«Ανδρωμαχη» του Κωστα Ακριβου

Μια δασκαλίστικη περιδιάβαση είναι τούτη η γραφή βασισμένη στο παιχνίδι του συγγραφέα παρόν-παρελθόν

Ήταν μία ευτυχής προσωπική συγκυρία η μελέτη της νουβέλας «Ανδρωμάχη» του Κώστα Ακρίβου με την παρακολούθηση το ίδιο διάστημα της πολυσυζητημένης ταινίας ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νόλαν. Αναδεύτηκαν στη μνήμη κοινά στοιχεία των ομηρικών επών από τη διδασκαλία στη σχολική τάξη, τα οποία δεν ξοδεύτηκαν μέσα σε 35 χρόνια. Ο Τρωικός Πόλεμος ήταν το πεδίο δράσης από όπου ξεκίνησε η ΟΔΥΣΣΕΙΑ, αλλά και η Ανδρομάχη, η ηρωίδα του βιβλίου. Μια δασκαλίστικη περιδιάβαση είναι τούτη η γραφή βασισμένη στο παιχνίδι του συγγραφέα παρόν-παρελθόν.

Προσπερνώ  τις αναφορές ονομάτων θεών, ηρώων, τοπωνυμίων, γεγονότων και βρίσκομαι δίπλα στην τραγική γυναίκα, που από το παλάτι της Τροίας –έχοντας χάσει πατρίδα, στέγη, σύζυγο/τον Έκτορα, βρέφος/τον Αστυάνακτα, πλήθος οικείων και μη προσώπων, περπατά ρακένδυτη, ταπεινωμένη, πονεμένη, απελπισμένη στα λασπερά χώματα της Θράκης σε μια πομπή αιχμαλώτων με κάρα, που άφησαν πίσω τους την πυρπολημένη Τροία.

«Χάσου, Ανδρομάχη! Φύγε από τούτον τον κόσμο! Τι άλλο χειρότερο περιμένεις για να ασπαστείς μόνη σου τον ίδιο σου τον θάνατο. Τι;»

«Το απόγειο της δυστυχίας συντελείται όταν το ίδιο σου το σώμα γεννάει, έστω και χωρίς τη θέλησή σου, ξανά και ξανά το κακό».

«ο Νεοπτόλεμος ο άνθρωπος που κατέστρεψε τη ζωή μου… με χέρια ακόμη υγρά από το αίμα των δικών μου έψαχνε τώρα να με βρει, να με μολέψει… »

« Αηδιασμένη, σιχαμένη με τον ίδιο μου τον εαυτό… γιατί ήξερα πως έφταιγα. Έφταιγα γιατί συνέχισα να υπάρχω».[1]

Είναι μερικά από τα δραματικά λόγια της ηρωίδας σε α΄ πρόσωπο.

Αυτή είναι η πρώτη μας συνάντηση με την Ανδρομάχη, τη «δεύτερη βασίλισσα της Τροίας», τη γυναίκα με τις βασιλικές εσθήτες, τις θεραπαινίδες, τη γυναίκα-σύζυγο που καρδιοχτυπούσε για τον άνδρα της που πολεμούσε στον τρωικό κάμπο, τη γυναίκα-μάνα που ανέβαινε στα τείχη για να εντοπίζει ζωντανό τον πατέρα του παιδιού της. Τη γυναίκα, βασιλοπούλα της Θήβης, της γειτονικής με την Τροία πόλης, που ο πατέρας της την έδωσε νύφη στον Έκτορα και τα εφτά αδέλφια της έδωσαν όρκο πως θα υψώσουν τα ξίφη σπεύδοντας σε κάθε της κίνδυνο. Κι αυτή πορεύεται με τα κάρα των νικητών φορτωμένα λάφυρα και ανθρώπους, «τα κάρα της ντροπής».

ΤΟΠΟΣ: ΦΘΙΑ

«Η δική μου Ανδρομάχη είχε μείνει πίσω στην Τροία. Εκεί η ζωή, εκεί ο θάνατός της ο κανονικός».

Στο παλάτι της Φθίας ο Νεοπτόλεμος αστραφτερός σαν ήλιος θύμιζε  τον πατέρα του, τον Αχιλλέα.

1η ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΤΟΠΟΣ: ΤΡΟΙΑ

Φέρνει στο προσκήνιο τον απόηχο του τρομερού Αχιλλέα στον πόλεμο της Τροίας, τον αίτιο του ολέθρου της, την ιστορία του, τον θάνατό του, την καύση του και την αναπτέρωση του ηθικού των Τρώων.  Οι έριδες για την αρχηγία των αντιπάλων χαρά μας, θυμάται η Ανδρομάχη, γιατί:

«όταν ο αντίπαλος τρώει από τις σάρκες του, το λογίζεις νίκη δική σου».

