Ακριβοι στα πιτουρα και φτηνοι στ’ αλευρι
Ξεκαρδίζομαι πραγματικά με όσα συμβαίνουν στη χώρα μας. Όχι, βέβαια, επειδή είναι αστεία, αλλά επειδή, αν δεν γελάσεις, κινδυνεύεις να απελπιστείς. Ανακαλύψαμε, λοιπόν, ότι στην Αθήνα λειτουργούσε παράνομα κέντρο πλασμαφαίρεσης αίματος, χωρίς τη σχετική άδεια λειτουργίας. Μάλιστα. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: ποιοι πήγαιναν εκεί; Γιατί μια τέτοια διαδικασία δεν είναι ακριβώς υπόθεση της καθημερινότητας του μέσου πολίτη. Κοστίζει ακριβά και, ως εκ τούτου, εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα για το ποιοι ήταν οι πελάτες, πόσο καιρό λειτουργούσε η συγκεκριμένη δραστηριότητα και ποιοι γνώριζαν την ύπαρξή της. Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Χθες το βράδυ, στον τηλεοπτικό σταθμό “CONTRA”, ο δημοσιογράφος και πρώην υπουργός κ. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος, όπως ανέφερε, διατηρεί το γραφείο του δίπλα στο συγκεκριμένο εργαστήριο, δήλωσε ότι έβλεπε καθημερινά πολύ κόσμο να εισέρχεται σε αυτό. Δηλαδή, σύμφωνα με την περιγραφή του, η κίνηση ήταν ορατή. Ορατή στους περίοικους, ορατή στους περαστικούς, ορατή σε ανθρώπους που εργάζονταν στην περιοχή. Μόνο που, όπως φαίνεται, δεν ήταν εξίσου ορατή στους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα εύλογα ερωτήματα: Πόσο καιρό λειτουργούσε; Ποιοι είχαν την ευθύνη του ελέγχου; Έγιναν έλεγχοι; Αν έγιναν, τι διαπίστωσαν; Και, κυρίως, ποιος ή ποιοι γνώριζαν; Γιατί στη χώρα μας υπάρχει ένα εκπληκτικό φαινόμενο: πολλές παρανομίες φαίνεται να γίνονται αντιληπτές από όλους αφού πρώτα αποκαλυφθούν. Πριν αποκαλυφθούν, όμως, ως διά μαγείας, κανείς δεν βλέπει, κανείς δεν ακούει και κανείς δεν γνωρίζει.
Μετά έρχεται η λήθη…
Μην ανησυχείτε. Σε λίγες ημέρες πιθανότατα θα έχουμε ξεχάσει και αυτήν την υπόθεση. «Μεγάλο θάμα, τρεις ημέρες», λέει ο σοφός λαός μας και έχει, δυστυχώς, μεγάλη εμπειρία. Θυμηθείτε πόσες φορές μια υπόθεση ξεκινά με μεγάλες αποκαλύψεις, έκτακτες ειδήσεις, τηλεοπτικά παράθυρα, δηλώσεις επί δηλώσεων και υποσχέσεις για πλήρη διερεύνηση. Και ύστερα; Σιωπή. Μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη υπόθεση και να πάρει τη θέση της προηγούμενης.
Η υπόθεση της 12χρονης και τα αναπάντητα ερωτήματα
Το ίδιο ερώτημα της ενημέρωσης και της λογοδοσίας είχε τεθεί και στην πολύκροτη υπόθεση της 12χρονης στα Σεπόλια. Γύρω από την υπόθεση ακούστηκαν τότε αναφορές για έναν πολύ μεγάλο αριθμό πιθανών εμπλεκομένων. Στη συνέχεια, όμως, η εικόνα που έφτασε στη δημοσιότητα ήταν πολύ διαφορετική, με πολύ λιγότερα πρόσωπα να αντιμετωπίζουν τελικά δικαστικές συνέπειες. Το ζήτημα δεν είναι να υιοθετήσει κανείς άκριτα οποιονδήποτε αριθμό ακούστηκε τότε. Το ζήτημα είναι άλλο: αν οι αρχικές αναφορές ήταν ανακριβείς ή υπερβολικές, γιατί δεν εξηγήθηκε καθαρά τι πραγματικά ίσχυε; Και αν υπήρχαν πράγματι περισσότερα πρόσωπα που ερευνήθηκαν, τι απέγιναν αυτές οι έρευνες; Ο πολίτης δικαιούται απαντήσεις. Όχι φήμες. Όχι υπαινιγμούς. Όχι τηλεοπτικές κραυγές. Απαντήσεις.
