Απο το Ουρουμκιοι Αν. Ρωμυλιας στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η οικογενεια της Στανως και του Κυριαζη Ευαγγελιδη
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο ν. Έβρου, εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί στην περιοχή. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με την αγροτική ζωή και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να καταγράψει την ιστορία προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου, όπως αυτή του παρόντος, της Στάνως Ευαγγελίδου με τον γιο της, τον Κυριαζή, που έφυγαν από το Ουρούμκιοϊ και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο.
Ας την ανακαλύψουμε…]
Η Στάνω Ευαγγελίδου με τον γιο της, τον Κυριαζή, έφυγαν από το Ουρούμκιοϊ της Ανατολικής Ρωμυλίας και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο. Ήταν από τις πολλές χήρες που έφταναν στο χωριό με τα παιδιά τους. Η Στάνω είχε μόνο τον Κυριαζή και δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όταν μεγάλωσε ο Κυριαζής, παντρεύτηκε την Καλλιόπη Δοδίδου, που και αυτή είχε γεννηθεί στο Ουρούμκιοϊ. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Ευάγγελο, τον Γιώργο, τη Βασιλική και τη Στάνω.
Ο Κυριαζής, μαζί με πολλούς άλλους συγχωριανούς μας, επιστρατεύτηκαν από τους Βούλγαρους, μια και το Ορμένιο από το 1941 έως το 1944 είχε Βουλγαρική Κατοχή. Τον πήραν στα λεγόμενα «ντουρντουβάκια», που δούλευαν σε καταναγκαστικά έργα, έφτιαχναν τους δρόμους της γειτονικής χώρας κ.ά. Μια μέρα όμως ο Κυριαζής δραπέτευσε από τα κάτεργα, μαζί με άλλους τρεις συγχωριανούς μας, τον Ράικο, τον κουνιάδο του τον Γιώργο και τον Τριαντάφυλλο ‒ όλοι είχαν γεννηθεί στο Ουρούμκιοϊ όπως και ο Κυριαζής. Έτσι, από τη Βουλγαρία πέρασαν στην Τουρκία. Όμως, εκεί τους συνέλαβαν οι Τούρκοι και έπειτα τους έστειλαν στην Κομοτηνή. Μετά την απελευθέρωσή τους, έφτασαν μέχρι τη Φτελιά, όμως δεν μπορούσαν να περάσουν στο Ορμένιο λόγω της Βουλγαρικής Κατοχής. Ο καιρός πέρασε, ο Κυριαζής μπόρεσε να έρθει τελικά στο Ορμένιο, πήρε ένα καλάθι, το γέμισε με σταφύλια και το πήγε ως δώρο στην οικογένειά του.

Λίγα χρόνια αργότερα, την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, ήθελε να πάει να κρυφτεί στον Πύργο της Ορεστιάδας. Όμως, η μάνα του τον είπε να κάτσει να οργώσει τα καλαμπόκια που είχαν σπαρμένα κι έτσι, εκείνο το βράδυ στρατολογήθηκε από τους αντάρτες. «Ήταν καπετάνιος», μου είπε η νύφη του. Μια φορά, θα ανατίναζαν μια γέφυρα στη Δράμα και, επειδή δεν βασίστηκε να αναθέσει σε κάποιον άλλο το εγχείρημα, κατέληξε να το κάνει ο ίδιος. Όμως, η βόμβα που κρατούσε έσκασε στα χέρια του. Πριν ξεψυχήσει, έβαλε σε έναν τουρβατζίκου ό,τι είχε στις τσέπες του και τα έδωσε στον κυρ Δήμο, που ήταν χωριανός του, και τον παρακάλεσε αυτά που έβαλε μέσα να φτάσουν στα χέρια των αγοριών του, για να έχουν κάτι από τον πατέρα τους. Ο κυρ Δήμος του έδωσε τον λόγο του. Όμως, όταν παραδόθηκε τα είχε μαζί του, οι χωροφύλακες έλεγξαν το περιεχόμενο του τουρβά και τα πήραν. Έτσι, ο Δήμος έφερε στο χωριό μόνο το δυσάρεστο νέο. 8 Απριλίου 1948 άφησε την τελευταία του πνοή ο Κυριαζής. Το καλάθι υπάρχει ακόμα, το έχει ένα από τα εγγόνια του. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, το 1947, οι ΜΑΫδες (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) έκαψαν την αποθήκη του. Η γυναίκα του, η Καλλιόπη, μεγάλωσε μόνη της τα παιδιά τους.
Χρόνια αργότερα, η ανιψιά του Κυριαζή, Σταμούλα Θεοχαρίδου-Κυριαζή, θα μου πει:
«Πάντα θυμάμαι τη μαμά μου που μας τα έλεγε και έκλαιγε: Μαζευότανε στο σπίτι του παππού μου Τριαντάφυλλου Δοδίδη (σ’ Μπαρσούκ). Ο παππούς σου, ο Γιουβάνς, ήταν ανιψιός της γιαγιάς μου, ο θείος μου, ο Γιώργος, ήταν ο γιος της και ο Κυριαζής ήταν γαμπρός της. Συζητούσαν για τον αγώνα τους. Ο παππούς σου, ο Γιουβάνς, τους έλεγε: “Καλέκου, άμα κιρδίσουμε δα τρώμι μι χρυσά χλιάρια” και ο παππούς μου τους έλεγε: “Πιδιά, κάτστι στ’ αυγά σας. Μην ακούτι φτα παραμίθια κι σας γιουμόζναν τα κιουφάλια σας. Κοίταζτι σ’ γυναίκι σας κι τα πιδιά σας. Μην πιστεύτι σι παραμίθια”, αλλά αυτοί τους πίστεψαν και συνέχισαν. Και τι κέρδισαν; Σκοτώθηκε ο θείος μου, έμειναν τέσσερα ορφανά παιδιά. Σκοτώθηκε της θείας μου ο άνδρας, άλλα τέσσερα ορφανά. Οχτώ εγγόνια ορφανά και πέντε του Γιουβάν που ήταν πρώτος ξάδερφος της μαμάς μου. Δεν ήταν μόνο αυτό, κυνηγούσαν και τις γυναίκες τους, αυτοί που ήταν ΜΑΫδες. Είχαν κι εκείνοι τον δικό τους πόνο. Όπως τον Σταύρη, που του είχαν κάψει οι αντάρτες το σπίτι και ήθελε εκδίκηση. Ο Εμφύλιος είναι ο χειρότερος πόλεμος που υπάρχει. Δεν ξέρεις από πού να φυλαχτείς».
Μετά τον θάνατο του Κυριαζή Ευαγγελίδη, η μάνα του πάντα έλεγε στη νύφη της: «Μακάρι, Κάλλιω, να πεθάνω την ημερομηνία που σκοτώθηκε ο Κυριαζής μου. Να κάνεις ψωμί και για τους δυο μας την ίδια μέρα». Η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Στις 8 Απριλίου του 1949 άφησε την τελευταία της πνοή. Αργότερα, η Κάλλιω πάντρεψε τα παιδιά της και όλα πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς. Μερικά όμως γύρισαν πίσω στο χωριό νωρίς κι άλλα όταν ήταν πια συνταξιούχοι. Το όνομα του Κυριαζή δόθηκε στα εγγόνια του και τώρα ένα τρισέγγονό του έχει πάρει το όνομά του.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

