Οταν ενα νουαρ αποκαλυπτει τις πληγες της συγχρονης Ευρωπης
«Πλησιάζω με αργό βήμα και διαπιστώνω αυτό που ήδη υποψιαζόμουν. Ότι είναι […] πεθαμένος. […] Ο άνδρας είναι ξαπλωμένος μπρούμυτα, με το πρόσωπο γυρισμένο στη θάλασσα, και δεν φαίνεται από το μονοπάτι, διότι παρεμβάλλεται ένας φουντωτός θάμνος. […] Διακρίνω σημάδια από χτυπήματα στη μελαμψή ράχη του. […] Το πρόσωπό του, ή το λίγο πρόσωπο που διακρίνω, είναι τουμπανιασμένο, μελανιασμένο, ματωμένο. Αυτό το πρόσωπο δεν έχει πια λογική, δεν έχει πια συμμετρία» (σ. 18).
Η Michèle Pedinielli, ιταλο-κορσικανικής καταγωγής, γεννημένη στη Νίκαια της Γαλλίας, επέστρεψε στα ελληνικά γράμματα, για να μας κρατήσει συντροφιά με ένα νέο αιχμηρό κοινωνικό νουάρ μυθιστόρημα, που έχει τον αινιγματικό τίτλο «Πίσω από τα σκυλιά». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το φετινό καλοκαίρι από τις εκδόσεις Πόλις, υπό τη μεταφραστική φροντίδα του Γιάννη Καυκιά, και εντέχνως, πίσω από την αστυνομική του πλοκή, ξεπροβάλλει μια δριμεία κριτική για το προσφυγικό ζήτημα, το φαινόμενο του gentrification και τη διαχρονική ανάγκη για αλληλεγγύη.
Η συγγραφέας, που μας σύστησε την ηρωίδα της Τζιούλια (Ντιου) Μποκανέρα –ή Ζυλί Ζαν Ζινά, σύμφωνα με το «ληξιαρχείο»– στο μυθιστόρημα «Μποκανέρα» (εκδ. Πόλις, 2025), φέρνει και πάλι στο προσκήνιο την πενηντάρα αυτή ιδιωτική ντετέκτιβ. Η Ντιου ανατρέπει πλήρως τους καθιερωμένους γυναικείους ρόλους στη νουάρ λογοτεχνία, όπως είχε επιβεβαιώσει και η ίδια συγγραφέας σε συνέντευξή της στην Αγγελική Σπηλιοπούλου,[1] χάρη στην αυθεντική και αντισυμβατική προσωπικότητά της. Παρά τα σκοτεινά χρόνια στο Παρίσι, τον παλαιότερο εθισμό της στο αλκοόλ και το οικογενειακό δράμα, παραμένει μια τολμηρή γυναίκα, που διακηρύσσει συνεχώς την αυτόνομη στάση ζωής της και το ακλόνητο των αξιών της.
Στο νέο αυτό πεζογράφημα, η δράση πυροδοτείται λίγο πριν την έλευση του καλοκαιριού. Κατά τη διάρκεια μιας πρωινής βόλτας στο ύψωμα Μπορόν της Νίκαιας, παρέα με τον τετράποδο φιλοξενούμενό της, τον Σκορσέζε, η Ντιου έρχεται αντιμέτωπη με μια φρικαλέα εικόνα: ένα «πτώμα που δεν έχει πεθάνει μόνο του». Παρότι η επίσημη έρευνα ανήκει στην αστυνομία, ο αδιάσειστος ηθικός της κώδικας, αλλά και η παρότρυνση του Φέρντι, ενός άστεγου Γερμανού της περιοχής, την ωθεί να συνδράμει άτυπα και παράλληλα. Άλλωστε, σε όλη τη διαδρομή της, η κεντρική ηρωίδα επιλέγει σταθερά να συνδιαλέγεται και να υποστηρίζει τα περιθωριοποιημένα πρόσωπα της κοινωνίας.
