Προσκεκλημενοι σε αιθουσα τσαγιου στην Ιαπωνια
Mε αφορμή τη μελέτη του βιβλίου του Οκάκουρα Κακούζο και τη συζήτηση που έγινε στη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής τον Μάιο που μας πέρασε
Η απόλαυση μια κούπας τσαγιού στην Ιαπωνία είναι μια ιεροτελεστία αιώνων. Το τελετουργικό της έχει περιγραφεί από πολλούς συγγραφείς, όπως και από τον Ιάπωνα συγγραφέα Οκάκουρα Κακούζο στο έργο του «Το βιβλίο του τσαγιού», με αφιερωμένο ολόκληρο κεφάλαιο: «Η αίθουσα του τσαγιού». Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να μην εντυπωσιάσει και τον Νίκο Καζαντζάκη στο έργο του «Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα»,στο οποίο,πέρα από τιςσυχνές αναφορές σε μια τσαγέρα πράσινο τσάι που συνόδευε όλα τα γεύματα, έχει αφιερώσει ιδιαίτερο κεφάλαιο, το «Τσα νο γιού», ακριβώς με το ίδιο θέμα.
Οι δύο συγγραφείς είχαν διαφορά ηλικίας 20 χρόνων, αφού ο Οκάκουρα γεννήθηκε το 1863 και έζησε ως το 1913, ενώ αντίστοιχα ο Καζαντζάκης έζησε από το 1883 έως το 1957. Διαφορετική η καταγωγή τους, όπως και η ζήση τους. Ο ένας καταγόταν από την Ανατολή, ο άλλος τη λάτρευε. Ο Ιάπωνας έζησε στην Αμερική και προσπάθησε με το έργο του να γεφυρώσει τους δύο κόσμους, Ανατολής και Δύσης. Ο οικουμενικός Κρητικός δεν πάτησε ποτέ στην αμερικανική ήπειρο, το βλέμμα του ήταν στραμμένο πάντα στην Ανατολή, στην οποία ταξίδεψε αρκετές φορές με διάφορα μέσα.
Ο μελετητής των δύο συγγραφέων θα διαπιστώσει την κρητική/κριτική ματιά στην ταξιδιωτική περιγραφή του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και τη φιλοσοφία ζωής μέσα από την απόλαυση μιας κούπας τσαγιού στο φιλοσοφικό δοκίμιο του Οκάκουρα.
Μια πρόσκληση σε τσάι γίνεται πεδίο μελέτης και ο Ιάπωνας διαπιστώνει την πνευματική ανωτερότητα της Ασίας –έχει ζήσει και στην Ευρώπη και στην Αμερική– και ο Ευρωπαίος επιβεβαιώνει την ανεπηρέαστη γιαπωνέζικη ψυχή παρά το ότι η Δύση έχει καταφθάσει ως τις γιαπωνέζικες ακτές.
Οι αναγνώστες, παρακολουθώντας την οργανωμένη τελετή του τσαγιού στην Ιαπωνία, θα ανακαλύψουν συνδυασμένα παράδοση και απλότητα καθώς και στοιχεία από τον κινεζικό Ταοϊσμό ως το βουδιστικό Ζεν. Στις ποικίλες αναφορές της τέχνης –αρχιτεκτονικής (δόμηση αίθουσας τσαγιού), αγγειοπλαστικής (κούπες και άλλα σκεύη) και ανθοκομικής (διακόσμηση με άνθη στη σουκίγια), θα διακρίνουν πως και η ζωή συμμετέχει με όλες τις αισθήσεις και αναζωογονείται το πνεύμα.
1. Οκάκουρα Κακούζο, «Το βιβλίο του τσαγιού»
Η αίθουσα του τσαγιού
Παρά την ιεροτελεστία του τυπικού που συμβαίνει σε μια αίθουσα τσαγιού, εσωτερικά πρόκειται για μια γυμνή αίθουσα, που θύμιζε αχυροκαλύβα, φτιαγμένη από ξύλο και μπαμπού, υλικά που αφήνουν αδιάφορους τους Ευρωπαίους αρχιτέκτονες. Η αίθουσα ήταν τμήμα του καθιστικού του σπιτιού, χωρισμένο από τα υπόλοιπα με παραβάν και λεγόταν κακόι (=περίφρακτο), και τις αναλογίες της αίθουσας τις είχε καθορίσει ένας μεγάλος δάσκαλος, ο Τζόουο, τον 15ο αι.
