Δυο παραλληλες φυσεις… Ενα γραμμα πριν απο το θαυμα

Κυριάκος Χαρίτος, «Γράμματα στην Παναγία», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2025, σ. 120.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Τι θα μπορούσε να εμπιστευτεί ένας γιος στη μητέρα του, όταν αυτός ο γιος φέρει το όνομα του Χριστού; Η ερώτηση, με μια πρώτη ματιά, φαντάζει σαν ευφυές λογοτεχνικό εύρημα, ακόμη μια απόπειρα να ειπωθεί αλλιώς μια ιστορία που έχει ειπωθεί ήδη αναρίθμητες φορές. Στα «Γράμματα στην Παναγία» του Κυριάκου Χαρίτου, ωστόσο, το παιχνίδι της πρωτοτυπίας γρήγορα παραμερίζεται, αφήνοντας στη θέση του κάτι πιο βαρύ. Το ερώτημα του τι συμβαίνει όταν το θείο διαβαίνει την ανθρώπινη εμπειρία και, πριν αναδειχθεί σε «Σωτήρας», ξαναγίνεται, έστω και για λίγο, απλώς γιος.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2025, συντίθεται από είκοσι έξι επιστολές. Ήδη η μυθοπλαστική τους καταγωγή λειτουργεί σαν πρώτο παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και την πίστη. Δήθεν πρόκειται για γράμματα που ανακαλύφθηκαν στις μέρες μας χρονικά, με τη γνησιότητά τους να αμφισβητείται. Δεν έχει, όμως, σημασία αν ο αναγνώστης θα τα διαβάσει ως χαμένο «ιστορικό τεκμήριο» ή ως καθαρή επινόηση. Σημασία έχει πως ο Χαρίτος χτίζει έναν ενδιάμεσο τόπο, κάτι ανάμεσα στην Ιστορία, τη θρησκευτική παράδοση και τη λογοτεχνία, όπου μπορεί επιτέλους να ακουστεί μια φωνή που τα Ευαγγέλια ποτέ δεν μας χάρισαν, η ιδιωτική φωνή του Χριστού.

Κι ο αποδέκτης αυτής της φωνής είναι η Παναγία. Όχι οι μαθητές Του, όχι ο λαός, όχι ο πατέρας. Η μητέρα. Αυτή ακριβώς η επιλογή είναι που μετατοπίζει και το κέντρο βάρους ολόκληρου του βιβλίου.

Η μητέρα ως ο πρώτος κόσμος

Είναι η «Μάνα», πριν και πέρα ​​από κάθε θρησκευτικό προσωνύμιο. Η γυναίκα στην οποία ένας άντρας μπορεί να απευθυνθεί χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτε. Και ίσως γι’ αυτό και η μορφή απεύθυνσης, η επιστολή, γίνεται εδώ το ιδανικό λογοτεχνικό σχήμα.

Ο Χριστός γράφει και η μητέρα σιωπά. Από αυτήν τη σιωπή γεννιέται όλο το βιβλίο. Γράφουμε συνήθως σε όποιον λείπει μακριά, όταν η απόσταση έχει γίνει μόνιμη ή όταν αυτό που θέλουμε να πούμε αντέχει μόνο τη σιωπή του χαρτιού. Ο Χριστός, γράφοντας στη μητέρα του, επιστρέφει σε μια σχέση που υπάρχει πριν από κάθε δημόσια ιδιότητα. Πριν γίνει ο Χριστός της Ιστορίας, είναι το παιδί μιας γυναίκας, μιας απλής θνητής, αλλά και του ίδιου του Θεού. Σε αυτά τα γράμματα, τα αναπάντητα, η μητέρα γίνεται το όριο ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο. Η θεϊκή φύση Του, αναμφισβήτητα, δεν χρειάζεται μητέρα. Ο άνθρωπος, όμως, χρειάζεται. Ο γιος την έχει ανάγκη. Το σώμα αναζητά μια αρχή, γιατί ακόμη κι ο Θεός, όταν γίνεται άνθρωπος, περνάει πρώτα από την απόλυτη ευαλωτότητα της γέννησης.

