Μια γυναικα απεναντι στη ληθη της ιστοριας

Ελένη Πριοβόλου, «Η βίβλος της Ιώβ», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2026, σ. 352.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

«Η βίβλος της Ιώβ», το τελευταίο έργο της Ελένης Πριοβόλου, μπορεί να διαβαστεί ως ένα μυθιστόρημα για μια σπουδαία (αλλά άγνωστη ως επί το πλείστον) αντισυμβατική γυναίκα που έζησε και έδρασε στα τέλη του 19ου αι. με αρχές του 20ού, αγωνιζόμενη για τη γυναικεία χειραφέτηση, τη γλώσσα και την ανθρωπιστική παιδεία. Η σημασία του, όμως, ξεπερνά κατά πολύ τη βιογραφική ανασύσταση της ζωής της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου.

Η «Βίβλος» ως ιδεολογική συνέχεια του «Παμπλέκη»

Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να ειπωθεί πως συνομιλεί υπόγεια με το προηγούμενο μυθιστόρημα της συγγράφισσας Πριοβόλου, «Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2024) για τον Χριστόδουλο Παμπλέκη, δημιουργώντας έναν άτυπο κύκλο γύρω από πρόσωπα που συγκρούστηκαν με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής τους και πλήρωσαν το τίμημα της ελευθερίας της σκέψης τους. Ο Χρ. Παμπλέκης, ο ριζοσπάστης εκπρόσωπος του ελληνικού Διαφωτισμού, χαρακτηρίστηκε από την εκκλησιαστική εξουσία «υιός του Σατανά», επειδή αμφισβήτησε κατεστημένες θρησκευτικές και κοινωνικές βεβαιότητες. Η Αλ. Παπαδοπούλου, η «Σατανίσκη», με διαφορετικό τρόπο, θα βιώσει έναν ανάλογο αποκλεισμό: η γυναίκα που μορφώνεται, γράφει, διδάσκει και διεκδικεί δημόσιο λόγο θεωρείται απειλητική για μια κοινωνία που τη θέλει περιορισμένη στον ιδιωτικό χώρο. Η Πριοβόλου αναδεικνύει έτσι δύο μορφές «αιρετικών», όχι με την έννοια της θρησκευτικής παρέκκλισης, αλλά με την έννοια εκείνων που τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα όρια της εποχής τους.

Η Αλεξάνδρα – η γυναίκα, η δασκάλα, η πατριώτισσα, η συγγράφισσα

Η Αλ. Παπαδοπούλου υπήρξε μία από τις πρώτες σημαντικές Ελληνίδες πεζογράφους και δημοσιογράφους, δασκάλα και δημοτικίστρια. Η ζωή της, όπως αναπλάθεται στο μυθιστόρημα, είναι η πορεία μιας γυναίκας που αρνείται να δεχτεί ότι το φύλο της αποτελεί περιορισμό της πνευματικής της υπόστασης. Τη συναντάμε το 1906, λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο του στομάχου στο νοσοκομείο Μπουλουκλί της Κωνσταντινούπολης, να αναβιώνει όσα έζησε στην ανήσυχη και μεταβατική εποχή, κάπου στα τέλη του 19ου αι., ταξιδεύοντάς μας από τη Βλάγκα και το Χάσκιοϊ της Πόλης ως τη Σηλυβρία, κι από το Βουκουρέστι στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, το Μελένικο και τη Βιέννη.