Ιδρυτής της πρώτης ανεξάρτητης αίθουσας τσαγιού ήταν ο Ρύκιου, τον 16ο αι., που ανήγαγε την τελετουργία σε βαθμό τελειότητας. Σε μια κάτοψη του χώρου τελετής του τσαγιού διακρίνουμε:
- Ένα υπόστεγο (ματσάι) στην αυλή που περίμεναν οι καλεσμένοι.
- Από εκεί ένα μονοπάτι (ρότζι), το οποίο συμβόλιζε το πρώτο στάδιο των αυτοφώτιστων και είχε σκοπό την αποσύνδεση από τον εξωτερικό κόσμο και τη δημιουργία της αισθητικής απόλαυσης που σε οδηγούσεστην αίθουσα (σελ. 84, βιβλίου Κακούζο Οκάκουρα: «σύθαμπο, πρασινάδα, ασύμμετρες πλάκες, στρωμένες πευκοβελόνες, γρανιτένια φανάρια… μέσα στο κέντρο της πόλης, μακριά από τη βουή και τον πολιτισμό…»)
- Κι έφθανες στην αίθουσα σουκίγια, προορισμένη για 3-5 άτομα (περισσότερα από τις Τρεις Χάριτες, λιγότερα από τις Εννιά Μούσες).
- Η αίθουσα του τσαγιού, λοιπόν, μικρότερη από το μικρότερο γιαπωνέζικο σπίτι, ήταν γυμνή, αλλά με εξευγενισμένη ένδεια, σημειώνει ο συγγραφέας (μελέτη – δαπάνη – ξυλουργική). Εξηγώ:
—καλλιτεχνική μελέτη, με προσοχή στο χτίσιμο και τις λεπτομέρειες, μεγαλύτερη από εκείνες των ανακτόρων και ναών!
—πιο δαπανηρή από ένα κλασικό αρχοντικό, εξαιτίας των υλικών και της ποιότητας εργασιών.
—οι ξυλουργοί που εργάζονταν για τους δασκάλους του τσαγιού έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης σαν τους τεχνίτες των λακαρισμένων επίπλων.
—Η αίθουσα του τσαγιού διέφερε από κάθε δημιούργημα δυτικής, αλλά και γιαπωνέζικης αρχιτεκτονικής!
—Η απλότητα και το αμιγές της αίθουσας του τσαγιού αποτελεί απομίμηση της Μονής Ζεν (βουδιστικής αίρεσης).
—Η γυμνή αίθουσα με τα πρότυπα του Ζεν απέκτησε την Τοκονόμα, ιδιαίτερη γωνιά του δωματίου, με βωμό, άνθη και ζωγραφικά έργα για την πνευματική ανύψωση των καλεσμένων.
—Το μέγεθος της αίθουσας: το εμβαδόν της όσο 4,5 ψάθες τατάμι, δηλαδή 8-9 τ.μ. (σε μια τέτοια αίθουσα χώρεσαν 84.000 μαθητές του Βούδα, σύμφωνα με μια αλληγορία,[1] βασισμένη στη θεωρία της ανυπαρξίας του χώρου για τους πεφωτισμένους).
- Γαλήνη και καθαριότητα δημιουργούσαν οι δάσκαλοι και οι αισθήσεις των καλεσμένων που ξυπνούσαν στο ρότζι· στον δάσκαλο οφείλονταν. Βέβαια άλλοι δάσκαλοι είχαν άλλους στόχους. Ο Ρύκιου π.χ. στόχευε στην απόλυτη μοναξιά και ιδανικό το τραγούδι, σελ. 85, βιβλίου Κακούζο Οκάκουρα (1ο ποίημα)
2ο ποίημα (κεντρική ιδέα του ρότζι κατά τον Ένσιου)
Μια συστάδα καλοκαιρινά δέντρα (– σκιερά όνειρα)
Μια ακρίτσα θάλασσα (λούζεται)
Ένα χλωμό φεγγάρι βραδινό (στην αναισθησία του φωτός)
- Στην αίθουσα του τσαγιού –οίκος Ειρήνης –έμπαιναν κυριολεκτικά σερνόμενοιαπό μια χαμηλή πορτούλα (συμβολισμός ταπεινοφροσύνης) και οι σαμουράι άφηναν το ξίφος τους έξω.
