Μεδουσες, λαγοκεφαλος και κλιματικη αλλαγη: Πως αλλαζει το θαλασσιο οικοσυστημα στο Βορειο Αιγαιο

Ο ερευνητής του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας Αθανάσιος Ευαγγελόπουλος εξηγεί τι συμβαίνει με τις μέδουσες, τον λαγοκέφαλο και τις αλλαγές που καταγράφονται στις ελληνικές θάλασσες

Με το καλοκαίρι να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και χιλιάδες πολίτες να επισκέπτονται καθημερινά τις παραλίες της Βόρειας Ελλάδας, οι συζητήσεις γύρω από την παρουσία μεδουσών και λαγοκέφαλων στις ελληνικές θάλασσες έχουν επανέλθει δυναμικά. Οι εικόνες από παραλίες όπου εμφανίζονται μέδουσες, αλλά και τα δημοσιεύματα σχετικά με τον λαγοκέφαλο, έχουν δημιουργήσει ερωτήματα αλλά και ανησυχία στους λουόμενους και στους επαγγελματίες της αλιείας.

Πόσο επικίνδυνα είναι τελικά αυτά τα θαλάσσια είδη; Έχουν αυξηθεί πραγματικά οι πληθυσμοί τους ή απλώς συζητούνται περισσότερο; Πώς επηρεάζει η κλιματική αλλαγή το θαλάσσιο οικοσύστημα και ποιες αλλαγές παρατηρούν οι επιστήμονες στο Βόρειο Αιγαίο;

Απαντώντας στα παραπάνω ερωτήματα έδωσε, μιλώντας στο Ράδιο Παρατηρητής, ο ερευνητής του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας κ. Αθανάσιος Ευαγγελόπουλος, παρουσιάζοντας τη σημερινή εικόνα του θαλάσσιου περιβάλλοντος αλλά και τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν επιστήμονες, αλιείς και πολίτες.

Οι μέδουσες δεν είναι καινούργιο φαινόμενο

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που απασχόλησαν τη συζήτηση ήταν η αυξημένη παρουσία καφέ μεδουσών σε παραλίες της Ροδόπης τις προηγούμενες εβδομάδες. Πολλοί λουόμενοι αναρωτήθηκαν αν πρόκειται για ακίνδυνα είδη ή θα πρέπει να αποφεύγουν την επαφή μαζί τους.

Όπως εξήγησε ο κ. Ευαγγελόπουλος, οι όροι τσούχτρα και μέδουσα χρησιμοποιούνται ουσιαστικά για τον ίδιο οργανισμό και δεν υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ τους.

Η συγκεκριμένη καφέ μέδουσα που εμφανίστηκε στην περιοχή είναι η λεγόμενη «μέδουσα πυξίδα», η οποία αναγνωρίζεται εύκολα από τις χαρακτηριστικές καφέ λωρίδες στην καμπάνα της.

Ο κ. Ευαγγελόπουλος υπογράμμισε ότι υπάρχει λόγος αισιοδοξίας μόνο εφόσον υπάρξει ουσιαστική προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Παρότι ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν σε τοπικό επίπεδο, υπάρχουν σημαντικοί τομείς στους οποίους η κοινωνία μπορεί να παρέμβει. Η μείωση της θαλάσσιας ρύπανσης, η ορθολογική διαχείριση της αλιείας και η προστασία των οικοσυστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε οι ελληνικές θάλασσες να παραμείνουν υγιείς και παραγωγικές.

Παρότι το τσίμπημα της είναι επώδυνο, δεν σημαίνει ότι οι λουόμενοι πρέπει να πανικοβάλλονται.

Όπως εξήγησε, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν οι συγκεντρώσεις των μεδουσών είναι μεγάλες. Καθώς αυξάνεται η πιθανότητα επαφής κατά την κολύμβηση.