Ο Χριστός της σάρκας

Δεν φαίνεται δε να απασχολεί καθόλου τον Χαρίτο ο Χριστός ως δόγμα, αλλά ο Χριστός ως εμπειρία. Κι η εμπειρία πάντα είναι πρώτα από όλα σωματική· πείνα, δίψα, κόπωση, φόβος, θυμός, επιθυμία, πόνος, μοναξιά. Η θεϊκή φύση δεν σβήνει τη σάρκα, αντίθετα, η σάρκα γίνεται το πεδίο στο οποίο το θεϊκό δοκιμάζεται. Εδώ εντοπίζεται και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μετατοπίσεις του βιβλίου, αφού δεν πρόκειται απλώς για την ανθρωποποίηση ενός θεϊκού προσώπου, αλλά για μια προσπάθεια να φανταστούμε τι σημαίνει το ανθρώπινο να κατοικεί μέσα στο θεϊκό.

Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει περιγράψει το κεντρικό θέμα του βιβλίου ως «το ταξίδι ενός ανθρώπου πάνω στη γη» μαζί με τις σκέψεις, τα διλήμματα και τα συναισθήματά του. Δεν είναι τυχαία αυτή η διατύπωση: Ο Χριστός του Χαρίτου δεν είναι μόνο το πρόσωπο των Ευαγγελίων, αλλά κι «ένας άνθρωπος» που αναζητά και αισθάνεται. Έτσι, το βιβλίο δεν επιχειρεί ούτε να καταρρίψει τη θεϊκή φύση ούτε να εξυψώσει μονομερώς την ανθρώπινη. Η πιο γόνιμη ανάγνωσή του κρύβεται στην ενδιάμεση ζώνη, εκεί όπου συνυπάρχουν οι δύο φύσεις.

«Αγαπάτε αλλήλους, ανακαλύψτε παραλλήλους»

Και τότε εμφανίζεται η προμετωπίδα του βιβλίου «Αγαπάτε αλλήλους, ανακαλύψτε παραλλήλους». Μια φράση που μπορεί να διαβαστεί σαν το κλειδί για ολόκληρη τη σύνθεση. Η μετατόπιση από το «αλλήλους» στο «παραλλήλους» μοιάζει, με μια πρώτη ματιά, σαν ευφυές λογοπαίγνιο. Είναι, όμως, κάτι παραπάνω. Ο άλλος δεν είναι απλώς εκείνος που στέκεται απέναντί ​​μας∙ είναι εκείνος που προχωρά δίπλα μας, σε δική του τροχιά. Δεν χρειάζεται να μας μοιάσει για να τον αγαπήσουμε. Αρκεί να τον ανακαλύψουμε.

Η λέξη «παράλληλος», όμως, ανοίγει και μια δεύτερη, ίσως πιο γόνιμη ανάγνωση. Ο Χριστός μπορεί αφενός να ανακαλύπτει τον «παράλληλο» έξω από τον εαυτό του ‒ στη μητέρα, στους ακολούθους του, στους άρρωστους, στους πεινασμένους, σε όσους περιπλανιούνται αναζητώντας μια θέση στον κόσμο. Μπορεί, όμως, να ανακαλύπτει και έναν «παράλληλο» εαυτό μέσα του: την ανθρώπινη και τη θεϊκή του φύση. Δύο γραμμές που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζονται.

Κι εδώ η λέξη «παράλληλοι» μοιάζει ακριβέστερη από μια λέξη σαν το «αντίθετοι». Οι δύο φύσεις δεν παρουσιάζονται ως αντίπαλες· συνυπάρχουν. Η μία δεν σβήνει την άλλη, η θεότητα δεν καταργεί την πείνα για το γήινο, κι αυτή η πείνα δεν ακυρώνει τη θεότητα. Ο Χριστός γίνεται έτσι ο άνθρωπος που ανακαλύπτει τον «άλλο» μέσα του, τον άνθρωπο μέσα στον Θεό και τον Θεό μέσα στον άνθρωπο. Κι ίσως οι επιστολές προς την Παναγία να μην είναι τίποτα λιγότερο από τη διαδικασία αυτής της αυτοανακάλυψης.