Η διασπορά ειδήσεων ήθελαν τους Αχαιούς να αποχωρούν. Αλήθεια, ψέμα; Ώσπου από τις Σκαιές Πύλες αντίκρισαν την πομπή με το ξύλινο άλογο να μπαίνει στην πόλη, προσφορά των Αχαιών στην οργισμένη μαζί τους Αθηνά.

ΕΔΩ  ο κοινός τόπος με την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νόλαν  οπτικοποιείται.

Θεαματικός ο Δούρειος Ίππος.

Υποψιαζόταν η Ελένη και γύριζε γύρω από το άλογο μιμούμενη τη φωνή συζύγων των πολεμιστών, φώναζε ο Λαοκόων πως

«Κανένα δώρο από τους Αχαιούς δεν είναι αθώο»[2].

Εκείνο το άλογο κουβάλησε τον γιο (Νεοπτόλεμο) του κτήνους (Αχιλλέα).

2η ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΤΟΠΟΣ: ΘΗΒΗ

«Την Τροία εμείς την είχαμε  για αρχή και τέλος του κόσμου»

αφηγείται η Ανδρομάχη από τη δασωμένη πατρίδα της, τη Θήβη, και οι  θεοί πραγματοποίησαν το όνειρό της  να ταξιδέψει κάποτε εκεί.

«Ευτυχία και δυστυχία μαζί», προοικονομεί ο συγγραφέας.

Απλώνεται η αφήγηση με εικόνες και συναισθήματα από την πρεσβεία του Πριάμου στον πατέρα της Ανδρομάχης.

ΤΟΠΟΣ: ΤΡΟΙΑ

Υποδοχή στην Τροία, γάμος με τον Έκτορα, διαρκής ανησυχία για τις εχθρικές επιθέσεις και την αντιμετώπισή τους. Γεννήθηκε ο Αστυάνακτας.

Οι Αχαιοί ωστόσο με το «κτήνος» –βλέπε Αχιλλέας– κατέλαβαν τη γειτονική Θήβη, νεκροί πατέρας κι αδελφοί, αιχμάλωτη η μάνα  της Ανδρομάχης – την εξαγόρασε ο Έκτορας.

«Πλάνες των θεών… ευτυχισμένη θα είναι η ζωή σου, Ανδρομάχη! Κακό όνειρο ο πόλεμος… θα έχεις τον Έκτορα διαρκώς υπερήφανο αρχηγό στο πλάι σουμε τέτοιες απατηλές ελπίδες με νανούριζαν οι απατεώνες του Ολύμπου».

Το πορτρέτο του Πριάμου σκιαγραφείται με τα καλύτερα λόγια, άνθρωπος με προσφορά αγάπης, ακόμη και για την Ελένη, προικισμένος με μεγαλοσύνη ακόμη και για τους εχθρούς. Η Εκάβη άλλος άνθρωπος, που τα τόσα χρόνια πολέμου είχαν στερέψει το χαμόγελο και την εμπιστοσύνη της, μισούσε την Ελένη, κλαίγαμε μαζί:

«Δυο γυναίκες που θρηνούσαν από πριν τον χαμό της ένδοξης Τροίας».

Και η Τροία άντεχε.

«Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης»,

Ιλιάδα, ραψ. Μ, στίχ. 243,

«Ένα είναι το σωτήριο σημάδι, να πολεμάς για την πατρίδα»,

είναι η  ερμηνεία του πετάγματος του αετού με το φίδι στα νύχια που έκανε ο Έκτορας και ο πόλεμος συνεχίστηκε. Ο Αχιλλέας –το κτήνος –χολωμένος με τον Αγαμέμνονα, έμενε αποτραβηγμένος από τη μάχη, φήμες έλεγαν μια πως σκοτώθηκε ο Αχιλλέας, όχι σκοτώθηκε ο Πάτροκλος… Τελικά νεκρός ο Πάτροκλος ανάμεσα σε δύο στρατούς, η πανοπλία του στα χέρια του Έκτορα, θρήνος και κατάρες του Αχιλλέα πάνω από το μακελεμένο πτώμα του φίλου. Καινούρια όπλα ο Αχιλλέας από τη θεϊκή του μητέρα Θέτιδα και οι ώρες για τον Έκτορα μετρούσαν πλέον αντίστροφα.

Σημείωση: Αξίζει να αναζητήσετε στην Ιλιάδα την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, το έργο τέχνης με ζωγραφισμένες σε ομόκεντρους κύκλους εικόνες της ζωής. Κρατώντας τες ο Αχιλλέας βάδισε προς τον θάνατο.

