«Σας προσφερω μια χωρα»

Kaouther Adimi, «Η εχθρική χαρά», Μυρτώ Ταπεινού μτφρ., Ευδοξία Μπινοπούλου επιμ., εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2026, σ. 224.

Μια αινιγματική φιγούρα ξεπροβάλλει. Ο άτιτλος πίνακας του Djamel Tatah, γαλλοαλγερινής καταγωγής, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εικαστικής του ταυτότητας: σε ένα μονόχρωμο φόντο παρουσιάζει μια απομονωμένη φιγούρα, ντυμένη με τα συνηθισμένα, στην εικαστική του γλώσσα, σκουρόχρωμα ρούχα. Προεξέχουν μόνο τα χέρια και το πρόσωπο με τη χλωμή επιδερμίδα, παγιδευμένα σε μια κατάσταση αδράνειας ή εσωτερικής αναζήτησης. Η μορφή δεν εκφράζει κάποιο προφανές συναίσθημα, ούτε προσφέρει μια ξεκάθαρη αφήγηση. Με ελάχιστα χρώματα, μία ουδέτερη ανθρώπινη φιγούρα,[1] τοποθετημένη στο βλέμμα του θεατή αλλά όχι απόλυτα παρούσα, μας προσκαλεί να «βυθιστούμε» στην ελληνική έκδοση του βιβλίου της Kaouther Adimi, «Η εχθρική χαρά», που πριν από μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, κατακλύζοντας τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Με τη μεταφραστική φροντίδα της Μυρτώς Ταπεινού και την επιμέλεια της Ευδοξίας Μπινοπούλου, το βιβλίο μάς υπόσχεται πως μόλις αφήσουμε πίσω μας και την τελευταία σελίδα, όχι μόνο τα πρωινά –παραφράζοντας τη φράση του Camus που σημειώνεται στην εισαγωγή–, αλλά και τις υπόλοιπες ώρες, «η Αλγερία θα μας στοιχειώσει».

Η Αλγερία, η πατρίδα της Adimi, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της αφήγησης, μετά και τα δύο προηγούμενα βιβλία της («Τα πλούτη μας», 2018 και «Με άνεμο κακό», 2024, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις), έχοντας καταφέρει με τη λογοτεχνική της πένα να προσφέρει διαφορετικές αναπαραστάσεις αυτής της βορειοαφρικανικής χώρας, που για πολλούς ενδεχομένως περιβάλλεται από την αχλή του εξωτισμού. Το Αλγέρι είναι η πρώτη λέξη της αφήγησης και όχι άδικα, διότι αυτό πρωταγωνιστεί. Μπορεί μεν μία πατρίδα να μας απασχολήσει, δύο όμως είναι τα βασικά αφηγηματικά νήματα που θα ακολουθήσουμε:

«Οπουδήποτε με οδηγούν τα βήματά μου, σε κάθε τοίχο, σε κάθε σπιθαμή γης, κρύβονται ίχνη του περασμένου φόβου μας, αλλά δεν το φανερώνουμε, δεν θα δώσουμε αυτή τη χαρά στους εχθρούς μας, δεν θα τρέμουμε άλλο πια. […] Ο πόλεμος ακόμη αντηχεί στα αυτιά μου· αντηχεί όμως και το γέλιο της Μπάγια» (σ. 11).

Η συγγραφέας, ταξιδεύοντάς μας συνεχώς στον χρόνο, ανάμεσα στον 20ό και 21ο αιώνα, από τη μία μάς παίρνει από το χέρι για να ψηλαφήσουμε μαζί τις αναμνήσεις από τα «πέτρινα χρόνια» της Αλγερίας και των βίαιων πολιτικοκοινωνικών ανακατατάξεων, όπως την εποχή της ανεξαρτησίας από τον γαλλικό ζυγό και του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, του επακόλουθου εμφυλίου πολέμου και των αυταρχικών καθεστώτων, ενώ από την άλλη ακολουθούμε την ιστορία της Μπάγια (Μπάγια Μαχιεντίν ή Φάτιμα Χαντάντ, 1931-1998). Πρόκειται για μία εμβληματική Αλγερινή εικαστικό, ένα παιδί-θαύμα, που αρέσκονταν να δημιουργεί πίνακες γκουάς και πήλινα γλυπτά, καταφέρνοντας με τα έργα της να αναδείξει διεθνώς την αλγερινή παράδοση, «δημιουργώντας μια ολόδική της γλώσσα» και να προκαλέσει το ενδιαφέρον μεγάλων προσωπικοτήτων, όπως θα δούμε παρακάτω.[2] Έτσι, απέναντι στο σκοτάδι του πολέμου αντιπαραβάλλονται τα έντονα χρώματα της τέχνης της, απέναντι στους «εχθρούς» και στον φόβο, η «χαρά» της.  