«Αν υπάρχουν πολλά άτομα σε μια παραλία, καλό είναι να είμαστε πιο προσεκτικοί, καθώς το τσίμπημα του συγκεκριμένου είδους μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνο», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Γιατί εμφανίζονται περισσότερες μέδουσες;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τίθενται κάθε καλοκαίρι είναι αν οι μέδουσες αυξάνονται πραγματικά ή αν απλώς πλέον παρατηρούνται περισσότερο.

Σύμφωνα με τον κ. Ευαγγελόπουλο, οι εξάρσεις των πληθυσμών των μεδουσών δεν αποτελούν νέο φαινόμενο.

Οι μέδουσες παρουσιάζουν φυσικούς κύκλους αύξησης και μείωσης των πληθυσμών τους. Ζουν κυρίως μακριά από τις ακτές, όμως τα θαλάσσια ρεύματα μπορούν να τις μεταφέρουν κοντά στις παραλίες, όπου γίνονται περισσότερο ορατές στους λουόμενους.

Παράλληλα, η μεγαλύτερη δημοσιότητα που λαμβάνουν σήμερα τέτοια περιστατικά μέσω διαδικτύου και κοινωνικών δικτύων δημιουργεί την εντύπωση ότι το φαινόμενο είναι πρωτοφανές.

«Οι εξάρσεις των μεδουσών είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Σήμερα όμως η πληροφορία διαδίδεται πολύ πιο γρήγορα και ο κόσμος ενημερώνεται άμεσα», εξήγησε.

Δεν πρέπει να βγαίνουν στην παραλία

Ο ερευνητής στάθηκε και σε μια πρακτική που για πολλά χρόνια θεωρούνταν συνηθισμένη στις ελληνικές παραλίες: την απομάκρυνση των μεδουσών από τη θάλασσα και την εναπόθεση τους στην άμμο. Όπως τόνισε, αυτή η πρακτική δεν συνιστάται.

Ακόμη και όταν βρίσκονται εκτός νερού, οι μέδουσες εξακολουθούν να μπορούν να προκαλέσουν τσίμπημα, ενώ συχνά καλύπτονται από την άμμο και γίνονται δύσκολα ορατές, αυξάνοντας τον κίνδυνο για μικρά παιδιά ή ανυποψίαστους λουόμενους.

Η ασφαλέστερη επιλογή είναι η αποφυγή επαφής μαζί τους και όχι η απομάκρυνσή τους από το φυσικό τους περιβάλλον.

Ο λαγοκέφαλος και η πραγματική εικόνα

Εξίσου έντονη είναι φέτος η συζήτηση γύρω από τον λαγοκέφαλο, ένα ψάρι που τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

Ο κ. Ευαγγελόπουλος εξήγησε ότι ο λαγοκέφαλος δεν εμφανίστηκε φέτος στην Ελλάδα. Η πρώτη καταγραφή του συγκεκριμένου είδους έγινε ήδη από το 2005 και έκτοτε οι πληθυσμοί του αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως στις περιοχές της Κρήτης και του Νοτίου Αιγαίου.

Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις αφορούν τους επαγγελματίες αλιείς. Το ψάρι διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρά σαγόνια και δόντια, με αποτέλεσμα να καταστρέφει δίχτυα, παραγάδια και άλλα αλιευτικά εργαλεία, ενώ συχνά καταναλώνει τα ψάρια που έχουν ήδη παγιδευτεί, προκαλώντας σημαντικές οικονομικές απώλειες στους ψαράδες. «Οι αλιείς είναι εκείνοι που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς ο λαγοκέφαλος προκαλεί σοβαρές ζημιές στα εργαλεία τους», υπογράμμισε.

Είναι επικίνδυνος για τον άνθρωπο;

Ένα ακόμη ερώτημα που απασχολεί τους πολίτες αφορά το κατά πόσο ο λαγοκέφαλος αποτελεί απειλή για τους λουόμενους. Ο κ. Ευαγγελόπουλος ξεκαθάρισε ότι το ψάρι διαθέτει πολύ ισχυρό δάγκωμα και μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό, εφόσον ενοχληθεί ή αισθανθεί ότι απειλείται.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για είδος που επιτίθεται αυθόρμητα στους ανθρώπους.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και σε έναν ακόμη σοβαρό κίνδυνο: την κατανάλωσή του. Η σάρκα του λαγοκέφαλου περιέχει ισχυρή τοξίνη και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταναλώνεται.