Ταυτόχρονα, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την εξαφάνιση της δεκαοχτάχρονης Μελοντί Φεγιάν, τα ίχνη της οποίας έχουν χαθεί τέσσερις ημέρες. Η οικογένειά της, η μητέρα της Μαρίνα, ο θετός πατέρας της Βινίσιους και τα αδέλφια της Ματ και Γιασμίν, αγωνιά, καθώς η αστυνομία δεν θέτει την υπόθεση σε προτεραιότητα. Λίγο πριν εξαφανιστεί, η Μελοντί είχε εκδηλώσει μια απότομη, επιθετική συμπεριφορά προς το περιβάλλον της, απομακρύνθηκε από τους φίλους και τον σύντροφό της, ενώ φάνηκε να αναπτύσσει μια ύποπτη σχέση με τον Σαρλ και τον αδελφό του Ξαβιέ Μαρτέν, τον επαρμένο νικητή του ριάλιτι επιβίωσης «Οι επιζώντες του νησιού». Για τις ανάγκες αυτής της διπλής έρευνας, η Ντιου επιστρατεύει μάλιστα κάθε διαθέσιμο δίκτυο: από περιθωριακούς πληροφοριοδότες μέχρι εναλλακτικά προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παράλληλα με την εξέλιξη του μυστηρίου, ο αναγνώστης αναπνέει τον αέρα της Νίκαιας μέσα από τα μάτια της Ντιου. Η πόλη πάλλεται ανάμεσα στην αυθεντικότητα των παλιών της γειτονιών και τον βίαιο μετασχηματισμό-«εξευγενισμό» της. Η ηρωίδα αποφεύγει «τους τέσσερις οδικούς άξονες της παλιάς πόλης, όπου κυκλοφορούν οι τουρίστες» (σ. 13), ενώ βρίσκει ηρεμία στις δικές της σταθερές, όπως τη μικρή της «πλατειούλα», απολαμβάνοντας παράλληλα τοπικές παραδοσιακές γεύσεις, όπως τη ρεβυθόπιτα. Καυτηριάζει δε τα εφήμερα καταστήματα και τις μπουτίκ που εκτόπισαν τις παραδοσιακές βιτρίνες, τους διαφημιστικούς μουσαμάδες που υπόσχονται ανάπτυξη μέσω υπόγειων μέσων μεταφοράς, αλλά και την τεράστια περιβαλλοντική επιβάρυνση από τα κρουαζιερόπλοια που ρυπαίνουν «όσο ένα εκατομμύριο αυτοκίνητα», αναγνωρίζοντας πάντως και θετικές παρεμβάσεις, όπως η αποξήλωση ενός πάρκινγκ για τη δημιουργία χώρου πρασίνου.
Στο ιδιαίτερο περιβάλλον της συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων, ο κουήρ συγκάτοικός της Νταν, η Ντάγκμαρ και η Κλάρα, οι ιδιοκτήτριες του Σκορσέζε, που λείπουν στη Σουηδία – στην αρχή έστω της αφήγησης, ο Μο με τη Ζεϊνάχ, πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Νίκαια, αλλά και ο πρώην σύντροφός της Ζοζέφ (Τζο) Σαντούτσι από τη δικαστική αστυνομία, με τον οποίο οι διαρκείς συναισθηματικές αναταράξεις λειτουργούν τελικά ευεργετικά για τη μεταξύ τους σχέση.