«Ερωτεύομαι την Μπάγια όπως κανείς ερωτεύεται μονάχα μία φορά στη ζωή του· είναι η πραγματική αγάπη […]. Ερωτεύομαι το μπλε-βιολετί της και το ινδικό ροζ, τον τρόπο που ζωγραφίζει και σχεδιάζει. Ερωτεύομαι τη χαρά και την οδύνη της, το γέλιο και τη σιωπή της» (σ. 192-193), σχολιάζει η αφηγήτρια, μεταξύ άλλων, για τη ζωγραφική της Μπάγια και αν κοιτάξουμε ενδεικτικά έναν από τους πίνακές της, όπως αυτόν με τίτλο «Femme et enfant en bleu» (Γυναίκα και παιδί στα μπλε, 1947), θα συμφωνήσουμε απόλυτα μαζί της (Προέλευση: www.artforum.com)

Στις πρώτες σελίδες, η αφηγήτρια μάς συστήνει την πενταμελή οικογένειά της. Ο πατέρας, παράλληλα με τις σπουδές του στη δημοσιογραφία, κατατάσσεται στις ένοπλες δυνάμεις. Η επιλογή αυτή του εξασφαλίζει μεν «μισθό για μια ζωή» και υποτροφία για σπουδές, τον κρατά όμως «όμηρο» για χρόνια, υποχρεώνοντάς τον να υπηρετήσει για μερικές δεκαετίες στον στρατό. Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος βιώνει την ανεξαρτησία της Αλγερίας, αποκτά μια νέα εθνικότητα και κάνει όνειρα, όμως «τα όνειρα είναι για όσους έχουν και τα μέσα να ονειρευτούν» (σ. 17). Την ίδια εποχή, η μητέρα της εκπαιδεύεται από καθολικές μοναχές και, παρά την υποτροφία για την Αμερική, σπουδάζει πολιτικές επιστήμες και καταλήγει να αρθρογραφεί για τη διεθνή πολιτική. Μαζί θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά: τρία αγόρια και ένα κορίτσι.

Η συγγραφέας συμπυκνώνει αριστοτεχνικά την ιστορία της Αλγερίας από τη δεκαετία του ’60 και μετά: την ανεξαρτησία, τα πρώτα χρόνια της ελευθερίας και, αργότερα, την εξάπλωση του ισλαμισμού και του Ισλαμικού Μετώπου Σωτηρίας –τα ιστορικά αυτά γεγονότα και η βιωμένη ιστορία μεταφέρονται με δεξιοτεχνική ενάργεια από την κ. Ταπεινού, ιδίως όμως ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων. Πριν τα σκοτεινά σύννεφα όμως εξαπλωθούν στην Αλγερία, η οικογένεια μετακομίζει στην Γκρενόμπλ της Γαλλίας για τις σπουδές του πατέρα. Εκεί, παρόλο που τα παιδιά της οικογένειας βιώνουν σε κάποιον βαθμό την παιδική ανεμελιά, η πίεση να είναι υποδειγματικά είναι τεράστια. Πρέπει να αριστεύουν στα σχολικά μαθήματα και στη συμπεριφορά, διότι έχουν καθήκον «στους προγόνους […] που χάθηκαν κατά τα χρόνια της αποικιοκρατίας και στο σύνολο του αλγερινού λαού που εκπροσωπούμε στο εξωτερικό» (σ. 22).

