Η Ρωγμη
«Να σ’ αγναντεύω θάλασσα» – Ιστορίες του θέρους
Ένα μεσημέρι στις αρχές του Σεπτέμβρη, η κουφόβραση έπνιγε την Αθήνα από άκρη σ’ άκρη. Η ζέστη, βαριά και κολλώδης, σου καθόταν στον σβέρκο σαν βρεγμένο πανί κι έκανε τον ιδρώτα να τρέχει κρύος στη ραχοκοκαλιά. Πάνω από το λεκανοπέδιο, ο ουρανός είχε φορέσει ένα χρώμα άρρωστο, κιτρινωπό· μια πηχτή θολούρα από σκόνη που στέγνωνε τον αέρα και σκέπαζε τα πάντα, φιμώνοντας κάθε ήχο της πόλης κάτω από ένα βάρος αόρατο.

Από το Μενίδι ως το κέντρο, τα κτήρια ίδρωναν μπετόν και η άσφαλτος ανέδιδε τη στυφή μυρωδιά του καμένου λάστιχου και του καυσαερίου. Μοναδικός ήχος μες στη σιωπή του μεσημεριού ήταν ο μονότονος βόμβος των κλιματιστικών που δούλευαν ασταμάτητα, στάζοντας απόνερα πάνω στα ξερά πεζοδρόμια.
Ο κυρ Στάθης βγήκε στο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου μιας πολυκατοικίας στον Κόκκινο Μύλο. Ένα στενό μπαλκονάκι με ξεθωριασμένο μωσαϊκό στο δάπεδο και σκουριασμένα κάγκελα που άφηναν μια μεταλλική μυρωδιά στα χέρια του όποτε τ’ άγγιζε. Στη μια γωνιά, μερικές γλάστρες με ξεραμένο βασιλικό κι ένα γεράνι που πάλευε να κρατήσει ζωντανά δυο-τρία κιτρινισμένα φύλλα· παραδίπλα, μια ξεχαρβαλωμένη απλώστρα χωρίς ρούχα. Στην άλλη πλευρά, ένα μεταλλικό τραπεζάκι και δυο πλαστικές καρέκλες, λερωμένες από τις ξεραμένες κουτσουλιές των περιστεριών.
Ο Στάθης άναψε ένα τσιγάρο στεκόμενος μπροστά στην μπαλκονόπορτα και κοίταξε γύρω του βαριεστημένα. Έπειτα, σέρνοντας τις πάνινες παντόφλες του, πλησίασε τη μία καρέκλα και κάθισε, κάνοντας το ζεστό πλαστικό να τρίξει κάτω απ’ το βάρος του. Μόλις έσβησε ο ήχος, το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα τζιτζίκι, κρυμμένο κάπου στις γλάστρες, να γεμίζει τον αέρα με ένα μονότονο βουητό. Έφερε το τσιγάρο στο στόμα του, τράβηξε δυο μικρές ρουφηξιές κι άφησε τον καπνό να βγει γρήγορα απ’ τη μύτη του. Τότε, στο διπλανό διαμέρισμα, ο Τάκης άρχισε να καρφώνει κάτι στον τοίχο. Ο ξερός κρότος του σφυριού έφτασε στα αυτιά του Στάθη σαν υπενθύμιση. Σαράντα χρόνια οικοδόμος, είχε χτίσει σπίτια και σπίτια, και τούτο δω το δικό του, το είχε σηκώσει πέτρα την πέτρα.
Μόλις ο Τάκης σταμάτησε το κάρφωμα, ο Στάθης έγειρε το σώμα του εμπρός και κοίταξε πάνω στο τσίγκινο τραπέζι. Δίπλα στο τασάκι είχε ξεμείνει ένα φυλλάδιο που του είχαν δώσει στον φούρνο εχθές, ελαφρώς κολλημένο στο μέταλλο από την υγρασία της νύχτας. Το πήρε στα χέρια του και το διάβασε, μισοκλείνοντας τα μάτια κόντρα στο φως. Έγραφε: «Αγοράζω χρυσό – Σταυρούς, βέρες, λίρες». Χαμογέλασε με έναν ήχο κοφτό που θύμιζε βήχα. Τσαλάκωσε στη χούφτα του το χαρτί και το άφησε πάλι στο τραπέζι.