Η «αρχιτεκτονική» του βιβλίου
Αν και εκ πρώτης όψεως η πλοκή κινείται σε γνώριμα μοτίβα του νουάρ: ένα πτώμα, μια αγνοούμενη και ένα πέπλο μυστηρίου, ο τρόπος με τον οποίο η Pedinielli οικοδομεί το μυθιστόρημα είναι βαθιά γοητευτικός. Το βιβλίο αποτελείται από έντεκα κύρια κεφάλαια, στα οποία παρεισφρέουν δέκα παράλληλες αφηγήσεις με πλάγια γραφή. Αυτές οι «εμβόλιμες» ιστορίες ταξιδεύουν τον αναγνώστη στον 20ό αιώνα και στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξετυλίγοντας την ιστορία του Αμέντε Μπερτολίνο. Ο Αμέντε, πριν ζήσει στη Νίκαια, μεγάλωσε στην κοιλάδα του Ρόγια, μια διασυνοριακή περιοχή ανάμεσα στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου μαζί με τον αδελφό του Ανζ και τον ξάδελφό του Τονίνο λειτουργούσαν ως οδηγοί στα βουνά, διασώζοντας δεκάδες Εβραίους που προσπαθούσαν να περάσουν στην ιταλική πλευρά.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμηθούμε πως την εποχή εκείνη ο ιταλικός στρατός είχε καταλάβει ορισμένες περιοχές στη νότια Γαλλία, «όπου οι Γάλλοι Εβραίοι και άλλοι πρόσφυγες ετύγχαναν προστασίας μέχρι και την αποχώρηση της Ιταλίας από τον πόλεμο, τον Σεπτέμβριο του 1943, οπότε στη συνέχεια, μέχρι τον Ιούλιο του 1943, περισσότεροι από 50.000 Εβραίοι έχουν μετακινηθεί προς την ιταλική ζώνη».[2] Αυτήν ακριβώς την εποχή αποτυπώνουν οι παράλληλες αφηγήσεις: μια περίοδο γεμάτη τρόμο, αλλά και έναν έρωτα που ξεπρόβαλε κόντρα στη δυστοπία εκείνων των καιρών.
Αυτή η ιστορική αναδρομή, που ίσως αρχικά φαντάζει παράξενη, συμπλέκεται οργανικά με τον κορμό της αφήγησης: Ο Αμέντε, ο δολοφονημένος άνδρας και η αγνοούμενη κοπέλα του παρόντος συνδέονται με νήματα αόρατα –αρχικά–, αλλά ισχυρά. Η Pedinielli συνδέει το φασιστικό παρελθόν με το σήμερα, καθώς η έρευνα της Ντιου φέρνει στην επιφάνεια νεοναζιστικές ομάδες νεαρών με τατουάζ των ΕΣ ΕΣ, οι οποίοι διακηρύσσουν ότι «υπάρχουν άνθρωποι που δεν δικαιούνται να βρίσκονται στη Γαλλία, επειδή είναι ξένοι και φτωχοί» (σ. 203) και απειλούν τη γενετική τους κληρονομιά.
Μεσόγειος, ένα «θέρετρο» απελπισίας
Αξιοποιώντας και τη δημοσιογραφική της εμπειρία, η συγγραφέας «ξύνει» τη λεία επιφάνεια του τουριστικού θέρετρου της Νίκαιας, για να περιγράψει τις τρικυμίες της εποχής μας: Μια Μεσόγειο που ενώ την ίδια στιγμή κατακλύζεται από εκατομμύρια τουρίστες, γίνεται ταυτόχρονα θάλασσα απελπισίας για χιλιάδες πρόσφυγες. Η Ντιου Μποκανέρα παίρνει αδιάλλακτη θέση απέναντι στην απάθεια της Δύσης, που «στέκει πια αδιάφορη και ασυγκίνητη μπροστά στα ναυάγια» (σ. 26), κατακρίνει τη μεταχείριση των ασυνόδευτων ανηλίκων, αλλά και την άνιση κατανομή των ευθυνών στη διαχείριση του ασύλου: «Πώς μπορούν να ζητούν σε δύο χώρες μόνο να φιλοξενήσουν όλο τον κόσμο;» (σ. 101), αναφερόμενη στην Ελλάδα και την Ιταλία. Παράλληλα, στηλιτεύει την πολιτική εκμετάλλευση του φόβου: «Είναι τόσο εύκολο να προκαλέσεις τον φόβο, που έχει γίνει ο ισχυρότερος μοχλός που χρησιμοποιούν τα καθάρματα που μας κυβερνούν» (σ. 103).
Με αφορμή τη μυθοπλασία, η Pedinielli «ταρακουνά» τις συνειδήσεις των αναγνωστών της και πυροδοτεί τον προβληματισμό, όπως αναδεικνύεται, για παράδειγμα, και από τα παρακάτω αποσπάσματα:
―«Μπορούμε, όμως, να τους λέμε ακόμη πρόσφυγες; Πρόσφυγας είναι κάποιος που έχει καταφέρει να βρει στοιχειώδη ασφάλεια. Πώς να ονομάσουμε, τότε, όλους αυτούς που βρίσκονται σε αέναη φυγή κι εκείνους πεθαίνουν χωρίς να φτάσουν ποτέ σ’ ένα ασφαλές καταφύγιο;» (σ. 234).