Στην έρημο: Η φωνή πριν από το θαύμα

Η έρημος γίνεται, επίσης, ένας από τους πιο ουσιώδεις τόπους του βιβλίου. Δεν λειτουργεί μόνο ως βιβλικό σκηνικό, μεταβολίζεται, μεταμορφώνεται, γίνεται ένας εσωτερικός τόπος. Στην έρημο ο άνθρωπος μένει μόνος. Χάνει τους περισπασμούς του, απομακρύνεται από τον κόσμο, αναγκάζεται τελικά ν’ ακούσει τη δική του φωνή. Δεν είναι τυχαίο πως το βιβλίο έχει ως αφετηρία αυτό ακριβώς το σημείο· η αναχώρηση προς την έρημο συνδέεται εξαρχής με την ανάγκη να χαθεί ο κόσμος, ώστε ν’ αποκτηθεί η φωνή Του στεντόρεια και αποφασιστική. Ταυτόχρονα, η έρημος μπορεί να διαβαστεί κι ως μια μεταφορά της ίδιας της διαδικασίας συγγραφής. Το γράμμα γεννιέται από τη σιωπή. Η φωνή γεννιέται από την απουσία.

Εκλεκτικές συγγένειες: Ο λογοτεχνικός Χριστός

Η λογοτεχνία έχει ξανά και ξανά επιχειρήσει να μετακινήσει τον Χριστό από την εικόνα της απόλυτης βεβαιότητας στην περιοχή της ανθρώπινης αμφιβολίας. Ο Καζαντζάκης, για παράδειγμα, στον «Τελευταίο πειρασμό» (εκδόσεις Δίφρος, πρώτη έκδοση 1955), κάνει την πάλη ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεϊκή φύση του Χριστού κεντρικό δραματικό άξονα. Ο Ιησούς αισθάνεται την έλξη της ανθρώπινης ζωής, της επιθυμίας, του έρωτα, της σάρκας, και ακριβώς επειδή η ανθρώπινη επιλογή παραμένει δυνατή, η τελική θυσία αποκτά το ειδικό της βάρος. Είναι η πορεία ενός Χριστού που αντιστέκεται στην αποστολή του και δοκιμάζεται από την προοπτική μιας φυσιολογικής ανθρώπινης ζωής.

Ο Μέιλερ πάλι, στο «Κατά Υιόν Ευαγγέλιον» (εκδόσεις Λιβάνη, 1997), κάνει μια συγγενική αλλά διαφορετική κίνηση: Αφήνει τον ίδιο τον Χριστό να αφηγηθεί τη ζωή του, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από το τι γνωρίζουμε εμείς γι’ αυτόν στο τι μπορεί να γνωρίζει ο ίδιος για τον εαυτό του. Γι’ αυτό και θαρρώ πως σε εκείνο το βιβλίο βρίσκεται η πιο γόνιμη σύγκριση με τον Χαρίτο. Στην αμφιβολία του Μέιλερ «είμαι πράγματι ο Υιός του Θεού;» ο Χαρίτος αντιπροτείνει «τι σημαίνει για τον Υιό του Θεού να είναι άνθρωπος;» Ο Μέιλερ ενδιαφέρεται για την αυτογνωσία, ο Χαρίτος για τη σχέση· ο ένας δίνει στον Χριστό φωνή για να αφηγηθεί τη ζωή του, ο άλλος του δίνει το μελάνι για να γράψει και για να απευθυνθεί σ’ εκείνη από την οποία ξεκίνησε η ανθρώπινη υπόστασή του.

Αν αναζητήσουμε κι άλλες λογοτεχνικές συγγένειες, θα βρούμε πολλές. Ο Σαραμάγκου, στο «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2001), τοποθετεί τον Χριστό μέσα στην Ιστορία, στις συγκρούσεις της εξουσίας, στην ανθρώπινη ευθύνη, στην αμφισβήτηση της θεϊκής τάξης. Ο Μπουλγκάκοφ, στο «Μαιτρ και η Μαργαρίτα» (εκδόσεις Μίνωας, 2019), τον ξαναζωντανεύει μέσα από τη μνήμη του Πιλάτου, πλάθοντας έναν Χριστό ευάλωτο, σχεδόν γυμνό από κάθε δογματική βεβαιότητα. Το κοινό νήμα σε όλα τα έργα δεν είναι η αναζήτηση του «πραγματικού» Χριστού, αλλά το ερώτημα τι θα συνέβαινε αν εκείνος μπορούσε να αμφιβάλλει, να φοβάται, να επιθυμεί, να πονά, να αναζητά.