«Ιδιαίτερη θέση στο μυθιστόρημα καταλαμβάνει και η δράση της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πανσλαβισμός και η βουλγαρική επιρροή αποτελούσαν έντονες πολιτικές και πολιτισμικές προκλήσεις για τον ελληνισμό της περιοχής. Η Αλ. Παπαδοπούλου συμμετέχει σε αυτήν την προσπάθεια με κίνδυνο της ζωής της, μέσα από τη διδασκαλία της, αλλά και μέσα από τη διάδοση του περιοδικού “Η Διάπλασις των Παίδων”, αναλαμβάνοντας καίριες θέσεις στην εκπαίδευση»

Υπήρξε μαχητική, διεκδικητική, ανεξάρτητη, αλλά συγχρόνως βαθιά ανθρώπινη: μια γυναίκα με πάθη, αντιφάσεις, ανάγκη για φιλία, έρωτα κι αναγνώριση. Η Πριοβόλου, πλάθοντάς τη, δεν δημιουργεί ένα άψυχο πρότυπο χειραφετημένης γυναίκας, αντίθετα δημιουργεί έναν ζωντανό χαρακτήρα που παλεύει με τις εξωτερικές απαγορεύσεις, αλλά και με τις εσωτερικές της αμφιβολίες.

Η συγγραφέας επιλέγει αυτήν τη φορά να φωτίσει μια προσωπικότητα που δεν περιορίστηκε στη λογοτεχνική δημιουργία. Η Αλ. Παπαδοπούλου υπήρξε πρώτα απ’ όλα παιδαγωγός. Η διδασκαλία για εκείνη δεν ήταν μια απλή επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά μια μορφή κοινωνικής παρέμβασης. Πίστευε στη δύναμη της παιδείας να διαμορφώσει ελεύθερους ανθρώπους και όχι απλώς πειθαρχημένους μαθητές – και κυρίως μαθήτριες. Η στάση της απέναντι στη γνώση, η έμφαση στη δημώδη γλώσσα που χρησιμοποιούσε, αλλά και στην καλλιέργεια της σκέψης και στη συμμετοχή των μαθητών στη διαδικασία της διδασκαλίας (παρά το δασκαλοκεντρικό σύστημα που με σθένος αντιστρατεύτηκε) αποκαλύπτουν μια σύγχρονη παιδαγωγική αντίληψη, πολύ μπροστά από τα δεδομένα της εποχής της.

Παράλληλα, και η λογοτεχνία της είχε έναν σαφή προσανατολισμό. Τα διηγήματά της δεν γράφονταν μόνο για αισθητική απόλαυση· υπηρετούσαν πάντα έναν σκοπό. Η γραφή της γίνεται μέσο διαμόρφωσης συνείδησης, κοινωνικής ευαισθησίας και εθνικής αφύπνισης. Σε μια εποχή που η λογοτεχνία συχνά συνδεόταν με την ιδέα της παιδείας του έθνους, η Αλ. Παπαδοπούλου χρησιμοποίησε την πένα της ως εργαλείο παρέμβασης. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πριοβόλου επιμένει σε αυτήν την πλευρά της προσωπικότητάς της: η ηρωίδα της δεν είναι μόνο μια γυναίκα που αγωνίζεται για τον εαυτό της, αλλά μια διανοούμενη που θεωρεί ότι έχει ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.

Ιδιαίτερη θέση στο μυθιστόρημα καταλαμβάνει και η δράση της στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πανσλαβισμός και η βουλγαρική επιρροή αποτελούσαν έντονες πολιτικές και πολιτισμικές προκλήσεις για τον ελληνισμό της περιοχής. Η Αλ. Παπαδοπούλου συμμετέχει σε αυτήν την προσπάθεια με κίνδυνο της ζωής της, μέσα από τη διδασκαλία της, αλλά και μέσα από τη διάδοση του περιοδικού «Η Διάπλασις των Παίδων», αναλαμβάνοντας καίριες θέσεις στην εκπαίδευση.

