Ο Πουλουδας

«Ξέρεις ποιον τράκαρα στην Εξηντάρα; Τον Γιάννη. Χρόνια είχε να φανεί στη γειτονιά»

Να σ’ αγναντεύω θάλασσα» – Ιστορίες του θέρους

Μόλις μπήκα, ακούμπησα βιαστικά τις σακούλες με τα ψώνια στο τραπέζι της κουζίνας. Πρώτη φορά τέτοια ώρα δεν τη βρήκα μπροστά στη μαντεμένια μασίνα, πάνω από τις κατσαρόλες της.

«Μαρίκα, πού είσαι;» την κάλεσα με τρεμάμενη φωνή.

«Εδώ, Ανέστη, ακόμη εδώ! Ξεκουράζομαι», αποκρίθηκε εκείνη γελώντας από την κρεβατοκάμαρα. «Πήγες από του “Ντερλικατέσεν”, όπως σου είπα;»

«Ναι, μάνα. Από του Περβανά», τη διόρθωσα. «Σου πήρα κι από εκείνη τη βραστή μορταδέλα με το χοντρό πράσινο πιπέρι και το περίεργο σχήμα που είναι σαν στρόγγυλη φρατζόλα».

Και συνέχισα να φωνάζω, όσο τακτοποιούσα τα ψώνια στα ντουλάπια και στο ψυγείο:

«Ξέρεις ποιον τράκαρα στην Εξηντάρα;[1] Τον Γιάννη. Χρόνια είχε να φανεί στη γειτονιά».

Δεν μου απάντησε.

Αμέσως κατάλαβα και άλλαξα την κουβέντα μου.

«Τον Γιάννη, τον Πουλουδά, ντε!»

Καλή, χρυσή και άγια η κυρα-Μαρίκα. Πρόσχαρη, συμπονετική και πάντα ευγενική με τους ξένους, αλλά είχε ένα κρυφό χούι. Εκτός από τα μέλη της οικογένειάς της, σε όλους τους άλλους έδινε παρατσούκλια. Τους βάφτιζε με άλλο όνομα από το χριστιανικό τους, το οποίο μοιραζόταν μόνο με τον γιο της, και είχε την απαίτηση να τους αποκαλεί έτσι· αλλιώς έκανε πως δεν καταλάβαινε.

Παραδείγματος χάριν: την κοτσομπόλα της γειτονιάς την έλεγε «Της γης τ’ αφτί», την καλύτερή της φίλη «Μποχτσά», την κόρη της «Κοκότα» και ο κατάλογος δεν είχε τελειωμό: ο Γουρουνάς, ο Κατσικάς, ο Μπόρδος, ο Γαλατάς, ο Ταμπεραμέντος, ο Γλάρος, ο Κωλοτούμπας, η Λησμονημένη, τα Ονειροπαρμένα, ο Διάολος, ο Στούπερμαν…

«Τι λέει ο Πουλουδάς; Μαύρη πέτρα έριξε πίσω του από τότε που έπιασε το λαχείο. Ανάθεμα σ’ εκείνη την Κοκότα, που πήγε κι έμπλεξε και του τα τρώει. Τον πήρε κι έφυγαν σε άλλη γειτονιά, για να μη μαρτυρήσουμε τις πομπές της!» ακούστηκε η φωνή της, σιγανή και λιγάκι εξουθενωμένη.

«Τι να πει; Ίδιος κι απαράλλαχτος, όπως τον ήξερες. Χέρια και πόδια σαν τσακνάκια,[2] αλλά η κοιλιά τούρλα – λες και είναι από εκείνα τα υποσιτισμένα παιδιά που βλέπαμε στην τηλεόραση. Μαυριδερός, με τα πατομπούκαλα στα μάτια, που τα κάνουν να γουρλώνουν σαν του μπούφου».

«Εσύ πας πίσω; Ακόμη στα δεκαοκτώ είσαι και έχεις τέσσερις βαθμούς μυωπία», ψέλλισε εκείνη, ίσα που να μην την ακούσω.

«Το μόνο που άλλαξε πάνω του είναι το μαλλί. Όχι, όχι, δεν άσπρισε· το σχέδιο άλλαξε. Εκείνη την τούφα που είχε στην κορφή και τη χτένιζε μπροστά, βάζοντας χυμό λεμονιού για να κοκαλώνει και να καλύπτει την καράφλα, τώρα τη χωρίζει στα δύο: φέρνει τη μισή ως το αριστερό αφτί και την άλλη ως το δεξί», γκάρισα για τελευταία φορά και, αφού είχα τακτοποιήσει τα ψώνια όπως μου είχε δείξει, πήγα κοντά της.

«Αλήθεια, κόντεψε να πέσει πάνω μου, καθώς στριφογύριζε την γκλίτσα στο χέρι σαν τον Σαρλό. Όσο κι αν προχωρήσει η επιστήμη, ό,τι γυαλιά κι αν του γράψει ο γιατρός, γκαβούλιακας θα μείνει. Είπε μια βιαστική καλημέρα, κοιτώντας τα παπούτσια του, και τράβηξε προς τον μπαξέ του παππού του, προς το δασάκι».

Χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου και μια ανησυχία σκέπασε το βλέμμα μου.

«Μη σκιάζεσαι, καλά είμαι. Μια δύσπνοια έχω από το πρωί. Θα φταίει αυτός ο καταραμένος καύσωνας», με καθησύχασε και συνέχισε: «Να, κάτσε εδώ σιμά να σου πω για τον Πουλουδά». Ως έφηβος, είχα ακούσει πολλές φορές την ιστορία, αλλά δεν της χάλασα το χατίρι.

«Ήταν δεν ήταν δυο χρονών, όταν τη μάνα του την πάτησε το λεωφορείο. Που κακό χρόνο να ’χει εκείνος ο Μεθύστακας, ο οδηγός. Γύρναγε από το σκυλάδικο, το Στορκ, όπου τα είχε κοπανήσει για χάρη της Μαιρούλας της Τραγουδιάρας, και ούτε που ένιωσε τη γυναικούλα κάτω από τις ρόδες του.

Μετά τα σαράντα, το ίδιο βράδυ, ο πατέρας του, ο Αδιάβαστος, πήρε το δίκαννο, το έχωσε στο στόμα και πάει.

Ο καημένος ο παππούς του έμεινε με ένα νιάνιαρο, που ακόμη ζητούσε το βυζί και άλλαγμα. Μόλις είχε βγει στη σύνταξη ο άνθρωπος. Τσομπάνος ήταν και είχε όλο κι όλο έναν μπαξέ. Πούλαγε στο παζάρι ντομάτες, πιπέρια, άντε και καμιά πατάτα ή λάχανα τον χειμώνα στα γηρατειά.

Φτώχεια καταραμένη, βρόμαγαν τα χνώτα τους· αλλά δεν τον έδωσε τον Πουλουδά. Τον ανέστησε με χίλιες δυο στερήσεις. Για να του πάρει εκείνα τα πρώτα γυαλιά, έναν ολόκληρο χρόνο, κάθε Κυριακή, την έβγαζε έξω από την εκκλησιά με το χέρι απλωμένο. Ώσπου δεν άντεξε ο παπα-Δημήτρης…» –Μπα, πώς της ξέφυγε, σκέφτηκα· κανονικά θα τον αποκαλούσε Τραγόπαπα– «…και του δάνεισε το υπόλοιπο ποσό, αφού έβγαλε δίσκο στον Αϊ-Γιώργη».

Πήρε μια ανάσα, ανασηκώθηκε ακουμπώντας στην πλάτη του κρεβατιού, κατάπιε μια γουλιά νερό από το ποτήρι που είχε πλάι της στο κομοδίνο και συνέχισε:

«Το μωρό, όμως, ήθελε και παιχνίδια. Τι να κάνει ο Τσομπάνος; Το μόνο που ήξερε ήταν να παίζει την γκλίτσα, τη φλογέρα και να σκαλίζει με τον σουγιά το ξύλο. Για φλογέρα ήταν μικρό το παιδί, οπότε σκάλιζε λογής λογής πετεινά του ουρανού σε μικρά κομμάτια από καραγάτσι και του τα έδινε. Πριν πάει ακόμη στο σχολειό, ο Πουλουδάς ήξερε όλες τις ράτσες που ζούσαν στη Ροδόπη.

Μόλις πάτησε τα εφτά, τα ξύλινα ομοιώματα δεν ήταν αρκετά και χρειάστηκε να βρει κάτι άλλο για να εκτονώνει την ενέργειά του. Εκείνο που ήξερε να κάνει καλά ο παππούς –εκτός από την ξυλογλυπτική– ήταν να παγιδεύει πτηνά. Γύρω γύρω από την παράγκα τους, στο κτήμα, ήταν κρεμασμένα δεκάδες κλουβιά με ό,τι ήθελες: καρδερίνες, σπίνους, τσουρτσουλιάνους, ακόμη και τσίχλες, κοτσύφια, μαυροπούλια και γκουγκουχτούρες.

Δίδαξε, λοιπόν, στον μικρό πώς να φτιάχνει ξόβεργες, να στήνει καπάντζες με κόσκινο (εκείνο το οικοδομικό που χωρίζει την άμμο από το χαλίκι πριν φτιάξεις τον σοβά) και να χειρίζεται το δίχτυ.

Ολημερίς, πού τους έβρισκες, πού τους έχανες, στο δασάκι ή στα χωράφια ως το Κόσμιο· κι αργότερα, όταν μεγάλωσε κι άλλο το παιδί, ως τον Ίμερο και τη Μαρώνεια, να στήνουν τις παγίδες. Μυαλό για διάβασμα ο νεαρός δεν είχε· εκείνο που ήξερε καλύτερα απ’ όλους –ακόμη κι από τον παππού του– ήταν να φτιάχνει κόλλα για τις ξόβεργες.