―«Κανένας δεν σπρώχνει τα παιδιά του ν’ ανέβουν σ’ ένα πλεούμενο, εκτός κι αν το νερό είναι πιο ασφαλές από τη στεριά» (σ. 234).
Κόντρα στην αέναη λήθη
Αυτή η συλλογική απάθεια και η στάση της Δύσης, όπως περιγράφεται από τη Pedinielli, «συνομιλεί» εξόχως και με όσα σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας στην εισαγωγή της ποιητικής συλλογής του Ντίνου Σιώτη, «Με τα μάτια στη Γάζα – Ανταποκρίσεις από έναν τόπο μαρτυρίου» (εκδ. Πόλις, 2026): «Η διεθνής γνώμη, εξουθενωμένη από τα αλλεπάλληλα “σοκ” […] αποσύρεται, ιδιωτεύει, βουβαίνεται. Ανέχεται, αποδέχεται, καταπίνει, χωνεύει. […] Ξεχνάει λοιπόν το μόλις χθεσινό, όσο βάρβαρο κι αν ήταν, όσο φρικαλέο, για να καταφέρει να συγκεντρωθεί για ένα ελάχιστο, στο σημερινό, ώστε κατόπιν να βρει τη θέση του και το (αναπόφευκτα βάρβαρο) αυριανό σ’ αυτήν την αλληλουχία της επειγόμενης λήθης» (σ. 9). Με αυτήν ακριβώς τη λήθη έρχεται να συγκρουστεί το μυθιστόρημα. Μια αέναη λήθη, που μας επιτρέπει να ξεχνάμε όσα συνέβησαν πριν από ογδόντα χρόνια, πριν από δέκα χρόνια ή μόλις εχθές, οδηγώντας μας εκ νέου στα δίχτυα του φασισμού.
Καθώς η πλοκή οδεύει προς την κορύφωση και η απρόσμενη «επιχείρηση σωτηρίας κουταβιών» ερμηνεύει τον τίτλο, η Pedinielli αποδεικνύει ότι διαθέτει ευήκοα ώτα στις κοινωνικές τρικυμίες. Σε αντίθεση με τη θεσμική Πολιτεία, η οποία αδιαφορεί για τη ζωή ή τον θάνατο των προσφύγων –όπως σχολιάζει διαρκώς ο Φέρντι–, τη συγγραφέα τη νοιάζει.
Όπως παρατηρεί ο Αμέντε Μπερτολίνο για την Μποκανέρα – ένα σχόλιο που αντανακλά και την ίδια τη δημιουργό του βιβλίου: «Ξέρω ότι δεν σταματάτε στην επιφάνεια των πραγμάτων κι ότι ξέρετε να την ξύνετε και να σκαλίζετε κάτω απ’ αυτή». Έτσι, με προσχηματική αφορμή την αστυνομική πλοκή, το μυθιστόρημα αυτό μάς υπενθυμίζει ότι οι διαδρομές των κατατρεγμένων παραμένουν διαχρονικά οι ίδιες, και πως η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά αποτελούν τη μόνη ελπιδοφόρα απάντηση σε έναν κόσμο που επιλέγει τη σιωπή και την απάθεια. Η ίδια η Pedinielli υπερασπίζεται έτσι τη διάπυρη αλληλεγγύη και τη θέση ότι δεν φταίνε οι πρόσφυγες για την τύχη τους, καταφέρνοντας μέσα από τη μυθοπλασία να μετασχηματίσει την ατομική μαρτυρία των ηρώων της σε συλλογική μνήμη και να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας «μετα-μνήμης», αυτής που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές για να ερμηνεύσουν το παρόν. Ορθώς.
[1] Αγγελική Σπηλιοπούλου, «Michèle Pedinielli: “Εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε τα πάντα και δεν έχουμε ημερομηνία λήξης”», www.fractalart.gr (08/07/2025).
[2] “Chronology of Rescue of Jews in Italy and by Italians in Occupied Zones”, www.holocaustrescue.org (15/10/2017).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