Ανδρομάχης Σκέψεις (Εσωτερικός Μονόλογος), Σ. 43

Μια πηχτή ζάλη το μυαλό μου… πότε εδώ και πότε εκεί… πολλοί οι τόποι, ακόμα πιο πολλοί οι άνθρωποι που ζωντανεύουν μέσα του. Όλοι πεθαμένοι, τα πάντα νεκρά, εγώ;

ΤΟΠΟΣ: ΦΘΙΑ

Χλεύη, προσβολή, φθόνο βίωνε η Ανδρομάχη και  παρακαλούσε για τον θάνατό της. Κι ο Έλενος εκεί, αδελφός του Έκτορα, καλός μάντης, όπως και η Κασσάνδρα η δίδυμη αδελφή του εκεί στην Τροία. Αρχηγός μετά τον θάνατο του Έκτορα, ερωτεύτηκε κι αυτός την Ελένη, δεν κατάφερε να την έχει και φαρμακωμένος εγκατέλειψε την πατρίδα… αιχμάλωτος τώρα μαζί με την Ανδρομάχη, εκείνη δεν ήθελε  να τον αντικρίσει.

Προοικονομία: Πού να ’ξερα τι είχαν κανονίσει για μας τους δυο οι θεοί…

«Τη Φθία δεν την είπα ποτέ δεύτερη πατρίδα».

Μπροστά στον Πηλέα (πατέρα του κτήνους/Αχιλλέα), που θέλησε να τη γνωρίσει, «ξεστόμισα, ομολογεί, την αλήθεια που κουβαλούσα εδώ και καιρό μέσα μου», τον καρπό του Νεοπτόλεμου. Η καινούργια ζωή ήρθε.

«Να πρέπει να αγαπήσω εκείνο το πλάσμα… που θα ’πρεπε να μισώ… ».

ΦΘΙΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Ακολουθούν τα γεγονότα με την Ερμιόνη, γυναίκα του Νεοπτόλεμου, κόρη του Μενέλαου της Σπάρτης. Προσπαθούν, εκείνη και ο πατέρας της, να εξοντώσουν την Ανδρομάχη ή το μικρότερο γιο της Μολοσσό, ο μεγάλος ήταν ο Πέργαμος. Τους σώζει ο βασιλιάς Πηλέας, εμφανίζεται ο Ορέστης και παίρνει την Ερμιόνη, που του είχε τάξει για γυναίκα του ο Μενέλαος. Το τοπίο ξεκαθαρίζει, όταν δολοφονείται και ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς, που τον πέρασαν για κλέφτη μετά από συκοφαντία του Ορέστη.

Πέργαμος, Μολοσσός και Πίελος. Είναι τα τρία παιδιά που απέκτησε η Ανδρομάχη με τον Νεοπτόλεμο και για τα οποία μας δίνει ο συγγραφέας τα συγκρουόμενα αισθήματα της μάνας. Η συνέχεια δόθηκε από τη Θέτιδα, που αποφάσισε να γίνουν γενάρχες σειράς βασιλιάδων οι γιοι του εγγονού της, για μη σβήσει η γενιά του Πηλέα. Σε προσμονή λοιπόν για τη νέα τους μοιρασιά. Κάθε βράδυ κοντά τους και ο Έλενος συμμετείχε στις προετοιμασίες, ενώ ο Πηλέας βοηθούσε με συμβουλές και απαραίτητα εφόδια.

Όταν το Αλετροπόδι (αστερισμός Ωρίωνα) σηκώθηκε ψηλά ξεκίνησε η μετοίκηση. Πορεία, τοπία, δυσκολίες και τέλος μια λίμνη με νησί στη μέση. Τότε γεννήθηκε ο Πίελος το τρίτο παιδί, ασθενικό και ορφανό από κοιλιά, που δεν έμελλε να ζήσει, το έθαψε η μάνα λίγο αργότερα και  «γλίτωσε πρόωρα ο τελευταίος γιος του Νεοπτόλεμου από τα βάσανα μιας αβέβαιης ζωής».

ΧΑΟΝΙΑ, Ο ΝΕΟΣ ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ

Σμίξανε δύσκολα με τους ντόπιους-βοήθησαν οι προφητείες του Έλενου, και χτίστηκε το Βουθρωτόν. Εκεί η Ανδρομάχη δέχτηκε να γίνει γυναίκα του Έλενου. Ο γιος που γέννησε από τον Έλενο, ο Κεστρίνος, ήταν παιδί αδύναμο, ασθενικό, που το έθαψε η Ανδρομάχη. 