Σ’ αυτήν τη μεγάλη, λοιπόν, λογοτεχνική παράδοση ‒θα μπορούσαν, φυσικά, να παρουσιαστούν κι άλλα έργα που συνομιλούν με το βιβλίο του Χαρίτου‒ εντάσσονται και τα «Γράμματα στην Παναγία», με μια ουσιαστική όμως διαφοροποίηση. Ο Καζαντζάκης βάζει τον Χριστό απέναντι στον πειρασμό, ο Σαραμάγκου απέναντι στην Ιστορία και τον Θεό, ο Μέιλερ απέναντι στην ίδια του τη θεϊκή ταυτότητα. Ο Χαρίτος, από την άλλη, τον βάζει απέναντι στη μητέρα του, κι αυτή είναι, ίσως, η πιο ανθρώπινη εκδοχή Του που έχουμε συναντήσει, λογοτεχνικά, μέχρι σήμερα.

Η μορφή: Νουβέλα, επιστολές ή ποιητική σύνθεση;

Ενδιαφέρον ζήτημα αποτελεί και η υβριδικότητα του έργου, που δύσκολα χωράει σε μία μόνο κατηγορία. Έχει τη μορφή επιστολών, τον εσωτερικό ρυθμό της εξομολόγησης, την αποσπασματικότητα της νουβέλας και την πυκνότητα της ποιητικής πρόζας, ενώ έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική αυτή η τόσο ενδιαφέρουσα ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση.

Ίσως εδώ να βρίσκεται ταυτόχρονα η δύναμη και το όριο του βιβλίου. Η αποσπασματικότητα τού επιτρέπει να αφήνει κενά, να χτίζει σιωπές, να μεταφέρει στον αναγνώστη περισσότερο αίσθημα παρά πληροφορία. Δεν επιδιώκει να αφηγηθεί ολόκληρη τη ζωή του Χριστού, παρά να κρατήσει λίγα θραύσματά της, σαν να κρατά κανείς στην παλάμη του κομμάτια από κάτι που έχει χαθεί. Από την άλλη, η έντονη ποιητική συμπύκνωση ίσως είναι κι ένα μικρό μειονέκτημά του, καθώς περιορίζει αναγκαστικά την ανάπτυξη μιας πιο σύνθετης μυθοπλασίας (που, ενδεχομένως, θα μας ικανοποιούσε ως αναγνώστες παρά τις προθέσεις του συγγραφέα). Θα πρέπει, όμως, να δούμε καθαρά πίσω από την «πεζοποίηση» και να κατανοήσουμε πως δεν πρόκειται για ένα βιβλίο πλοκής ή εξέλιξης χαρακτήρων, αλλά για ένα βιβλίο φωνής, ατμόσφαιρας, στοχασμού και μάλλον ως τέτοιο πρέπει να διαβαστεί. Κι αυτό απαιτεί από έναν υποψιασμένο αναγνώστη διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης. Όχι για να μάθει τι θα συμβεί, αλλά για ν’ ακούσει πώς ηχεί μια συνείδηση ​​όταν μένει μόνη με το μυστήριο της ύπαρξής της.

Το θαύμα ως καθημερινή εμπειρία

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και το βιβλίο απομακρύνεται από τα εντυπωσιακά θαύματα του Ιησού (που μάλλον ως τυχαία γεγονότα τα διηγείται) και στρέφεται στην ίδια την ανθρώπινη ζωή. Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κόπωση, γαλήνη, αυτά είναι τα πρωτογενή και προς εξερεύνηση υλικά των επιστολών.

Το θαύμα δεν εντοπίζεται μόνο στην ανάσταση του νεκρού ή στο περπάτημα πάνω στο νερό, μπορεί να κρύβεται σ’ ένα σώμα που συνεχίζει να ζει μέσα στις δυσκολίες, σε μια μητέρα που περιμένει, σ’ έναν άνθρωπο που αμφιβάλλει και, μολαταύτα, δεν σταματά ν’ αγαπά. Κι ίσως γι’ αυτό η αγάπη γίνεται το πιο σταθερό έδαφος. Όταν όλες οι βεβαιότητες υποχωρούν, αυτή παραμένει.