- Η σειρά που έμπαιναν και κάθονταν είχε συμφωνηθεί από το ματσάι με τον οικοδεσπότη τελευταίο. Προσκυνούσαν το ζωγραφικό έργο ή τα άνθη στην Τοκονόμα και κάθονταν γαλήνια στην αίθουσα, ενώ μόνο το μουρμουρητό του νερού που έβραζε στην τσαγιέρα ακουγόταν. Αμυδρό το φως στην αίθουσα, απαλές αποχρώσεις, ακόμη και τα ρούχα των καλεσμένων ήταν διακριτικά. Όλα είχαν μια πραότητα, γλυκύτητα ωριμότητας. Πεντακάθαρα, χωρίς ίχνος σκόνης με τη φροντίδα του δασκάλου του τσαγιού, που σκούπιζε, καθάριζε, έπλενε, γιατί όλα είναι τέχνη.
- Μαζί με την καθαριότητα συνυπήρχαν το ωραίο και το φυσικό. Σε μια καλοσκουπισμένη αυλή τίναζαν τα χρυσά φύλλα των δέντρων σαν κεντίδια φθινοπώρου.
- Οίκος της Αρεσκείας: η αίθουσα τσαγιού ήταν φτιαγμένη για τον δάσκαλο, αλλά για το τώρα, εφήμερη (η φιλοσοφία του Ζεν πρεσβεύει ότι το πνεύμα κυριαρχεί στην ύλη, επικρατεί η θεωρία του εφήμερου). Το σπίτι είναι πρόσκαιρο καταφύγιο του σώματος και ιδού τα σύμβολα:
- αχυρένια σκεπή= έννοια του φευγαλέου
- λεπτοί στύλοι= το εύθραυστο
- υποστηρίγματα μπαμπού= μια ελαφρότητα
- Μόνο το Πνεύμα= Αιώνιο
Η τέχνη πρέπει να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη ζωή (σελ. 91) με την απόλαυση του παρόντος αλλά και εκτιμώντας το παρελθόν. Η δουλική υποταγή στις παραδόσεις πνίγει τον ατομικισμό.
—Η σύγχρονη αρχιτεκτονική της Δύσης πνίγει την πρωτοτυπία.
—Οι Έλληνες ποτέ δεν άντλησαν από το παλαιό.[2]
- Οίκος του Κενού: ανάγκη συνεχούς αλλαγής του διακοσμητικού μοτίβου.
- Το ωραίο επιτυγχάνεται με συγκέντρωση σε ένα κεντρικό μοτίβο.
Απλή αίθουσα του τσαγιού / Τα σπίτια των δυτικών σαν μουσεία
Απλότητα στολισμού / Σπίτια φορτωμένα
Αλλαγή διακόσμησης / Έργα ζωγραφικής, γλυπτά
(μικροαντικείμενα= χυδαίος πλούτος)
- Οίκος του Ασύμμετρου: απουσία συμμετρίας. Η φιλοσοφία τους λέει: καλύτερη η διαδικασία αναζήτησης της τελειότητας παρά η τελειότητα. Η τέχνη της Ανατολής αποφεύγει το συμμετρικό, διότι η συμμετρία και η ομοιομορφία καταστρέφουν τη φαντασία.
Αίθουσα τσαγιού= καταφύγιο από τις έγνοιες
(όχι επανάληψη χρωμάτων, όχι ζωγραφιστά λουλούδια, αν υπάρχουν ζωντανά, αν η τσαγιέρα είναι στρογγυλή, αν η κανάτα θα είναι γωνιώδης)

2. Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα»
(επιλεγμένα αποσπάσματα)
Τρελαίνονται οι Γιαπωνέζοι να ταξιδεύουν. Πηγαίνουν προσκυνητές σε μακρινούς τόπους… με ελάχιστες αποσκευές… στο ξενοδοχείο θα βρουν ό,τι τους χρειάζεται… κι η τσαγιέρα θα είναι δίπλα τους γιομάτη πράσινο τσάι.