«Τριπλή δυστυχία μάνας να θάψει με τα χέρια της τρία παιδιά»

(σελ. 80-81 βιβλίου).

Ο Μολοσσός έγινε ιδρυτής του βασιλείου της Ηπείρου και ο Πέργαμος πήρε λίγο στρατό και τη μάνα και ξεκίνησε για νέο τόπο.

Η σκιά του Έκτορα συνόδευε πάντα την Ανδρομάχη.

«Κάνε Δία, πατέρα,… η ψυχή του μοναδικού μου έρωτα… να είναι επιεικής…»

(σελ. 83).

Παρεμβάλλεται η εμφάνιση του τρωικού ήρωα Αινεία, που έσωσε τον πατέρα και τον γιο του, Ασκάνιο, συνομήλικο του Αστυάνακτα. Η συνάντηση αυτή ξύπνησε πικρόγλυκες στιγμές στην Ανδρομάχη,

« μια γυναίκα ζωντανό πένθος ήμουν».

 Με χρησμό του Έλενου αναχώρησε ο Αινείας για νέα γη.

3η ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ. ΤΟΠΟΣ: ΤΡΟΙΑ

Ζωντανεύουν σκληρές μνήμες στην Τροία. Ο Νεοπτόλεμος θερίζει ήρωες μετά από τον πατέρα του, «ο γιος του κτήνους, κτήνος κι αυτός».

Μαθαίνουμε την ιστορία της Πρόκνης,  (ομαδικό ατίμασμα και κόψιμο γλώσσας από τους Αχαιούς), την οποία η Ανδρομάχη κράτησε κοντά της για συντροφιά και βοήθεια.

ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΧΩΡΑ  ΣΤΗΝ ΠΕΡΓΑΜΟ

―«Άφηνα πίσω μου δύο τάφους παιδιών και έναν γιο βασιλιά».

Αναχώρηση του Πέργαμου και της μάνας του Ανδρομάχης με μικρό στόλο.

Ειρηνική κατάκτηση και ίδρυση της Περγάμου.

Η πόλη που  χάρισε στην Ανδρομάχη ειρηνικά χρόνια.

«Έφτασε η νύχτα, δεν το κατόρθωσα ούτε σήμερα, αυτή η άκρη του τείχους, το σκοτεινό κενό, εγώ ακόμη δεν… »

(εσωτερικός μονόλογος Ανδρομάχης).

4η ΑΝΑΔΡΟΜΗ, ΤΟΠΟΣ:ΤΡΟΙΑ

Η ψυχή του Έκτορα είχε φτερουγίσει στον Άδη, τα αδέλφια του και ο Πρίαμος θρηνούσαν, ώσπου το αποφάσισε ο Πρίαμος, ξεκίνησε για το στρατόπεδο των Αχαιών με φορτωμένη πλούσια λύτρα την άμαξα και ικανό αλογατάρη, να ικετεύσει τον Αχιλλέα, να πάρει πίσω το νεκρό παιδί του…

Η φριχτή μέρα,  ώρα του Έκτορα

Ενώ ο Πρίαμος καλπάζει μέσα στη νύχτα προς το στρατόπεδο των Αχαιών, η Ανδρομάχη ξαναζεί εκείνη τη φριχτή νύχτα. Ανήσυχη, φοβισμένη, μένει άγρυπνη, προσπαθεί να υφάνει στον αργαλειό, μα φεύγει η σαΐτα από τα χέρια της, παραγγέλνει στις δούλες ζεστό νερό για το λουτρό του Έκτορα στην επιστροφή του από το πεδίο της μάχης, ώσπου γόος έσκισε τον αέρα ως τα αφτιά της. Πήρε τη στράτα για τα τείχη…

«Ω εικόνα φριχτή, πανάθλια, που τόσα χρόνια δεν μπορείς να ξεριζωθείς από το μυαλό μου»!   

«τον δικό μου Έκτορα, άψυχο, έσερναν αφηνιασμένα άλογα, χτυπιόταν η ωραία κόμη πάνω στις λιθαριές, […] ο κάμπος της Τροίας έδερνε αλύπητα αυτόν που είχε δώσει τη ζωή του για να την προστατέψει. […] γόος και λέξεις πικρές για την άτυχη τύχη του άντρα μου, λόγια φόβου για την τύχη της Τροίας και του δύσμοιρου παιδιού μας… δούλος στο Άργος… να τον χλευάζουν τα άλλα παιδιά.

Πού να ’ξερα η δύστυχη! (προοικονομία).