Όσο κυλούν οι αράδες, τόσες περισσότερες στιγμές ανασύρονται «από τη μεγάλη εμποροπανήγυρη των αναμνήσεών» της (σ. 28). Η αφηγήτρια εξετάζει τα γεγονότα μέσα από μια διπλή «εστίαση», που έρχεται και συμπληρώνει η μία την άλλη: τα παιδικά της μάτια και το βλέμμα του ενήλικα. Για παράδειγμα, όταν σε ηλικία έξι ετών βρίσκεται για διακοπές στην Αλγερία και οι ισλαμιστές εντείνουν τη δράση τους, δολοφονούν και προκαλούν τρόμο, η αφηγήτρια, περιγράφοντας ένα τραγικό περιστατικό, από τη μια εμμένει στο κόκκινο λούτρινο που είχε λάβει ως δώρο, επιστρέφει δε και στην «ενήλικη» περιγραφή, εξιστορεί τους βομβαρδισμούς στο αεροδρόμιο, το λουτρό αίματος και τα σαστισμένα πρόσωπα που αντίκρισε. Τίποτα δεν έχει λησμονηθεί, παρόλο που η ίδια ομολογεί, κατά καιρούς, πως δεν τολμά πάντα να κοιτάζει πίσω στη φρικαλεότητα των αναμνήσεων.

Στις 6 Αυγούστου 1994 η οικογένεια επιστρέφει οριστικά στη γενέθλια γη, μετά από επιμονή του πατέρα. Η επιστροφή γίνεται λίγο αφότου έχει εγκαθιδρυθεί μία νέα πολιτική «τάξη»:

«Η Ένοπλη Ισλαμική Οργάνωση –Groupe Islamique Armé, γνωστή ως GIA– που σχηματίστηκε μετά την ακύρωση των βουλευτικών εκλογών, τρομοκρατεί τον λαό. […] Στην αρχή, στόχος επίθεσης γίνονται οι αστυνομικοί, οι στρατιωτικοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι ξένοι, οι καλλιτέχνες και οι δημοσιογράφοι, όμως πολύ γρήγορα στοχοποιείται ο καθένας. Πρέπει να ξεπαστρέψουμε τα σκυλιά για να φτάσουμε στους κύριους του σπιτιού, επιβεβαιώνει η GIA. Τα σκυλιά; Όλους τους Αλγερινούς εκτός από τους ίδιους, δηλαδή» (σ. 31-32).

Ο φόβος μετατρέπεται σε οργανικό στοιχείο της ύπαρξής τους: «γυρίσαμε οριστικά, παρά τον φόβο, αυτόν τον ανηλεή φόβο που δεν θα με εγκαταλείψει ποτέ και με τον οποίο θα πρέπει να μάθω να ζω» (σ. 56), με την εικόνα ενός παιδιού που δεν έχει κλείσει καν τα δέκα του χρόνια να παίζει με τους ήχους των πολυβόλων να συγκλονίζει: «σε ένα τετραδιάκι με φθαρμένο εξώφυλλο, αρχίζω να σημειώνω τον αριθμό των οπλοπολυβόλων που βλέπω, μια γραμμή για το καθένα» (σ. 102). Ο τρόμος είναι αυτός που συνθέτει πλέον την παιδική τους ηλικία, ο φόβος για τον συνεχή εφιάλτη, που όχι απλώς βρίσκεται στη σφαίρα του φανταστικού, αλλά βιώνεται καθημερινά.

«Η πριγκίπισσα ανάμεσα στους βαρβάρους»

Παράλληλα με την οικογενειακή αφήγηση, ξετυλίγεται και η έτερη, για την Μπάγια. Το 2022 βρίσκει την αφηγήτρια στο Παρίσι, στο Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου. Μετά από έντονες πιέσεις από την εκδότριά της, Αλίνα, να προχωρήσει το επόμενο βιβλίο της για την Μπάγια, θα περάσει μια νύχτα στο υπόγειο του Ινστιτούτου, λίγες μέρες αφότου έχουν πραγματοποιηθεί τα εγκαίνια της έκθεσης που ήταν αφιερωμένη στην Αλγερινή ζωγράφο, αναζητώντας έμπνευση. Σημειωτέον πως η αφηγήτρια είναι πλέον πολίτης του κόσμου, που ταξιδεύει στη Ρώμη, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, όμως μόνο στην πατρίδα της βρίσκει πραγματικό οξυγόνο: «είχα γυρίσει στο Αλγέρι για να ανασάνω, για να πάρω μια βαθιά αναπνοή και να την κρατήσω όσο μπορώ» (σ. 36).