Υπόθεση Λιγνάδη: Η Δικαιοσύνη έχει τον χρόνο της, η κοινωνία έχει τις απορίες της
Και μετά ήρθε η υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη, πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, η οποία συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών. Υπήρξε δικαστική διαδικασία και καταδίκη σε πρώτο βαθμό, ενώ η υπόθεση συνεχίζει τη δικαστική της πορεία. Το γεγονός ότι ένας καταδικασθείς σε πρώτο βαθμό μπορεί, υπό τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, να παραμένει ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό δεν είναι από μόνο του παράνομο. Αυτό προβλέπει το δικαιικό μας σύστημα. Όμως, ο πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί: Γιατί η απονομή της Δικαιοσύνης πρέπει να διαρκεί τόσο; Και ακόμη: Πόσο μπορεί να περιμένει μια κοινωνία μέχρι να αισθανθεί ότι μια υπόθεση ολοκληρώθηκε οριστικά;
Το ερώτημα περί παραγραφής, φυσικά, δεν μπορεί να απαντηθεί με πολιτικές ή δημοσιογραφικές εικασίες. Είναι ζήτημα που κρίνεται με βάση τον νόμο και τα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε υπόθεσης, αλλά ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ταχύτητα, διαφάνεια και καθαρές απαντήσεις.
«Το διαχρονικό ελληνικό συμπέρασμα είναι το εξής: Αυστηροί εκεί όπου είναι εύκολο. Χαλαροί εκεί όπου απαιτείται πραγματικός έλεγχος. Αμείλικτοι με τον αδύναμο. Αναποτελεσματικοί απέναντι στα σύνθετα και μεγάλα προβλήματα. Και, πάνω απ’ όλα, εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να ξεχνάμε. Γι’ αυτό και δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν και η υπόθεση του παράνομου κέντρου πλασμαφαίρεσης αίματος ακολουθήσει την ίδια διαδρομή. Σήμερα πρωτοσέλιδο. Αύριο τηλεοπτικό θέμα. Μεθαύριο πολιτικές δηλώσεις. Και σε λίγες ημέρες; Τίποτα. Μέχρι να έρθει η επόμενη αποκάλυψη. Η επόμενη καταγγελία. Το επόμενο σκάνδαλο. Το επόμενο “δεν γνωρίζαμε”. Και τότε θα ξανακούσουμε τις ίδιες δηλώσεις: “Θα διερευνηθεί σε βάθος”. “Θα αποδοθούν ευθύνες”. “Η Δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της”. Μακάρι»
Και ο Νίκος Γεωργιάδης;
Υπάρχει και η υπόθεση του πρώην βουλευτή της ΝΔ Νίκου Γεωργιάδη, ο οποίος είχε καταδικαστεί για αδικήματα που αφορούσαν ανηλίκους στη Μολδαβία. Και εδώ χρειάζεται προσοχή: άλλο η δικαστική απόφαση, άλλο οι πολιτικές εντυπώσεις και άλλο όσα κυκλοφορούν ως πληροφορίες. Γι’ αυτό και το ερώτημα πρέπει να είναι απλό: Τι ακριβώς προβλέπει η δικαστική απόφαση και ποιες ήταν οι τελικές έννομες συνέπειές της; Ούτε συγκάλυψη χρειάζεται ούτε υπερβολή. Χρειάζεται η αλήθεια.
Στις οικοδομές, τα μέτρα ασφαλείας θυμούνται τον εργαζόμενο όταν συμβεί το κακό…
Και πάμε τώρα στην καθημερινότητα. Περνάς από μια οικοδομή και βλέπεις εργαζόμενους να δουλεύουν χωρίς τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας. Η νομοθεσία υπάρχει. Οι κανονισμοί υπάρχουν. Οι υποχρεώσεις των εργοδοτών υπάρχουν. Οι κυρώσεις υπάρχουν. Αυτό, όμως, που συχνά απουσιάζει είναι ο έλεγχος. Και όταν συμβεί το ατύχημα; Τότε ξαφνικά όλοι θυμούνται ότι υπάρχουν νόμοι. Έρχονται οι έλεγχοι. Έρχονται οι δηλώσεις. Έρχονται οι υπεύθυνοι. Έρχονται οι υποσχέσεις. Μόνο που, πολλές φορές, ο εργαζόμενος δεν μπορεί πλέον να τα ακούσει.