«Αυτό μας έλειπε…» μονολόγησε. «Να ξεπουλήσουμε και τις βέρες μας».
Ακούμπησε το μισοτελειωμένο τσιγάρο στο χείλος απ’ το τασάκι, παρατηρώντας για μια στιγμή τη λεπτή γραμμή καπνού που ανέβαινε ίσια πάνω· ύστερα τα μάτια του έψαξαν τα απέναντι κτήρια. Ήταν από κείνα τα μοντέρνα που είχαν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια πριν την κρίση και τώρα έστεκαν, όγκοι από τζάμια, αλουμίνια και μπετόν, εντελώς έρημα. Στα κάγκελα κρέμονταν ακόμα πινακίδες, «Πωλείται» και «Ενοικιάζεται», ξεθωριασμένες από τον ήλιο, κουρελιασμένες από τον αέρα, να κοπανιούνται στα σίδερα. Πουθενά γλάστρα, πουθενά κουρτίνα, πουθενά ζωή. Κουφάρια πολυτελείας που περίμεναν μάταια νοικοκύρη.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού και γύρεψε το τηλέφωνο. Σκέφτηκε για μια στιγμή να πάρει τον γιο του, μα τελικά άφησε την ιδέα και τράβηξε πίσω το χέρι του, άδειο. Ο Πέτρος νοίκιαζε μια παλιά γκαρσονιέρα στου Ζωγράφου και σπούδαζε Οικονομικά. Κι όποτε σμίγανε, η κουβέντα πήγαινε γρήγορα σε μετοχές, ομόλογα και γραφεία με κλιματισμό. Ο Στάθης ένιωθε καμάρι που ο γιος του δεν θα χρειαζόταν να τσακίσει τη μέση του στα γιαπιά, όπως εκείνος. Μα ο Πέτρος τον κρατούσε σ’ απόσταση· λες και φοβόταν πως ο πατέρας του θα τον παράσερνε πίσω στη ζωή από την οποία πάσχιζε να ξεφύγει.
Ένα φορτηγό πέρασε κάτω απ’ τον δρόμο και σήκωσε σκόνη. Ο Στάθης κούνησε το κεφάλι, νιώθοντας τον αέρα να κολλάει στον λαιμό του. Ύστερα άπλωσε το χέρι στο τασάκι κι έπιασε ξανά το τσιγάρο του, τραβώντας μια κοφτή ρουφηξιά.
Η φωνή της Τασούλας έσπασε τη σιωπή σαν σφυριά: «Στάθη! Έλα να φας!»
Έπειτα πήρε την ξύλινη κουτάλα κι ανακάτεψε την κατσαρόλα. Την έφερε στα χείλη μετά, δοκίμασε προσεχτικά και πρόσθεσε λίγο αλάτι. Αφού έσβησε το μάτι της κουζίνας και σκούπισε τις παλάμες στην ποδιά της, σήκωσε το πηγούνι τέρμα ψηλά για να ξεπιαστεί ο λαιμός της.
Το ταβάνι πάνω από τον φούρνο ήταν κατάμαυρο από την καπνιά, και το πλαϊνό του ψυγείου που έστεκε παραδίπλα είχε γεμίσει θαμπές μαυρίλες. Πίσω της, ο τενεκές των σκουπιδιών είχε ξεχειλίσει, ξερνώντας άδεια κουτιά από κονσέρβες, μουσκεμένα φίλτρα καφέ και λαδωμένες χαρτοπετσέτες. Στον πάγκο της κουζίνας, μια σειρά από άδεια μπουκάλια μπίρας στέκονταν αραδιασμένα το ένα πλάι στ’ άλλο, μαζεύοντας σκόνη.