Στο υπόγειο του Ινστιτούτου λοιπόν, περικυκλωμένη και από δημιουργίες της Μπάγια, μας ανοίγει ένα παράθυρο στο εργαστήρι συγγραφής της. Από τη μια το τετράδιο και το στυλό, από την άλλη ο υπολογιστής και μαζί ένας ογκώδης φάκελος που περιέχει αποκόμματα εφημερίδων, φωτογραφίες, γράμματα, εξώφυλλα περιοδικών. Στόχος της: «να γεμίσει τα μυριάδες κενά» (σ. 40) της βιογραφίας της Μπάγια και στο ταξίδι αυτό μας παίρνει συνταξιδιώτες. Στις σελίδες που θα ακολουθήσουν, παράλληλα με την επιστροφή της στο οικογενειακό παρελθόν της Αλγερίας, αφηγείται την ιστορία της Μπάγια και την πινακοθήκη των προσώπων που την περιβάλλουν, τα δύσκολα παιδικά χρόνια, την ανάληψη της επιμέλειάς της από τη Μαργκερίτ Καμινά, τις συνεργασίες με γκαλερί του Παρισιού, τη «διπλωματική» της παρουσία εκεί «στους βαρβάρους», τις κριτικές που δέχθηκε και τη μεταγενέστερη «διχοτόμηση» της ζωής της. Και για όποιον αναρωτιέται αν η ιστορία της ζωγράφου είναι δευτερεύουσα, η ίδια η αφηγήτρια μας ξεκαθαρίζει πως: «[…] είναι ο πυρήνας, η ραχοκοκαλιά αυτού του κειμένου» (σ. 139), ενώ διακρίνονται και βαθιές παραλληλίες μεταξύ τους: και οι δύο επιχειρούν να αναδείξουν τη γενέθλια γη, η μία με το χρώμα, ενώ η άλλη με τις λέξεις, ενώ και οι δύο κινήθηκαν ανάμεσα σε δύο κουλτούρες και δύο κόσμους. Σημειωτέον πως δεν είναι λίγες οι φορές που οι παύσεις μεταξύ των δύο αφηγήσεων είναι τόσο συχνές και ξαφνικές, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Εξάλλου, όπως σημειώνεται, η ίδια η φύση της γραφής απαιτεί αυτήν την περιπλάνηση: «ένα κείμενο γυρεύει το περιεχόμενό του, […] μου ξεγλιστρά κάθε φορά που πάνω να το πιάσω. […] Κάθε βήμα ξεδιπλώνει μια φράση. Κάθε κίνηση επανατοποθετεί μια ιδέα» (σ. 95-96).

Με αφορμή την αναφορά στην Μπάγια, αξίζει να σημειωθεί πως παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες σπουδαίες μορφές των γραμμάτων και των τεχνών, ιδίως της Αλγερίας και της Γαλλίας, όπως οι Mohammed Dib, Abd el-Aziz Khaldi, Emmanuel Roblès, Jean Sénac, Albert Camus, Jean Cayrol, Picasso, Matisse, Chagall, Miró, κ.ά., αρκετοί από τους οποίους θαυμάζουν το έργο της, υπενθυμίζοντας ότι η Αλγερία, παρά τα «σκοτάδια» της, έχει μακρά και αδούλωτη παράδοση στον πολιτισμό, που συνδιαλέγεται και με τη διεθνή τέχνη και γραμματεία, και καμία αυταρχική εξουσία δεν μπορεί να σβήσει.

Τα γράμματα «πυξίδα» στη βαρβαρότητα

Παρά τα δεινά και τις κακουχίες που συνεχώς ξεπροβάλλουν, η αγάπη των γονιών της οικογένειας για τα γράμματα παραμένει άσβεστη, μια ροπή την οποία ήθελαν να εμφυσήσουν και στα παιδιά τους. Ακόμη και στα πρώτα χρόνια της ανέχειας, μετά την ανεξαρτησία, ο πατέρας επιλέγει με τα πρώτα χρήματα από τον στρατό να αγοράσει βιβλία, ενώ και αργότερα, για τα παιδιά τους, και οι δύο έχουν «βάλει σκοπό να [τους] κάνουν καλλιεργημένους πολίτες, ανθρώπους των γραμμάτων» (σ. 20). Και μπορεί η Γκρενόμπλ να ήταν μία «όαση» πολιτισμού, επιστρέφοντας όμως στην Αλγερία, η έλλειψη της πνευματικής ζωής γίνεται αισθητή: «Στην Γκρενόμπλ, μία φορά την εβδομάδα πήγαινα στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς με τον πατέρα μου. Στο Αλγέρι, οι γονείς μου ούτε που πλησιάζουν πολιτιστικούς χώρους» (σ. 104), γιατί… «Η εξίσωση των τρομοκρατών είναι απλή: πολιτισμός = Δύση = αμαρτία = θάνατος» (σ. 105). Μέσα σε αυτήν την πνευματική έρημο, στην ηλικία των οκτώ ετών, γεννιέται η ανάγκη της δημιουργίας: «αρχίζω να γράφω η ίδια ένα μυθιστόρημα στα γαλλικά. […] Δεν γράφω για να γίνω συγγραφέας. […] στα οχτώ μου βάζω μπρος το παράλογο σχέδιο μιας ολόκληρης ζωής: να φτιάξω ένα βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω εγώ η ίδια» (σ. 127). Και όπως βλέπουμε μεγαλώνοντας, η αγάπη αυτή δεν έπαψε να υπάρχει, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει «ιστοριούλες».