Σε αυτό το σημείο ίσως να βρίσκεται και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του βιβλίου. Η ηρωίδα θα ήταν λάθος να κατανοηθεί ως προσωπικότητα μονάχα μέσα από τη (σύγχρονη) οπτική της γυναικείας χειραφέτησης. Ανήκει σε μια εποχή όπου οι αγώνες για το φύλο, τη γλώσσα, την παιδεία και την εθνική ταυτότητα ήταν αλληλένδετοι. Και η Πριοβόλου κατορθώνει να δείξει αυτήν την πολυπλοκότητα χωρίς να την απλοποιεί. Αυτή η σχεδόν «ονειρώδης» εξομολόγηση (εσωτερικός μονόλογος) της Αλεξάνδρας, που φτάνει κάποιες στιγμές στα όρια του αυτοσαρκασμού και του χιούμορ, αλλά συνάμα είναι ενδεικτική των αγωνιών της για τη γλώσσα και την εθνική ταυτότητα, της αγάπης της προς τις μαθήτριές της, αλλά και βαθιά περιγραφική των δικών της γυναικείων αναγκών, των απογοητεύσεών της, του ανεκπλήρωτου έρωτά της για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, μας αποκαλύπτει τον πολύπλευρο χαρακτήρα της, που έπραττε, δρούσε, έπεφτε στη φωτιά δίχως να υπολογίζει τις συνέπειες, μια αληθινή Αμαζόνα της εποχής της, ενώ ταυτόχρονα έκρυβε επιμελώς τα τραύματα από τις προσωπικές της διαψεύσεις.

«“Η βίβλος της Ιώβ” είναι τελικά ένα μυθιστόρημα για την ελευθερία της σκέψης, τη δύναμη της παιδείας και το κόστος της πρωτοπορίας. Η Ελένη Πριοβόλου, φανατική συλλέκτρια των ψιλών γραμμάτων της ιστορίας που σωρεύει άγραφες κι αποσιωπημένες στιγμές της, δεν αναζητά απλώς μια λησμονημένη συγγραφέα του παρελθόντος. Αναζητά το διαχρονικό ερώτημα: τι συμβαίνει σε εκείνους που τολμούν να προηγηθούν της εποχής τους; Η απάντησή της είναι η ίδια η πράξη της γραφής. Γιατί η ιστορία μπορεί κάποτε να σιωπήσει – εξάλλου τη γράφει η εξουσία συνήθως κατά το δοκούν, αλλά η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να επαναφέρει τις φωνές που θα αξίζουν πάντα να ακουστούν»

Απέναντι σε αυτήν τη θαρραλέα στάση ζωής που καθοδηγείται από το όραμά της στέκει ένας κόσμος διαποτισμένος από τη νοοτροπία του Φαναριωτισμού: ένας κόσμος ιεραρχιών, κοινωνικών συμβάσεων και συντηρητισμού. Η Αλ. Παπαδοπούλου συγκρούεται σθεναρά με την αντίληψη ότι η γυναίκα πρέπει να παραμένει σιωπηλή, με την καχυποψία απέναντι στις νέες ιδέες, τις παιδαγωγικές μεθόδους, και κυρίως της χρήσης της δημώδους γλώσσας, αλλά και με την άρνηση της κοινωνίας να αποδεχτεί την πνευματική ισότητα των δύο φύλων. Η σύγκρουσή της δεν είναι μόνο προσωπική· είναι σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του κόσμου.

