία, τη φύση και την επιστημονική έρευνα. Επομένως, και οι απαντήσεις που καταγράφονταν δεν απομόνωναν τον άνθρωπο από τις ορίζουσες, αλλά, ίσα ίσα το αντίθετο, διαμόρφωναν πρότυπα ολιστικής θεώρησης, που περιελάμβαναν απαντήσεις για όλα τα θέματα. Στη φιλοσοφία τής Αναγέννησης εκφράζεται αυτή ακριβώς η θέση, ότι δηλαδή η επιστήμη οφείλει στην ενότητά της να εκφράζει την αντίθεση των επιμέρους επιστημών.
Αυτή η ενότητα ήταν το κοινό πεδίο αναφοράς στο οποίο, μετέπειτα, στη νεωτερική φιλοσοφία, το άτομο είναι όχι μόνο η ολιστική αναφορά, αλλά και η αφετηρία τού στοχασμού και τής έρευνας. Ένα υποκείμενο το οποίο υπάρχει μόνο μέσα στον προσδιορισμό τού εξωτερικού περιβάλλοντος κόσμου, στην εγκυρότητα με την οποία το τελευταίο τον περιβάλλει, υποβάλλοντάς τον σε ορθολογικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Οι τελευταίες βασίζονται στον ρόλο τον οποίο διαδραματίζει η μνήμη στους ανθρώπους, δηλαδή την ικανότητα της νόησης να συνδέει τα παρόντα με τα προηγούμενα, σε μία μόνιμη ανακύκλωση πρακτικών συμπεριφορών. Οι αισθήσεις, από κοινού με τη μνήμη και τη φαντασία, εντοπίζονται ως το πεδίο αναφοράς τής γνώσης. Στις αστικές σχέσεις εξουσίας, αυτή η σύνδεση μετατρέπεται σε παθητική κατάσταση, ώστε οι εντυπώσεις των εξωτερικών γνωρισμάτων να μετασχηματίζονται σε εντυπώσεις των σωματικών αντανακλάσεων. Οι εντυπώσεις τού εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, μέσω τού δημόσιου αφηγήματος, σχηματίζουν τη λεγόμενη κοινή αίσθηση, η οποία επιτελεί, με τη σειρά της, τον νομιμοποιητικό παράγοντα στη φαντασιακή ανανέωση κάθε φορά των διαπιστευτηρίων τής μνήμης.
Συνεπώς, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους, τις οποίες αναπαράγουν διαρκώς με το ίδιο μεθοδολογικό πρότυπο, βασισμένο στην αντικειμενικοποίηση των εξωτερικευμένων αισθήσεων, που, όμως, εδράζονται σε συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις και κοινωνικές συνδηλώσεις. Ο άνθρωπος, λοιπόν, στις αστικές σχέσεις εξουσίας κατασκευάζεται και εντάσσεται σε κατηγορίες και υποκατηγορίες συστημάτων στις οποίες αυτοματοποιείται η κανονικοποίησή του. Η τελευταία είναι το αποτέλεσμα της προσαρμοστικότητας που επιτυγχάνεται μέσα από τους διαύλους εκπαίδευσης, τους οποίους υφίσταται από τη γέννησή του έως τον θάνατο, σε μία ολοκληρωτική διαδικασία. Οι τροποποιήσεις τού εξωτερικού περιβάλλοντος κόσμου καταγράφονται στον ίδιο άξονα των αντανακλάσεων των λειτουργιών τού νοητικού πεδίου τής τεχνητής σκέψης τού ανθρώπου. Κάθε αλλαγή δεν είναι μεταβολή των όρων σύνθεσης αυτής της πραγματικότητας, αλλά μετατροπή των όρων πρόσληψης αυτής, στην ίδια ενιαία ολότητα. Η αντανακλαστικότητα αποτελεί το πρωταρχικό χαρακτηριστικό τής συνείδησης. Για τον λόγο αυτόν, τα δημόσια αφηγήματα επενδύουν στις αντανακλάσεις των εξωτερικών τους γνωρισμάτων και στις τροποποιήσεις τους, μέσω τής σωματοποίησης της μορφικής τους αντιστοιχίας, έτσι ώστε η αναπαραγωγή των αντανακλάσεων να εκλαμβάνεται πάντοτε ως ενότητα τής εξωτερικής πραγματικότητας, ακόμη και στο αντεστραμμένο είδωλο αυτής.