Πέρα όμως από την αγάπη για τα γράμματα, ο πατέρας κατάφερε να προσφέρει στην οικογένειά του, παρά την επίμονη κριτική που δέχθηκε όλα αυτά τα χρόνια, μια ακόμη πιο σημαντική «κληρονομιά»: μια πατρίδα. Τι κι αν η παρουσία τους εκεί συνοδευόταν καθημερινά από τον φόβο και τη μυρωδιά του θανάτου, τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τις εμφύλιες συγκρούσεις, τις βιαιοπραγίες, τα μπλόκα, τη συνεχή παρουσία τρομοκρατών με τις σφαίρες να περνούν ξυστά, δεν παύει να είναι ο τόπος τους, με τις ρίζες τους να βρίσκονται εκεί. Κόντρα σε κάθε κατηγορία, εκείνος απαντά: «Σας προσφέρω μια χώρα. Εδώ, ποτέ κανένας δεν θα σας πει ότι δεν είστε στον τόπο σας» (σ. 163). Η πατρίδα, για εκείνον, ήταν ανώτερη και από τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και από την ίδια του την οικογένεια.  

«Η ιστορία αυτού του τόπου μοιάζει με στοίβα επάλληλων στρωμάτων, χωρίς κανένα τους να σβήνεται ποτέ στ’ αλήθεια» (σ. 125) και σε αυτά τα επάλληλα στρώματα επιχειρεί μια καταβύθιση, με βιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία, η συγγραφέας, δημιουργώντας ένα «αντι-αρχείο», που στόχο έχει «να αφηγηθεί από το πλάι, από χαμηλά, μερικές φορές σε κόντρα» (σ. 177) έναν συλλογικό εφιάλτη. Έναν εφιάλτη που μπορεί να έχει ήδη συντελεστεί, όμως το τραύμα του δεν διασώζεται απλώς στα βιβλία της επίσημης Ιστορίας, αλλά κυλάει ακόμη στο αίμα των ανθρώπων, είναι στη σάρκα τους.

«Ξεκίνησα να γράφω πολύ νωρίς, στα οκτώ μου έτη»[3] αναφέρει η συγγραφέας σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» και ευχόμαστε να μη σταματήσει να γράφει. Σε έναν κόσμο που ακόμα παλεύει με τα φαντάσματα των πολέμων του, ας συνεχίσουν να υπάρχουν αυτές οι φωνές αντίστασης και ελπίδας, που θα μας καλούν να αρνηθούμε τον φόβο και να επιτρέψουμε στην αγάπη, τις τέχνες και τον πολιτισμό να γίνουν οι συνδετικοί κρίκοι που θα μας ενώνουν στο μέλλον.


[1] Ενδεικτικά, για την εικαστική ταυτότητα του Djamel Tatah, βλ. «Djamel Tatah, Sans titre»,  https://www.ville-montrouge.fr/954-djamel-tatah-sans-titre.htm

[2] Ενδεικτικά, για τον βίο της Μπάγια, βλ. Γιώργος Χατζηστεργίου, «Μεθόριος: Η αυτοκρατορία των ορίων», Franz Schultheis επιμ., εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2024, σ. 9 κ.εξ.

[3] Μαριαλένα Σπυροπούλου, «Καουτέρ Αντιμί: “Όποιος διαβάζει αξίζει για δύο”», «Η Καθημερινή» (6.8.2018), https://www.kathimerini.gr/opinion/interviews/978096/kaoyter-antim-opoios-diavazei-axizei-gia-dyo/

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.