Όταν η εγκληματικότητα γίνεται καθημερινότητα
Καθημερινά τα δελτία ειδήσεων γεμίζουν με βιασμούς, κακοποιήσεις, βασανισμούς, εγκλήματα κατά ανηλίκων και κάθε είδους βαριά εγκληματικότητα. Για φόνους, συμμορίες και οργανωμένο έγκλημα δεν χρειάζεται καν να μιλήσουμε. Έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό τηλεοπτικό προϊόν.
Και όταν σε διάφορα σημεία της χώρας εντοπίζονται ανθρώπινα οστά, η κοινωνία παρακολουθεί για λίγες ημέρες και μετά προχωρά στην επόμενη είδηση. Γιατί έτσι λειτουργεί πλέον η ενημέρωση: το καινούργιο σβήνει το παλιό. Και η κοινωνία συνηθίζει ακόμη και τα αδιανόητα.
Για το παρκάρισμα… εκεί λειτουργεί το κράτος!
Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχει ένας τομέας όπου το κράτος δείχνει αξιοθαύμαστη συνέπεια, στο παρκάρισμα του απλού πολίτη. Εκεί οι μηχανισμοί λειτουργούν ρολόι. Τόλμησες να σταματήσεις για λίγα λεπτά, μέσα στο μεσημεριανό λιοπύρι, έξω από ένα σούπερ μάρκετ για να αγοράσεις τα απαραίτητα; Αμέσως, κλήση, αφαίρεση πινακίδων, έλεγχος. Νόμος και τάξη! Την ίδια στιγμή, στο κέντρο της πόλης, μπορεί να επικρατεί καθημερινά πανηγύρι παράνομου παρκαρίσματος, διπλοπαρκαρίσματος και κυκλοφοριακής συμφόρησης, αλλά εκεί, προφανώς, χρειάζεται περισσότερη… υπομονή, γιατί φαίνεται πως είναι πολύ ευκολότερο να αντιμετωπίσεις τον πολίτη που σταμάτησε για πέντε λεπτά έξω από ένα κατάστημα παρά το χάος που έχει γίνει μόνιμη κατάσταση στο κέντρο.
Ακριβοί στα πίτουρα, φτηνοί στ’ αλεύρι…
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο διαχρονικό ελληνικό συμπέρασμα: Αυστηροί εκεί όπου είναι εύκολο. Χαλαροί εκεί όπου απαιτείται πραγματικός έλεγχος. Αμείλικτοι με τον αδύναμο. Αναποτελεσματικοί απέναντι στα σύνθετα και μεγάλα προβλήματα. Και, πάνω απ’ όλα, εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να ξεχνάμε. Γι’ αυτό και δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν και η υπόθεση του παράνομου κέντρου πλασμαφαίρεσης αίματος ακολουθήσει την ίδια διαδρομή. Σήμερα πρωτοσέλιδο. Αύριο τηλεοπτικό θέμα. Μεθαύριο πολιτικές δηλώσεις. Και σε λίγες ημέρες; Τίποτα. Μέχρι να έρθει η επόμενη αποκάλυψη. Η επόμενη καταγγελία. Το επόμενο σκάνδαλο. Το επόμενο «δεν γνωρίζαμε». Και τότε θα ξανακούσουμε τις ίδιες δηλώσεις: «Θα διερευνηθεί σε βάθος». «Θα αποδοθούν ευθύνες». «Η Δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της». Μακάρι.
Μόνο που ο πολίτης έχει ακούσει αυτές τις φράσεις πολλές φορές. Αυτό που περιμένει πλέον δεν είναι άλλες δηλώσεις. Περιμένει αποτελέσματα. Γιατί το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο ότι κάποιος παρανομεί. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι όταν η παρανομία μπορεί να υπάρχει για καιρό, να είναι ορατή, να καταγγέλλεται και παρ’ όλα αυτά να μην εντοπίζεται από εκείνους που έχουν θεσμικά την υποχρέωση να την εντοπίσουν.Και τότε, πράγματι, μένει μόνο να πούμε: «Μεγάλο θάμα, τρεις μέρες». Και μετά… πάμε παρακάτω. Μέχρι το επόμενο.
*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το μυθιστόρημα «Οι καστανιές της μνήμης» (εκδ. Επικοινωνία ΑΕ, Κομοτηνή 2026).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