Ένα από τα μεγαλύτερα θέλγητρα της Ιαπωνίας είναι η καθαριότητα του σπιτιού. Όλα λάμπουν, πατώματα, τοίχοι, πόρτες, […] ψάθες, ένα χαμηλό τραπεζάκι, ένα βαζάκι με τρία λουλούδια, μαξιλάρια κάτω, μια ζωγραφιά ανθισμένου δέντρου στον τοίχο, σε πλημμυρίζουν ευτυχία.
Καθίζω διπλοπόδι στα μαξιλάρια, ανοίγουν έναν τοίχο, ένα απλό παραβάν και βλέπω τον δρόμο. Έρχεται η τσαγιέρα με το μικρό φαρφουρένιο (= από φαρφουρί, λεπτή πολύτιμη πορσελάνη) φλιτζανάκι… πίνω ρουφιά ρουφιά το τσάι, μασουλίζω φιστίκια… δε βιάζουμαι… νίκησα την ανυπομονησία, τη νευρικότητα, τη βιάση. Ευτυχία, συλλογίζουμαι, πόσο είσαι απλό καθημερινό θέμα, σαν το νερό, και δεν το νιώθουμε.
Άλλο πρωινό… τραβάει η Γιαπωνέζα το παραβάν, τον τοίχο της κάμαράς μου, και μου φέρνει τον μαύρο ξύλινο δίσκο με το πρωινό μου… διάφορους κίτρινους κεσέδες, σούπα κίτρινη πηχτή, φέτες ωμό ψάρι, αγγούρι και κολοκυθάκι τουρσί, νερόβραστο ρύζι κι η απαραίτητη τσαγέρα πράσινο τσάι.
Κιότο… νυχτερινοί στενόμακροι δρόμοι… αναμμένα πολύχρωμα φανάρια, ένα γκονγκ βουδικού ναού… πίσω από πράσινους καλαμένιους τοίχους μια γυναίκα τραγουδάει θλιμμένα: Και τη νύχτα που πέφτει το χιόνι –και τη νύχτα που πίνουν το τσάι– αν με αγαπάς, έλα, παρακαλώ σε…
Οι πιο ξακουστοί από τους κήπους είναι οι τσα-νίβα, οι κήποι του τσαγιού. Αυτοί οδηγούν στο μικρό δωμάτιο που χρησιμεύει για την τελετή του τσαγιού. Το συναίσθημα που θέλουν να υποβάλλουν είναι η απομόνωση, η περισυλλογή, η λύτρωση από τη βουή του κόσμου. Να νιώθεις πηγαίνοντας στο ιερό σπιτάκι, όπου θα γίνει η θρησκευτική τελετή του τσαγιού, πως βρίσκεσαι μακριά από τον κόσμο, σε μιαν ερημικήν αχτή, ένα χινοπωριάτικο δείλι. Για να υποβάλλουν την έννοια της μοναξιάς καλλιεργούσαν στους κήπους τούτους το μούσκλο απάνω στους βράχους και γύρα από τους κορμούς των δέντρων.
Ο μεγαλύτερος τελετάρχης του τσαγιού ήταν ο Ρύκιου, 16ος αι. Στάθηκε ο μέγας καλλιτέχνης του κήπου. Ο Ρύκιου, δόκιμος ακόμη, σκούπισε πολύ καλά τον κήπο –ο δάσκαλός του θα πρόσφερε τσάι– δεν αφήκε μήτε σκουπιδάκι μήτε φυλλαράκι, μα ένιωσε πως κάτι λείπει. Πήγε και κούνησε ένα δέντρο. Τα χινοπωριάτικα φύλλα έπεσαν, στρώθηκαν χάμω. Ο δάσκαλος είδε το δρομάκι στρωμένο με φύλλα κι είπε στον μαθητή πως ήταν πια ανώτερός του.
