Ηλιοσταλακτη
Τα μάτια της σαν απογευματινή θάλασσα, πράσινα, με απροσδιόριστο βάθος. Βαμμένα με προσοχή με έντονο γαλαζωπό χρώμα και μπλε μολύβι. Τα φρύδια περασμένα με χρώμα σαντρέ. Τα χείλη έντονο ροζ. Τα μαλλιά μπούκλες ξανθές, στολισμένα με χρυσά τσιμπιδάκια κι ένα καπέλο κίτρινο με μπορ. Σαν ήλιος. Το ντύσιμο προσεγμένο, νεανικό, χαρωπό, πολύχρωμο. Σαν Ιούλιος. Όμορφη, ξεκάθαρα όμορφη, παρά τα χρόνια της. Σίγουρα πάνω από 80. Ασυμφιλίωτη με τον χρόνο. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να τον συγκρατήσει.
Καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Καθόταν τρόπος του λέγειν. Κάθε λίγο σηκωνόταν και σουλατσάριζε στα άλλα τραπέζια, μιλούσε με τον ιδιοκτήτη του καφενείου – μεζεδοπωλείου και γενικά δεν φερόταν σαν πελάτισσα. Απαρατήρητη δεν περνούσε. Τριγυρνούσε στο τραπέζι μας. Μιλήσαμε.

Βασίλισσα της ομορφιάς υπήρξε. Στα καλλιστεία είχε λάβει μέρος. Το πρώτο πράγμα που μας είπε, αφού της κάναμε ένα κομπλιμέντο για την εμφάνισή της. Νοσταλγούσε εκείνα τα χρόνια. Μόνο το Δημοτικό είχε τελειώσει. Δούλευε παρακόρη σε ράφτρα, μικρό κορίτσι μάθαινε τα καρικώματα και τα πατρόν. Χάζευε τις όμορφες πελάτισσες. Παντρεύτηκε πλούσιο άντρα, μαγεμένο από την ομορφιά της. Ζούσε στα πούπουλα για μια εποχή. Κάνανε έναν γιο. Ο άντρας της πέθανε νωρίς. Ο γιος μεγαλοπιάστηκε, σχεδόν την εγκατέλειψε, αφού πήρε το μεγάλο διαμέρισμα στο Κολωνάκι. Τώρα εκείνη ζούσε σ’ ένα παμπάλαιο, ξεφτισμένο σπιτάκι στην παραθαλάσσια κωμόπολη. Ακατοίκητο φαινόταν. Ίσως γιατί όλη μέρα τριγυρνούσε, σταματημό δεν είχε. Στη θάλασσα πήγαινε, την ομοειδή της. Στα μαγαζιά της παραλίας έτρωγε από την ελεημοσύνη ιδιοκτητών και πελατών. Την κεράσαμε. «Μας είπατε τόσα, αλλά όχι το όνομά σας», της είπα στο τέλος της μακράς της αφήγησης. «Ηλιοστάλακτη», απάντησε. Της ταίριαζε. Ξεχωριστό, φωτεινό, σπάνιο σαν εκείνη. Ήταν άραγε το αληθινό της; Της το δώρισαν οι γονείς της όταν είδαν το ηλιόλουστο μωρό; Ήταν χάρισμα του άντρα της; Ήταν δική της φαντασίωση;
Μόλις δυο μέρες μετά την ξέβρασε μια ακύμαντη, ήρεμη θάλασσα στην αμμουδιά. Ήταν ακίνητη, κοιμωμένη, όμορφη ακόμα. Είχε αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της, που κάλπαζε με ίλιγγο προς τη φθορά; Ήταν ηθελημένος ή αθέλητος, ήσυχος ή βασανιστικός πνιγμός; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Εκείνη πάντως ήταν μια βασίλισσα της θάλασσας, με τα φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά της σαν κορδέλες, με τα κοχύλια στα ρούχα της σαν στολίδια, με τις νωπές ρυτίδες ναυαγός, με τα στιλπνά πετραδάκια ανάμεσα στα δάχτυλα των γυμνών πελμάτων, με την άμμο ρούχο στο σώμα της, με τη θάλασσα την ίδια στα μάτια της για πάντα.
Στο αγγελτήριο της κηδείας δεν υπήρχε συγγενής. Μόνο το δικό της όνομα:
Ηλιοστάλακτη.
*Η Γιούλη Χρονοπούλου είναι φιλόλογος εκπαιδευτικός, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις Κλασικές Σπουδές από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (UCL) και διδακτορικού από το ΕΚΠΑ, ενώ είναι μέλος του ΔΣ του Ομίλου για την Ιστορική Εκπαίδευση στην Ελλάδα (ΟΙΕΕ). Από τις εκδόσεις «νήσος» κυκλοφορεί το βιβλίο της «Ο δρων λόγος. Ρητορική και Φιλοσοφία στο έργο του Σοφοκλή» (Αθήνα 2011) και η συλλογή διηγημάτων «Άρωμα φουζέρ» (Αθήνα 2015). Δημοσιεύει επιστημονικά άρθρα, βιβλιοκρισίες, κριτικά σημειώματα τέχνης και μικρές ιστορίες.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

