Το ελληνικο εργασιακο μοντελο δεν απαντα στις αναπτυξιακες προκλησεις
Η ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας και αλλαγής του αναπτυξιακού της μοντέλου συγκεντρώνει τη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το ίδιο και η ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και βελτίωσης της ποιότητας των εγχωρίως παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα όμως εντοπίζονται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ πολιτικών δυνάμεων ως προς το εύρος της κρατικής παρέμβασης και το είδος της αναπτυξιακής-βιομηχανικής πολιτικής που υιοθετούν, ανάλογα με τα ταξικά και άλλα συμφέροντα που υπηρετούν (τομεακές-κλαδικές ή οριζόντιες πολιτικές, τρόπος ενσωμάτωσης της οικολογικής διάστασης σε αυτές, ενίσχυση του μεγάλου εγχώριου και ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου ή έμφαση στη στήριξη των ΜμΕ και του κοινωνικού τομέα, διάρθρωση και λειτουργία χρηματοπιστωτικού συστήματος, ρόλος δημόσιων επιχειρήσεων σε στρατηγικούς τομείς και στην παροχή κοινωνικών/κοινών αγαθών). Οι μεγαλύτερες όμως διαφορές παρατηρούνται ως προς το πώς οι πολιτικές δυνάμεις βλέπουν τη σχέση των μισθών, των όρων εργασίας και των εργασιακών σχέσεων με την ανάπτυξη, ή αλλιώς τη σχέση του εργασιακού μοντέλου με το αναπτυξιακό πρότυπο που προωθούν ή επαγγέλλονται.
Το σημερινό εργασιακό μοντέλο στη χώρα μας στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι το περιοριστικό σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, που έχει οδηγήσει σε χαμηλό βαθμό κάλυψης των μισθωτών από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και σε εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων. Ο δεύτερος πυλώνας είναι το θεσμικό πλαίσιο που εξασφαλίζει στις επιχειρήσεις νομοθετικά και, ακόμα περισσότερο, στην πράξη ευελιξία στην απασχόληση του προσωπικού, με μειωμένη προστασία των εργαζομένων από απολύσεις και πλήθος ελαστικών μορφών εργασίας και διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου, που μπορούν να εφαρμοστούν με μονομερείς αποφάσεις των επιχειρήσεων, παρά την τυπική προϋπόθεση συναίνεσης του εργαζόμενου. Το μοντέλο αυτό έχει κρατήσει καθηλωμένο τον μέσο πραγματικό μισθό στην οικονομία, εξασφαλίζοντας στις επιχειρήσεις συμπίεση του κόστους εργασίας και κέρδη.
Το ανωτέρω εργασιακό μοντέλο φθηνής και ευέλικτης εργασία και εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων προώθησε αρχικά η τρόικα, ως βασική προϋπόθεση αποκατάστασης των προ της κρίσης του 2008 απωλειών ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και αύξησης της εξωστρέφειας του αναπτυξιακού της μοντέλου. Οι «διαρθρωτικές αλλαγές» της αγοράς εργασίας, που περιλάμβαναν τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ), τα οποία επέβαλαν οι δανειστές του ελληνικού κράτους, αποσκοπούσαν και προκάλεσαν δραστική μείωση των μισθών και του κόστους εργασίας. Πρόκειται για τον μηχανισμό «εσωτερικής υποτίμησης». Μετά την ανακωχή ως προς την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, που πέτυχε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την τρόικα στο τρίτο ΠΟΠ και την προσπάθειά της να δρομολογήσει την επιστροφή στο προηγούμενο εργασιακό μοντέλο μετά την ολοκλήρωση του τελευταίου, από τα μέσα του 2019 και ύστερα, οι κυβερνήσεις της ΝΔ συνέχισαν αδιάλειπτα την διαδικασία απορρύθμισης της αγοράς εργασίας που είχε ξεκινήσει με τα δύο πρώτα ΠΟΠ.
Το νέο εργασιακό μοντέλο δείχνει σήμερα τα όριά του. Αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις αναπτυξιακές προκλήσεις. Καταρχήν, η δραματική υποχώρηση των ονομαστικών μισθών και η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου που έλαβε χώρα μεταξύ 2012 και 2025, με τη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ, δεν ήταν ικανές να προκαλέσουν καθαρή αύξηση επενδύσεων σε συνθήκες ύφεσης, στασιμότητας ή δειλής ανάκαμψης της οικονομίας. Αυτή έλαβε χώρα μόνο μετά το τέλος της πανδημίας του Covid-19, λόγω της αύξησης της διεθνούς και της εγχώριας ζήτησης. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί, ότι η συμπίεση του κόστους εργασίας δεν μπορεί να αντισταθμίσει το σοβαρό έλλειμμα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, που επιδεινώνει το εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών όποτε επιταχύνεται ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας. Συνεπώς, η αντιμετώπιση του ελλείμματος διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας παραμένει κεντρικής σημασίας αναπτυξιακή πρόκληση, όπως και πριν την κρίση του 2008, με τη διαφορά ότι η χώρα βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση σήμερα, δεδομένης της διεύρυνσης του χάσματος παραγωγικότητας με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Η διεύρυνση του χάσματος οφείλεται, με τη σειρά της, στην τεράστιας κλίμακας αποεπένδυση που σημειώθηκε μεταξύ 2009 και 2021, λόγω της οικονομικής ύφεσης και στασιμότητας που προκάλεσαν τα ΠΟΠ και η κρίση της πανδημίας του κορονοϊού.
Ταυτόχρονα, η καθίζηση και, στη συνέχεια, η καθήλωση των ονομαστικών μισθών μεταξύ 2009 και 2022 και η υποχώρηση των πραγματικών μισθών από το 2022 και ύστερα λόγω της κρίσης κόστους ζωής, έχουν οδηγήσει την αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα στην τελευταία θέση της ΕΕ. Συνεπώς, το νέο εργασιακό μοντέλο, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς μισθούς που να επιτρέπουν την κοινωνική αναπαραγωγή του μεγαλύτερου μέρους των μισθωτών στην Ελλάδα. Επίσης αδυνατεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες εργασιακής σταθερότητας και επαγγελματικής εξέλιξης ενός ολοένα και πιο εκπαιδευμένου εγχώριου εργατικού δυναμικού, του οποίου οι ικανότητες είναι απαραίτητες για το μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε μια αειφόρο οικονομία της γνώσης. Ως εκ τούτου, τα άτομα κεντρικών παραγωγικών ηλικιών 25-44 ετών συνεχίζουν να μεταναστεύουν στο εξωτερικό για οικονομικούς λόγους με λίγο μικρότερη ένταση συγκριτικά με την περίοδο 2011-2019, ενώ οι νέοι που παραμένουν στη χώρα περιορίζουν τον αριθμό παιδιών που αποκτούν, τροφοδοτώντας περαιτέρω την τάση μείωσης του πληθυσμού και τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, το νέο εργασιακό μοντέλο δεν είναι ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά βιώσιμο και χρήζει ριζικής αναθεώρησης.
* Η Μαρία Καραμεσίνη, είναι Καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέλος Γνωμοδοτικού συμβουλίου Ινστιτούτου ΕΝΑ
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