Σε περίπτωση τραυματισμού από δάγκωμα, ο ερευνητής συνέστησε άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς απαιτείται η κατάλληλη αντιμετώπιση από επαγγελματίες υγείας.

Ποια είναι η εικόνα στο Βόρειο Αιγαίο

Αναφορικά με τη Θράκη και το Βόρειο Αιγαίο, ο κ. Ευαγγελόπουλος εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Όπως εξήγησε, ο λαγοκέφαλος είχε εμφανιστεί και στη συγκεκριμένη περιοχή τα προηγούμενα χρόνια, με τις πρώτες καταγραφές να πραγματοποιούνται στη Λέσβο ήδη από το 2006 και αργότερα στον Θερμαϊκό και το Βόρειο Αιγαίο.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ύφεση στους πληθυσμούς του συγκεκριμένου είδους στην περιοχή. Η τελευταία επιβεβαιωμένη καταγραφή στο πλαίσιο της επιστημονικής παρακολούθησης έγινε το 2022. Παρά τα θετικά αυτά δεδομένα, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί νέα εμφάνιση του είδους στο μέλλον.

Ένα θαλάσσιο οικοσύστημα που αλλάζει

Πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, ο κ. Ευαγγελόπουλος αναφέρθηκε συνολικά στις αλλαγές που καταγράφονται στο θαλάσσιο οικοσύστημα. Όπως σημείωσε, η θάλασσα αποτελεί ένα δυναμικό περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς.

Οι πληθυσμοί των ψαριών και των υπόλοιπων θαλάσσιων οργανισμών αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με τις φυσικές συνθήκες, την αλιευτική πίεση αλλά και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις.

Παράλληλα, φαινόμενα όπως η θαλάσσια βλέννα, που κατά διαστήματα εμφανίζεται και στο Βόρειο Αιγαίο, αποτελούν φυσικά γεγονότα που επηρεάζουν τόσο το οικοσύστημα όσο και την αλιεία.

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει και τις ελληνικές θάλασσες

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στην επίδραση της κλιματικής αλλαγής. Όπως ανέφερε, οι επιστημονικές μετρήσεις καταγράφουν αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας όχι μόνο στην επιφάνεια αλλά και σε μεγαλύτερα βάθη.

Η μεταβολή αυτή επηρεάζει συνολικά τη λειτουργία του θαλάσσιου οικοσυστήματος, καθώς επηρεάζει την κατανομή των ειδών, την αναπαραγωγή τους αλλά και τη συνολική ισορροπία του περιβάλλοντος. Οι αλλαγές αυτές δεν αποτελούν πλέον θεωρητικές εκτιμήσεις, αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένες διαπιστώσεις που καταγράφονται και στις ελληνικές θάλασσες.

Η προστασία της θάλασσας είναι υπόθεση όλων

Κλείνοντας τη συζήτηση, ο κ. Ευαγγελόπουλος υπογράμμισε ότι υπάρχει λόγος αισιοδοξίας μόνο εφόσον υπάρξει ουσιαστική προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Παρότι ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν σε τοπικό επίπεδο, υπάρχουν σημαντικοί τομείς στους οποίους η κοινωνία μπορεί να παρέμβει.

Η μείωση της θαλάσσιας ρύπανσης, η ορθολογική διαχείριση της αλιείας και η προστασία των οικοσυστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε οι ελληνικές θάλασσες να παραμείνουν υγιείς και παραγωγικές.

«Εφόσον προστατεύσουμε το θαλάσσιο περιβάλλον και κάνουμε όσα μπορούμε να κάνουμε, υπάρχει λόγος αισιοδοξίας. Αν δεν το κάνουμε, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολα τα επόμενα χρόνια», κατέληξε ο ερευνητής του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.