Η αυτονομία τής συνείδησης βρίσκεται στις καταβολές των σωματικών σχηματισμών, όπως δρομολογούνται στις επιδράσεις τού κοινωνικού περιβάλλοντος των τεχνικών υποδομών τής συλλογικής λειτουργίας. Έτσι, η ενεργητική παρουσία τού ατόμου στον καθημερινό στίβο είναι η παθητική συμπεριληπτική του διάσταση στις νόρμες τού κοινωνικού όλου. Οι νόμοι που διέπουν τη λειτουργία του είναι νόμοι συζεύξεων και επαναλήψεων των φαντασιακών δεδομένων, όπως καταγράφονται στα εμπειρικά δεδομένα των αφηγηματικών γλωσσικών ορίων τής καθημερινής επικοινωνίας των συμβαλλόμενων μερών. Στην ίδια την αλληλεπίδραση των υποστάσεων εισάγεται λαθραία από τις αστικές σχέσεις, διαστρεβλωμένη, η αντίληψη περί αιτιών, ώστε να δικαιολογείται επιφανειακά η μεταβολή την οποία υφίστανται οι μεταξύ τους σχέσεις, μεταβολή η οποία τροποποιείται στη διάταξη μεταξύ υπόστασης και κατηγορήματος.
Κάθε επιμέρους μέλος τής αλληλεπίδρασης, στην εξάρτηση των αιτιακών σχέσεων, παρουσιάζεται ενώπιον μιας μονοδιάστατης προσπάθειας, όπως διατηρήσει τη συνοχή του στη σωματική σχηματοποίηση, στην εμμένεια του είναι του, δηλαδή σε έναν αγώνα για τη διατήρηση της ταυτότητας που κάθε ρόλος τού προσδίδει, και οι οποίες ταυτότητες δεν είναι υποστασιοποιημένες, αλλά υπόκεινται κι αυτές σε μεταβολές και τροποποιήσεις των αποτελεσμάτων τής κοινωνικής πρακτικής. Κάθε κατηγόρημα παραμένει ενεργητικό, όταν ο ρόλος λειτουργίας του εντοπίζεται στην προκείμενη των συλλογικών διεργασιών, και αμέσως υποβιβάζεται σε παθητικό ρόλο, όταν ο ίδιος ρόλος υποσκελιστεί από άλλον ρόλο. Αυτή η διαρκής εναλλαγή ρόλων, ιδιοτήτων και ταυτοτήτων, οδηγεί το δρων υποκείμενο, στις αστικές σχέσεις, σε μία μόνιμη διατήρηση της περιορισμένης αυτοσυντήρησης, πέραν τής οποίας καμία άλλη επιθυμία δεν ανακύπτει.
Συνεπώς, τα άτομα στις σχέσεις εξουσίας τού αστικού συστήματος κατασκευάζονται σε μία μόνιμη κανονικοποίηση, με τις συντεταγμένες τού δημόσιου λόγου να εργαλειοποιούνται συστηματικά στη μεθόδευση των παθητικών διαστάσεων των κοινωνικών ρόλων, τούς οποίους τα μέλη των διαταξικών ιεραρχήσεων υιοθετούν στη μονομέρειά τους και τους αναπαράγουν πλήρως αφομοιωμένα στα όριά τους, διατηρώντας στο ακέραιο την ψευδαίσθηση ότι αποφασίζουν με ελεύθερη βούληση, υπηρετώντας τις δικές τους, αποκλειστικά, επιλογές.
Οι εργάτες είναι τα μαζικά θύματα της αυτο-εξαπάτησης του συστήματος των αξιακών δεδομένων ως παραδεδεγμένων αληθειών, τις οποίες αλήθειες βλέπουν μέσα από τα μάτια των αστών, εξατομικεύοντας κάθε φορά τα δικά τους συμφέροντα, αυτά των αστών, στη δική τους καθημερινότητα, αυτήν των εργατών. Έτσι, γίνονται δίαυλοι μεταφοράς των δεδομένων των αστικών συσχετισμών εξουσίας καθετοποιημένα και διασταλτικά σε όλα τα στρώματα της κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Από την άλλη πλευρά, οι αστοί είναι θύτες και θύματα της διαστρέβλωσης των αιτιών ύπαρξής τους. Αυτή η διαστρέβλωση των σχέσεων ιδιοκτησίας στον καπιταλισμό, και δη στο μετα-καπιταλιστικό του στάδιο, αυτονομείται στην υλικοτεχνική υποδομή της, που μετατρέπει τους αστούς σε παθολογία τής ανατομίας της, σε περιττές κοινωνικές εκφάνσεις, δεδομένου τού γεγονότος ότι η θεσμική θωράκιση δεν ξεκινά από τους πυλώνες ισορροπίας και συνοχής, δηλαδή τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τους μηχανισμούς νομιμοποίησης, αλλά έχει ως αφετηρία την κανονικοποίηση του ατόμου από τη γέννησή του, ώστε τα νέα μέλη να εκπαιδεύονται και να αφομοιώνουν την αστική πραγματικότητα των κοινωνικών δεσμεύσεων και των παραγωγικών σχέσεων προτού εισέλθουν σε αυτές.
*Οι έντονες σημάνσεις και οι πρόσθετες παραγραφοποιήσεις του παρόντος δεν προέρχονται από το πρωτότυπο, αλλά έγιναν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