[…] Είχε πια ψηλώσει ο ήλιος, όταν κίνησα να πάω στην Τσα-νο-γιού, στην τελετή του τσαγιού που ήμουν καλεσμένος. […] η μακρινή, πολυθρύλητη ιστορία του τσαγιού. Από τα παμπάλαια χρόνια χρησιμοποιούσαν οι Κινέζοι το τσάι σαν γιατρικό. Του απέδιδαν θαματουργές ιδιότητες – να ξεκουράζει τα νεύρα, να δυναμώνει την όραση, να γαληνεύει την ψυχή, να τονώνει τη θέληση. Στις μεγάλες τους αγρύπνιες οι βουδικοί ασκητές έπιναν τσάι, για να μη λιποθυμήσουν από την εξάντληση. Το τσάι τούς βοηθούσε στην ιερή τους ανάβαση, κι έτσι σιγά σιγά θεωρήθηκε βοτάνι άγιο και το έπιναν σύμφωνα με ορισμένο θρησκευτικό τυπικό.
Μαζί με τη θρησκεία άραξε στα γιαπωνέζικα ακρογιάλια μια μέρα από την Κίνα και το τσάι. Ιερό, αριστοκρατικό πιοτό. Μαζεύονταν λίγοι φίλοι, και μέσα στη σιωπή, κοιτάζοντας μια ωραία ζωγραφιά ή μερικά λουλούδια, έπιναν ρουφιά ρουφιά το τσάι κι ένιωθαν το σώμα και την ψυχή τους να γαληνεύουν. Δύσκολες, άγριες εποχές, κι ήταν μεγάλη ανακούφιση, πίσω από έναν ξεμοναχιασμένο κήπο, σε μια μικρή καμαρούλα, να κάθεσαι με λίγους το πολύ πέντε φίλους, να πίνεις το μυστηριώδικο ακόμη τότε πιοτό και να μιλάς για τον Θεό και για την τέχνη, ξεχνώντας τους πολέμους.
Έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη ιερή ατμόσφαιρα που γέννησε το Τσα-νο-γιού. Ήρθαν οι μεγάλοι δάσκαλοι που όρισαν τους κανόνες της τελετής: Πώς να ’ναι το δωμάτιο του τσαγιού, πώς τον χειμώνα, πώς το καλοκαίρι, πώς το πρωί, πώς το δείλι, πώς να ’ναι ο κήπος, πώς να φέρνουνται οι καλεσμένοι και πώς ο καλεστής, πώς θα βράζει το τσάι και θα σερβίρεται και θα πίνεται, και τι κουβέντες πρέπει να γίνουνται και ποιες δεν πρέπει ποτέ να μολύνουν την ιερή επικοινωνία…
[…] διάβηκα το κατώφλι του μακρινού σπιτιού όπου θα γινόταν η περίφημη τελετή. Το μονοπάτι του κήπου που φέρνει από την είσοδο στο περίπτερο του τσαγιού, στη σουκίγια, δεν είναι μακρύτερο από 7 μέτρα.Κι όμως με τόση τέχνη είναι βαλμένος ο κήπος, τόσο υποβλητικά έχουν τοποθετηθεί οι βράχοι, τα δεντράκια και τα πέτρινα φανάρια, που αμέσως γεννιέται μέσα σου το συναίσθημα της απόλυτης μοναξιάς.
Στην άκρα του μονοπατιού τρέχει μια βρυσούλα κρουσταλλένιο νερό, σκύβουμε, έτσι πρέπει, και πλένουμε τα χέρια και το στόμα. Βγάζουμε τα παπούτσια και ξυπόλητοι ανεβαίνουμε τα τρία σκαλοπάτια και μπαίνουμε στο ιερό, απλότατο δωμάτιο, το στρωμένο με κίτρινες ψάθες. Γυμνό δωμάτιο, χωρίς έπιπλα. Μονάχα σε ένα χαμηλό τραπεζάκι ένα βάζο λουλούδια κερασιάς, και στη γωνιά ανάβει η φωτιά και βράζει η τσαγέρα. Συχνά έβαζαν κομματάκια σίδερο μέσα στην τσαγέρα, για να βγαίνει κάποια μελωδία όταν βράζει το νερό, ν’ ακούν οι καλεσμένοι και να θυμούνται «μακρινό καταρράχτη, αλαργινή θάλασσα που σπάζει στους βράχους, βροχή στα καλάμια, πεύκα που βουίζουν στον άνεμο…».