«Θα κρυώσουν τα φασολάκια», ξαναφώναξε η Τασούλα.
Ο Στάθης έκανε να σηκωθεί, μα το βλέμμα του καρφώθηκε σε μια ρωγμή στον τοίχο, που ξεκινούσε πάνω απ’ το ύψος του τραπεζιού κι έφτανε μέχρι το δάπεδο. Ήταν εκεί από τον σεισμό του ’99. Δεκατρία χρόνια τώρα, η σκόνη είχε πετρώσει μέσα στο ρήγμα, κάνοντάς το να μοιάζει με ξεραμένη φλέβα πάνω στον κιτρινισμένο σοβά. Ακριβώς από πάνω της, βρισκόταν γαντζωμένο ένα άδειο κέλυφος από κάποιο έντομο, τόσο ξερό που έμοιαζε έτοιμο να θρυμματιστεί με το παραμικρό αεράκι. Ο Στάθης έγειρε το κεφάλι, μισόκλεισε τα μάτια και το παρατήρησε με προσοχή.
Το σύρσιμο μιας καρέκλας στο δάπεδο ακούστηκε απ’ το σαλόνι· η Τασούλα είχε καθίσει στο τραπέζι μονάχη. Εκείνος σηκώθηκε απότομα, γύρισε το βλέμμα στα άδεια κουφάρια των απέναντι πολυκατοικιών, έπιασε το παραγεμισμένο τασάκι απ’ το τραπέζι και το άδειασε με μια κίνηση στη γλάστρα με τον ξεραμένο βασιλικό, κοιτώντας τη στάχτη να ανακατεύεται με το χώμα.
«Στάθη! Θα κρυώσουν σου λέω!» φώναξε ξανά η Τασούλα, πιο έντονα αυτήν τη φορά, με τον ήχο από το πιάτο που ακούμπησε απότομα στο τραπέζι να φτάνει ως το μπαλκόνι.
«Έρχομαι…» απάντησε εκείνος βραχνά.
Το βλέμμα του γλίστρησε στη βάση των απέναντι κτιρίων, εκεί όπου είχε απομείνει ένα χαμόσπιτο πλάι στις καινούργιες πολυκατοικίες. Στο πίσω μέρος, οι κόκκινες τσίγκινες σκεπές μιας αποθήκης πύρωναν από την κάψα. Στη μικρή πλαϊνή αυλή, κάτω από ένα ξερακιανό δέντρο, ρήμαζαν μερικά φθαρμένα έπιπλα κήπου, ενώ το κιτρινισμένο χορτάρι ήταν σπαρμένο με μπάζα: τσουβάλια, σωλήνες και ρετάλια από μουσαμάδες. Ανάμεσά τους, ένας κατάλευκος γάτος με κομμένο αυτί τον κοιτούσε αδιάφορα.
Ο Στάθης γύρισε την πλάτη στη θέα των άδειων πολυκατοικιών και χώθηκε στο διαμέρισμά του, αφήνοντας την κάψα του μεσημεριού έξω από την μπαλκονόπορτα. Το ξύλινο τελάρο της σήτας χτύπησε πίσω του μ’ έναν ήχο ξερό· μια υπενθύμιση πως έπρεπε επιτέλους να σφίξει τις βίδες στην κάσα. Από πέρυσι δεν εφάρμοζε σωστά, και η Τασούλα γκρίνιαζε πως τα κουνούπια τρύπωναν μέσα.
Αντί να κατευθυνθεί προς την κουζίνα, ο Στάθης κοντοστάθηκε στο σαλόνι. Στη γωνία, ένας παλιός ανεμιστήρας γύριζε δεξιά-αριστερά κι αγκομαχούσε σε κάθε στροφή, ανακατεύοντας τον καυτό αέρα χωρίς να δροσίζει. Το βλέμμα του έπεσε στο κάτω συρτάρι του σύνθετου. Με μια ξαφνική παρόρμηση το τράβηξε, έπιασε ένα σταυροκατσάβιδο και γύρισε πίσω στην μπαλκονόπορτα. Γονάτισε βαριά, ρούφηξε την κοιλιά του κι άρχισε να σκαλίζει την κάσα.