«Τρώες και Τρωάδες, τον Έκτορα ελάτε να δείτε… », η φωνή της Κασσάνδρας.

Με την αυγή επέστρεψε ο Πρίαμος.

«η πόρτα του Άδη είχε ανοίξει για τον δύστυχο άντρα μου, πότε θα τον ακολουθούσα  κι εγώ μαζί με το δύσμοιρο παιδί μας;»

Η αναφορά εκείνης της συνάντησης στα τείχη της Τροίας, Έκτορα –ίδια μορφή θεού– Ανδρομάχης και μικρού Αστυάνακτα, γνωστή για τον συμβολισμό της,  που τον τρόμαξε η πλουμιστή περικεφαλαία του πατέρα του ήταν «η πιο όμορφη της ζωής τους»…

«Θυμάσαι, όλο θυμάσαι, Ανδρομάχη, θέλει να πάρεις κουράγιο, να κάνεις πράξη όσα σχεδιάζεις από καιρό. Πάνω στα τείχη της Περγάμου, κάτω χάσκει το έρεβος… ».

Η κοιλιά του ξύλινου αλόγου ήταν κρυψώνας, όρμησαν οι Αχαιοί και σκόρπισαν τον όλεθρο. Τρόμος για τη μάνα η τύχη τους, η τύχη του μικρού της γιου. Οδυσσέας και Νεοπτόλεμος τον άρπαξαν από τα χέρια της, τον γκρέμισαν από τα τείχη. Η Τροία δεν υπήρχε πια. Το κατατσακισμένο βρέφος το περιμάζεψε η μάνα και το έθαψε σε λάκκο βαθύ. Οι Τρωαδίτισσες κλείστηκαν σε κλουβιά, έρμαια αιχμαλωσίας. Εκείνη τη διάλεξε ο Νεοπτόλεμος.

Σημαδεμένη η ζωή της από άντρες, πατέρας, εφτά αδέλφια, Πρίαμος, Αχιλλέας, Οδυσσέας, Πηλέας, Έκτορας, Αστυάνακτας, Νεοπτόλεμος, Πέργαμος, Μολοσσός, Πίελος, Έλενος, Κεστρίτης…

Αρνούμαι τη ζωή.

Ο δρόμος του Αστυάνακτα λύση…

Φοβήθηκε η Ανδρομάχη. Τι θα προσφέρει η αυτοχειρία;

Φως είναι μονάχα η ζωή.

Δρόμος του Αστυάνακτα ή φωνή του Πέργαμου;

«Μικρέ δεύτερε Αστυάνακτα, καινούργια μου ψυχή, να μη φοβάσαι. Η Τύχη και η Τόλμη να είναι οι δικοί σου θεοί… »

      Αγαπητέ συνάδελφε, Κώστα Ακρίβο, υποκλίνομαι!

Με συγκίνησες αφάνταστα με την ιστορία της Ιλιάδας, τη χιλιοδιαβασμένη, χιλιοδιδαγμένη και σχολιασμένη ποικιλοτρόπως από μεγάλους φιλολόγους κι από εμάς τους μαχητές της σχολικής τάξης. Την άπλωσες γύρω τριγύρω από την Τροία την ιστορία σου και μαζί σου κάθε αναγνώστης/-στρια αγγίζουμε τα αντιπολεμικά μηνύματα, τον ηρωισμό, το έρωτα, το μίσος, τη μητρότητα, τη γυναίκα, βασίλισσα ή δούλα, υποχείριο της ανδρικής επιθυμίας, τη φιλοξενία, την εκδίκηση, τη φιλία…

Ψάχνω να βρω τι άλλαξε από τη μυθολογία που μπόλιασε τα ηρωικά έπη ως τη σύγχρονη ζωή… Θεωρώ ευφυή τον τρόπο που πλάτυνες, βάθυνες την καρδιά της Ανδρωμάχης, συμβολικά και στο όνομά της, για να χωρέσει όλα τα πάθη της  ζωής της.

Και πιστεύω πως αυτούσια τα θέματα με τις προεκτάσεις τους στον χρόνο θα συζητηθούν στη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής.

Γιατί «Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ»!

                                                                                                25 Αυγούστου 2026

*Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά  είναι   συντ. καθηγήτρια, συγγραφέας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Παραστήματος Ελλάδας της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ). H φωτογραφία της είναι του Γιώργου Γιατράκου.


[1] Τα αποσπάσματα από την «Ιλιάδα» τίθενται σε πλάγια γραφή και εισαγωγικά.

[2] Τα αποσπάσματα σπό την «Ανδρωμάχη» του Κώστα Ακρίβου τίθενται σε όρθια γραφή και εισαγωγικά.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.