Στον τοίχο κρεμασμένη σε μεταξωτή μακριά λουρίδα η εικόνα του μεγαλύτερου δασκάλου του τσα-νο-γιού, του Ρύκιου.
Ώρα σερβιρίσματος
Δυο γκέισες, η μια πίσω από την άλλη με πολύτιμα μαύρα κιμονό, μπήκαν αθόρυβα στην αίθουσα. […] η πρώτη μπροστά από την τσαγέρα που έβραζε, άρχισε με αργότατη κίνηση να σκουπίζει μ’ ένα μεταξωτό πανί τα κουταλάκια και τα φλιτζάνια. Λίγο πίσω της κάθισε η βοηθός. Βαθιά σιωπή, δεν άκουγες παρά το νερό, που χαρούμενο, χορευτό, κοχλακούσε.
Άνοιξε πάλι η πόρτα αθόρυβα και μπήκαν μικρά κορίτσια οχτώ έως δέκα χρονών, στραταρίζοντας σερτά. Ήταν ντυμένα με εύθυμα κόκκινα κιμονό με μαύρους φιόγκους και τα προσωπάκια τους ήταν πηχτά πουδραρισμένα σα μάσκες. Καθένα κρατούσε κι ένα πήλινο πιατάκι όπου ήταν ένα γλύκισμα σαν αυγό, από ρύζι και μέλι. Όποιος το έτρωγε δε θ’ αρρώσταινε όλο το χρόνο. Στέκουνταν μπροστά από κάθε καλεσμένο, έκανε βαθιά υπόκλιση κι απίθωνε μπροστά του το πιατάκι.
Ωστόσο το τσάι είχε γίνει, η μεγάλη γκέισα το σέρβιρε σε φουρφουρένια στρογγυλά κεσεδάκια, κι η βοηθός σηκώνονταν, έπαιρνε το κάθε κεσεδάκι, έκανε υπόκλιση στον καθένα και μας το απίθωνε μπροστά μας. Το πήραμε μέσα στις δυο μας χούφτες κι αρχίσαμε να το πίνουμε ρουφιά ρουφιά. Πηχτό, πράσινο, πικρότατο. Το ’πιαμε κι η μεγάλη γκέισα, η τελετάρχισσα, άρχισε πάλι αργά αργά να σκουπίζει τα σύνεργα του τσαγιού, τα κουταλάκια, την τσαγέρα. Υποκλίθηκε βαθιά, πίσω της υποκλίθηκε και η βοηθός, και με αργά βήματα, σουρτά στραταρίζοντας, εξαφανίστηκαν από την πόρτα. Η τελετή τελείωσε.
Όλη τούτη η σιωπή, κι ο αργότατος ρυθμός του τσα-νο-γιού είχαν υποβάλει στο αίμα μου το ρυθμό της γαλήνης. […]
ΣΧΟΛΙΟ του συγγραφέα
Πέρασα γρήγορα το μονοπάτι, βγήκα στους ζωντανούς δρόμους, σα να ’θελα να γλιτώσω από τον βραχνά. Όλες τούτες οι τελετές του τσαγιού την εποχή που ζούμε μου φάνηκαν σαν χασίς που πίνουμε, για να θολώσουν τα μάτι μας να μη βλέπουμε τη γύρα μας και τη μέσα μας φρίκη. Να μη βλέπουμε τις χλωμές τούτες εργάτισσες του Νισιζίν και τους Κουλήδες να κουβαλούν με τις άμαξες.
Νίκος Καζαντζάκης, «Τσα-νο-γιού», «Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα»,
Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1959.
25/05/2026
*Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά είναι συντ. Καθηγήτρια, συγγραφέας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Παραστήματος Ελλάδας της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ).
[1] Πρόκειται για μία ιστορία που έχει και δεύτερο νόημα· χρειάζεται αποκρυπτογράφηση.
[2] Αυτή η άποψη χρειάζεται περαιτέρω έρευνα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