Εκείνα τα χρόνια, ούτε λεφτά υπήρχαν ούτε ειδικές κόλλες λογιών λογιών όπως σήμερα. Έπαιρνε και έγδερνε τις σόλες από παλιά παπούτσια, που ήταν από κρεπ, άναβε φωτιά και, μέσα σ’ ένα ντενεκεδάκι από “Νουνού”, τις έλιωνε, αφού πρώτα πρόσθετε κάποιες σταγόνες νέφτι. Εκεί ήταν όλο το μυστικό: να γίνει το μείγμα τόσο όσο· να μην κολλούν γερά τα φτερά, για να μπορεί κατόπιν να τα αποκολλά ζωντανά.

Ύστερα, έκοβε ένα κλαδί από βυσσινιά, κερασιά ή λεύκα, ίσα με ενάμισι-δυο μέτρα. Ξάκριζε όλα τα κλαράκια, αφήνοντας πάνω στον κεντρικό κορμό ένα υπόλοιπο γύρω στα πέντε εκατοστά. Από καλάμια έφτιαχνε αντίστοιχου μήκους κομμάτια και τα προσάρμοζε πάνω σ’ αυτά τα πέντε εκατοστά. Τα κλαράκια δεν τα πετούσε· αντιθέτως, τα βούταγε καλά καλά στην κόλλα που είχε φτιάξει και τα τοποθετούσε ξανά στη θέση απ’ όπου τα είχε κόψει – αυτήν τη φορά, όμως, χώνοντάς τα στα κούφια κομμάτια από καλάμι.

Όλο αυτό το κατασκεύασμα το έστηνε κοντά σε τσιλιγγίρια ή σε σημεία που είχε από πριν εντοπίσει πως κατέβαιναν μικρά πτηνά για να φάνε. Μόλις κανένα καψερό προσγειωνόταν στο κλαράκι με το λιωμένο κρεπ, κολλούσε, έπεφτε κάτω μαζί με το ξύλο και δεν μπορούσε να απογειωθεί. Έτρεχε τότε ο Πουλουδάς, που παραμόνευε από μακριά, το ξεκολλούσε, το καθάριζε και το έβαζε στο κλουβί».

Άκουγα δίχως να βγάζω άχνα – ίσα που ανάσαινα. Όσο η Μαρίκα μού έλεγε το παραμύθι, ανακαλούσα στη μνήμη μου τις φορές που ακολούθησα τον Γιάννη σε κάποιο από τα κυνήγια του, πριν γίνει πλούσιος.

«Έτσι έβγαλε το Λύκειο, σκούντα σκούντα, με τον παππού να παρακαλεί τους δασκάλους ή να τους χαρίζει ωδικά πτηνά. Το καλοκαίρι εκείνο, όμως, ο κηδεμόνας του τον άφησε. Πώς να επιβίωνε το παλικάρι με έναν μπαξέ και μια παράγκα;

Τη μόνη τέχνη που του έμαθε την έκανε επάγγελμα. Πούλαγε τα ζαρζαβάτια και τα πουλιά στα παζάρια, ώσπου, στα σαράντα του, έπιασε το λαχείο. Τότε ήταν που τον διπλάρωσε η Νίτσα, η Κοκότα – συνομήλική του, που είχε χάσει μόλις τη μάνα της. Είχε αρχίσει, βλέπεις, να στεγνώνει η μπογιά της. Έριξε τα δίχτυα της στο πτηνό του και τον μάγεψε.

Σαράντα εκατομμύρια δραχμές, διέδιδε της γης τ’ αφτί, πως κέρδισε στο κρατικό. Αφού τον στεφανώθηκε, τον έβαλε να πάρει σπίτι κι αυτοκίνητο, μετακόμισαν σε άλλη γειτονιά και χάθηκαν».

Ένας αχός σάρωσε το στήθος της κι ένας παρατεταμένος βήχας την κυρίευσε. Έντρομος τη ρωτούσα ξανά και ξανά:

«Είσαι καλά;»

Μόλις κόπασε η κρίση, πήρε μια ανάσα για να μου πει:

«Μη φοβάσαι! Στα γκαβά τα πουλιά χτίζει ο Θεός φωλιά!»

* Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen Γερμανίας, 1971) κατάγεται από την Κίρκη του Έβρου και ζει στην Κομοτηνή. Είναι βιβλιοθηκονόμος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, συντάκτης στα περιοδικά «Εξιτήριον» και «Λογοτεχνικό Δελτίο», καθώς και μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και στην εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης»· κάποια έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά, αλβανικά και αγγλικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Τεταρτημόρια» (Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2019), «Ρετάλια» (Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020), «Το κοιμώμενο τσίρκο» (Εξιτήριον, free ebook, 2021 & ιδιωτική έκδοση), «Τα κόκκινα πουλιά» (Δρόμων, Αθήνα 2022), «Νήσος Κίρκη» (Δρόμων, Αθήνα 2024). Η ανθολογία ποιημάτων του «Σπίρτα στο σκοτάδι» (Cerillas en la oscuridad) κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τις εκδόσεις Padilla Libros (Sevilla, 2025) σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado.


[1] Μικρή πλατεία της Κομοτηνής, επί της οδού Ζυμβρακάκη.

[2] Τσκακνάκι= μεταφορικά το αδύνατο, λεπτό μέλος.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.