Γιατί τελικά γράφει στη μητέρα του;

Το ερώτημα που άνοιξε την ανάγνωση επιστρέφει αλλαγμένο. Γιατί απευθύνεται στην Παναγία; Επειδή πριν γίνει Μεσσίας, ο Χριστός ήταν κι αυτός γιος. Επειδή απέναντί ​​της δεν χρειάζεται να είναι τέλειος· μπορεί να είναι κουρασμένος, να φοβάται, ν’ αμφιβάλλει, να μη γνωρίζει, να θυμάται ή να λησμονεί, να νοσταλγεί. Κυρίως, όμως, ζητά έναν αποδέκτη που δεν θα περιμένει τίποτα από Αυτόν, που δεν θα τον απογοητεύσει ποτέ.

Εδώ κρύβεται ίσως το πιο συγκινητικό παράδοξο του βιβλίου: Ο Χριστός, που, κατά τις Γραφές, ήρθε να παραδώσει στους ανθρώπους τον λόγο της σωτηρίας, χρειάζεται ο ίδιος κάποιον να τον σώσει. Η μητέρα δεν του απαντά, ίσως όμως η απάντηση δεν είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι να της πει αυτά που θέλει.

Ο άνθρωπος μέσα στον Θεό

Τα «Γράμματα στην Παναγία» μπορούν τελικά να διαβαστούν ως βιβλίο για τη διπλή φύση του Χριστού, όχι όμως με τον τρόπο μιας θεολογικής πραγματείας. Ο Χαρίτος μεταφέρει το θεολογικό παράδοξο στην περιοχή της λογοτεχνίας και το κάνει υπαρξιακό. Τι σημαίνει να είσαι ταυτόχρονα άνθρωπος και Θεός; Να έχεις σώμα και να γνωρίζεις το άπειρο; Να φοβάσαι τον θάνατο και, ταυτόχρονα, να θεωρείσαι φορέας της αιώνιας ζωής; Να είσαι γιος μιας γυναίκας και Υιός του Θεού; Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία του «παραλλήλου». Ο Χριστός δεν ανακαλύπτει μόνο τους άλλους γύρω του, ανακαλύπτει τον «άλλο» που κατοικεί μέσα του. Δύο φύσεις, δύο τροχιές, δύο τρόποι ύπαρξης που κινούνται μέσα στην ίδια ζωή. Κι ίσως γι’ αυτό και η λογοτεχνία επιστρέφει τόσο επίμονα στον Χριστό, επειδή στο πρόσωπό του συναντά το πιο καίριο απ’ όλα τα ανθρώπινα ερωτήματα: πώς μπορούν να συνυπάρξουν μέσα μας εκείνα που μοιάζουν ασυμβίβαστα;

Η τελευταία επιστολή

Τα «Γράμματα στην Παναγία» δεν χρειάζεται να διαβαστούν σαν άλλη μια εκδοχή των Ευαγγελίων. Η αξία τους βρίσκεται ακριβώς στην απόσταση από αυτά, στο κενό ανάμεσα σ’ όσα γνωρίζουμε και σε όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Εκεί μπαίνει ο Χαρίτος και βρίσκει μια φωνή που δεν κηρύττει, δεν επιβάλλεται, δεν εξηγεί. Απλά γράφει. Κι όσο περισσότερο γράφει, ο Θεός γίνεται γιος, ο γιος άνθρωπος, ο άνθρωπος ένας από εμάς.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου: Δεν μας ζητάει ν’ αποφασίσουμε αν ο Χριστός είναι περισσότερο Θεός ή περισσότερο άνθρωπος, αλλά μας καλεί να κατοικήσουμε για λίγο μέσα στην αδυναμία αυτής της διάκρισης. Γι’ αυτό, ίσως, ο Χαρίτος δεν χρειάστηκε ν’ αφήσει άλλο ένα Ευαγγέλιο. Του αρκεί ένα γράμμα προς τη γυναίκα από την οποία ξεκίνησε η ανθρώπινη ιστορία του Θεού.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.