Ο διάλογος με τη Γεωργία Σάνδη

Κεντρικό ρόλο στο μυθιστόρημα έχει η σχέση της με τη Γεωργία Σάνδη. Η παρουσία της Γαλλίδας συγγράφισσας λειτουργεί ως διάλογος Ανατολής και Δύσης. Και οι δύο γυναίκες έχουν επηρεαστεί από τις ιδέες του Διαφωτισμού, όμως τις βιώνουν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα. Η Σάνδη ανήκει σε μια Ευρώπη όπου η γυναικεία παρουσία στη δημόσια ζωή έχει ήδη αρχίσει να διεκδικεί τον χώρο της, καθώς η αυτοδιάθεση της γυναίκας αρχίζει λίγο λίγο να παίρνει σάρκα και οστά. Η Αλ. Παπαδοπούλου όμως αγωνίζεται μέσα σε μια κοινωνία που αυτά τα δικαιώματα μοιάζουν ακόμη μακρινά. Έτσι, ο μόνος τρόπος να απελευθερωθεί ως μυθιστορηματική ηρωίδα είναι μέσα από τη ζωή της Γεωργίας Σάνδη. Εκείνη γίνεται για την Αλεξάνδρα ένας καθρέφτης. Μέσα από αυτήν βλέπει τη δυνατότητα ύπαρξης που ακόμη παλεύει να κατακτήσει. Η σχέση τους δεν είναι απλώς φιλολογική· είναι μια πνευματική συνομιλία δύο γυναικών που αναζητούν την ελευθερία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην επιλογή της Πριοβόλου η ηρωίδα να συνδιαλέγεται με τη Γεωργία Σάνδη μπορεί να έχει και η υπαινικτική αναθεώρηση μιας παλαιότερης κριτικής στάσης της Παπαδοπούλου απέναντι στον «ανδρικό» τρόπο γραφής της Σάνδη. Σαν να αναγνωρίζει, με την ωριμότητα του χρόνου, ότι πίσω από τη συγγραφική μορφή που κάποτε έκρινε αυστηρά υπήρχε μια γυναίκα που είχε ήδη ανοίξει δρόμους για τις επόμενες, μια γυναίκα που δεν έγραφε σαν άντρας, αλλά αυτόνομα, επιθυμώντας να κατακτήσει τη ζωή της ολομόναχη.

Ο τίτλος του βιβλίου

«Η βίβλος της Ιώβ» αποτελεί ίσως το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρου του έργου. Η αναφορά στον βιβλικό Ιώβ παραπέμπει εύλογα στη δοκιμασία και στην αντοχή απέναντι στις αντιξοότητες. Όπως ο βιβλικός Ιώβ άντεξε όλες τις δοκιμασίες και δεν έπαψε να ακολουθεί τον δικό του αξιακό κώδικα, έτσι και η Αλ. Παπαδοπούλου. Όμως η Πριοβόλου δεν συνηθίζει να σταματά στο πρώτο επίπεδο, μεταφέρει το σύμβολο σε ένα νέο πεδίο: ο Ιώβ γίνεται μια γυναίκα που δοκιμάζεται από την κοινωνία, από τις προκαταλήψεις, από την άρνηση των άλλων να αποδεχτούν την ανεξάρτητη σκέψη της. Αποκτώντας αυτήν τη θηλυκή ταυτότητα, αμέσως μας παραπέμπει και στο ερώτημα που η ίδια η αφηγήτρια θέτει μέσα στο κείμενο: «Γιατί ο άνθρωπος να μην καλείται η άνθρωπος;» Όσο για τη «Βίβλο», δεν εκπροσωπεί εδώ μόνο ένα ιερό βιβλίο. Είναι το βιβλίο της μνήμης, η καταγραφή μιας ζωής που κινδύνευσε να ξεχαστεί. Η Πριοβόλου γράφει μια νέα σελίδα της ιστορίας, αυτήν τη φορά από την πλευρά εκείνων που έμειναν στο περιθώριο. Η λογοτεχνία γίνεται έτσι πράξη αποκατάστασης.

«Η βίβλος της Ιώβ» είναι τελικά ένα μυθιστόρημα για την ελευθερία της σκέψης, τη δύναμη της παιδείας και το κόστος της πρωτοπορίας. Η Ελένη Πριοβόλου, φανατική συλλέκτρια των ψιλών γραμμάτων της ιστορίας που σωρεύει άγραφες κι αποσιωπημένες στιγμές της, δεν αναζητά απλώς μια λησμονημένη συγγραφέα του παρελθόντος. Αναζητά το διαχρονικό ερώτημα: τι συμβαίνει σε εκείνους που τολμούν να προηγηθούν της εποχής τους; Η απάντησή της είναι η ίδια η πράξη της γραφής. Γιατί η ιστορία μπορεί κάποτε να σιωπήσει – εξάλλου τη γράφει η εξουσία συνήθως κατά το δοκούν, αλλά η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να επαναφέρει τις φωνές που θα αξίζουν πάντα να ακουστούν.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.