Λίγα λεπτά μετά, η Τασούλα, χάνοντας την υπομονή της, σηκώθηκε από το τραπέζι και τον πλησίασε. Όταν τον είδε σκυμμένο να παλεύει με τις σκουριασμένες βίδες, το στόμα της έμεινε μισάνοιχτο. Στύλωσε το βλέμμα της πάνω του, λες και τον είχε πιάσει να ξηλώνει τα μωσαϊκά, και του φώναξε:
«Τι στο καλό κάνεις στα πατώματα, Στάθη; Έλα να φάμε!»
«Φτιάχνω τη σήτα, βρε γυναίκα…» απάντησε εκείνος ατάραχος, φυσώντας τον ιδρώτα που κόντευε να μπει στο μάτι του.
Η Τασούλα άφησε τα χέρια της να πέσουν στο πλάι κι έκανε ένα ακόμη βήμα προς το μέρος του.
«Είσαι με τα καλά σου;» τον ρώτησε. «Όλο το καλοκαίρι σε παρακάλαγα! Μας ήπιαν το αίμα τα κουνούπια απ’ τον Μάιο… και βρήκες τώρα να παίξεις τον μάστορα;»
Ο Στάθης ξεφύσησε βαριεστημένα. Χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, παράτησε το κατσαβίδι στο πάτωμα. Ύστερα στήριξε την παλάμη στο γόνατό του και σηκώθηκε με την πλάτη γυρισμένη στο σαλόνι. Δίχως να πει λέξη, έβγαλε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα από την τσέπη του και βγήκε ξανά στο μπαλκόνι, αφήνοντας την μπαλκονόπορτα να χάσκει ορθάνοιχτη.
~ Τέλος ~
*Ο Κωνσταντίνος Λίχνος γεννήθηκε στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και είναι απόφοιτος του Τμήματος Μηχανικών Πληροφορικής και Επικοινωνιών. Δραστηριοποιείται ενεργά στον λογοτεχνικό χώρο ως συνεργάτης των εκδόσεων Υψικάμινος, Αντιπρόεδρος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος και Αρχισυντάκτης Πεζογραφίας στο περιοδικό «Λογοτεχνικό Δελτίο». Δοκίμια και διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους πλήθους εκδοτικών οίκων (Σύγχρονη Εποχή, Άπαρσις, Κέφαλος, Διάνοια, Γράφημα, Υψικάμινος).
Το 2022 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του «Αδιέξοδοι καιροί» (Γράφημα) και το παραμύθι «Ανοσοήρωες εναντίον Μικροβλαβερούληδων» (Άπαρσις), το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Κοινωνικής Προσφοράς. Το 2023 ακολούθησαν η νουβέλα «Διάστρεμμα» και το φιλοσοφικό δοκίμιο «Μετανεωτερικότητα και ρεαλισμός» (Γράφημα). Το 2024 εξέδωσε τα διηγήματα «Ο βράχος τού Σίσυφου» (Γράφημα) και «Δύο πόντοι πάνω απ’ τη γάμπα» (Υψικάμινος), ενώ τον Δεκέμβριο του 2025 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, «Οι αχθοφόροι» (Υψικάμινος).
Παράλληλα, συμμετέχει σε συλλογικές εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, τόσο σε ποιητικές συλλογές («Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου», «Δώδεκα ώρες στον ήλιο» – 2023) και πεζογραφίας («Κάποτε στην Ελλάδα» – 2022, «Πατησίων & Βερανζέρου γωνία» – 2023), όσο και σε τόμους επιστημονικών δοκιμίων.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
