Απο τον Πενταλοφο στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η οικογενεια του Πολυχρονη Αντωνιαδη
Μαρτυρία: Γιάννη Αντωνιάδη
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο ν. Έβρου, εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί στην περιοχή. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με την αγροτική ζωή και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να καταγράψει την ιστορία προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου, καθώς και οικογενειών από τον Πεντάλοφο (Μπέστεπε) που μετεγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, όπως αυτή που αναφέρεται στο παρόν κείμενό της, του Πολυχρόνη Αντωνιάδη. Η μαρτυρία για τη συγκεκριμένη οικογένεια προέρχεται από τον εγγονό του Πολυχρόνη, Γιάννη Αντωνιάδη, την οποία και η κ. Ιωαννίδου διασώζει από τη λήθη.]
Όταν οι Πενταλοφιώτες ήρθαν στο Ορμένιο, έμειναν σε δύο γειτονιές: η μία ήταν στην Τούμπα του χωριού, πάνω από το ιατρείο, και άλλη στη μέση της Γιαλάκας. Σε αυτήν τη γειτονιά, ήταν ανακατεμένα τα σπίτια αυτών που κατέβηκαν από τον Πεντάλοφο και αυτών που ήρθαν από το Ουρούμκιοϊ της Ανατολικής Ρωμυλίας. Ένα από αυτούς που ήρθε από τον Πεντάλοφο, ήταν κι ο Πολυχρόνης Αντωνιάδης, που πήρε στο χωριό μας ένα αρκετά μεγάλο οικόπεδο. Την ιστορία του παππού του μου τη μετέφερε ο εγγονός του, Γιάννης Αντωνιάδης.
Ο Πολυχρόνης Αντωνιάδης παντρεύτηκε τη Σωτηρία Μπαλκούδη, που επίσης καταγόταν από τον Πεντάλοφο ‒αρραβωνιάστηκαν μάλιστα όσο εκείνος ήταν στον πόλεμο, το 1922. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, τον Απόστολο, τον Δημήτρη και τη Σιδέρω, και μετακόμισαν το 1927 από τον Πεντάλοφο στο Ορμένιο. Από τα παιδιά τους, ο Απόστολος παντρεύτηκε τη Μαρία Πούλκου του Ιωάννη και της Αγγέλως, με καταγωγή από το Κόζουλτζια, και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πολυχρόνη και τον Γιάννη. Μόνο ο Γιάννης με τη γυναίκα του ζουν στο χωριό. Η Σιδέρω παντρεύτηκε τον Μιχάλη Τριανταφυλλίδη, ο πατέρας του οποίου, ο Χρήστος, με τη μητέρα του Ελένη, ήρθαν από το Ουρούμκιοϊ. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Χρήστο και τον Πολυχρόνη. Ο Χρήστος είχε πάει με τους γονείς του στη Γερμανία και έμεινε εκεί με την οικογένειά του έως ότου έφυγε από τη ζωή. Σήμερα, η γυναίκα του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του ζουν και εργάζονται στη Γερμανία. Ο αδερφός του, από την άλλη, ο Πολυχρόνης, ζει στην Ορεστιάδα. Ο Δημήτρης, ο άλλος γιος του Πολυχρόνη και της Σωτηρίας, παντρεύτηκε τη Χρυσούλα Γκαδανίδου του Χρήστου και της Μαρίας, οι οποίοι είχαν έρθει από το Ουρούμκιοϊ. Ο Δημήτρης και η Χρυσούλα απέκτησαν επίσης δύο παιδιά, τον Απόστολο που ζει στην Ορεστιάδα και τη Χαριτίνη που ζει στο Ορμένιο με τους γονείς της.

Ακολουθεί μια μαρτυρία του γιου του Πολυχρόνη, Δημήτρη Αντωνιάδη:
«Ο μπαμπάς μου ήταν γεννημένος το 1892 και πολέμησε το 1918 με τα στρατεύματα των Βουλγάρων κατά των Τούρκων, μιας και η περιοχή ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Τότε τους έπαιρναν με το κιλό και δεν εξέταζαν την ηλικία. Μετά πολέμησε και στη Μικρά Ασία, φθάνοντας μέχρι έξω από την Άγκυρα. Τρία χρόνια δεν αρρώστησε ούτε χτυπήθηκε σε κάποια μάχη. Μια φορά όμως, όταν οπισθοχωρούσε το στράτευμα, δίψασε πολύ. Βρήκε νερό σε μια πατημασιά ζώου και έσκυψε και ήπιε. Όμως, το στράτευμα προχώρησε, κι όταν, κάποια στιγμή, ο αξιωματικός σταμάτησε και μέτρησε τους στρατιώτες, εκείνος έλειπε. “Τον καλύτερο στρατιώτη μας τον αφήσατε πίσω;” ρώτησε. Γύρισαν τελικά πίσω για να τον βρουν. Τον μπαμπά μου, με το που ήπιε νερό, τον πόνεσε η κοιλιά του και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ευτυχώς όμως τον βρήκαν, και ανέλαβε ο αξιωματικός να τον σώσει».
Βέβαια, ο εγγονός του Πολυχρόνη, ο Γιάννης, θυμάται λίγο διαφορετικά τη συγκεκριμένη ιστορία, όπως την άκουσε μέσα από αφηγήσεις μεγαλύτερων, πως ενώ πολεμούσε ο Πολυχρόνης, τραυματίστηκε από Τούρκους στρατιώτες και έτσι μεταφέρθηκε από συστατριώτες του. Συνεχίζοντας ο Δημήτρης την αφήγησή του, μου είπε:
«Εκείνη την ημέρα το πλοίο Αβέρωφ έριχνε κατά των Τούρκων, για να μπορούν να περάσουν οι Έλληνες. Έτσι κατάφερε να τη γλυτώσει και ο μπαμπάς μου. Με τον αξιωματικό μαζί βρέθηκαν στο νησί που βγάζει μαστίχα, στη Χίο, για αποθεραπεία. Από εκεί, μετά από μια μεγάλη διαδρομή, τον άφησε στην Αδριανούπολη. Επειδή ακόμη τότε οι συγχωριανοί μας πουλούσαν κάρβουνο εκεί, βρήκε ένα αμάξι που θα γυρνούσε στον Πεντάλοφο και έτσι γύρισε στο χωριό. Έπειτα, κατέβηκαν στο Ορμένιο. Την περίοδο του Εμφυλίου, ο διοικητής συντάγματος Βαλαής, είπε στον Καπετάνιο να μην εντάξει τον μπαμπά μου στους ΜΑΫδες.[1] Δεν τον έβαλαν τελικά, γιατί είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και έτσι δεν είχε καμία εμπλοκή με τον εμφύλιο».
[1] ΜΑΫ= Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
