Τα Δυτικα Βαλκανια μετα τη σταθεροτητα

Το κρίσιμο ερώτημα για τα Δυτικά Βαλκάνια δεν είναι πλέον αν μπορούν να παραμείνουν σταθερά· είναι αν μπορούν να γίνουν περισσότερο δημοκρατικά

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η πολιτική συζήτηση στα Δυτικά Βαλκάνια περιστρεφόταν γύρω από μία λέξη: σταθερότητα. Μετά τους πολέμους της δεκαετίας του 1990 και τις δύσκολες μεταβάσεις από τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, η πολιτική ομαλότητα αναδείχθηκε σε ύψιστη προτεραιότητα. Η ειρήνη θεωρήθηκε προϋπόθεση της ανάπτυξης και η ανάπτυξη προϋπόθεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σήμερα, ωστόσο, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι κοινωνίες της περιοχής αξιολογούν την εξουσία με διαφορετικά κριτήρια. Η σταθερότητα παραμένει σημαντική, αλλά δεν αρκεί πλέον.

Η μετατόπιση αυτή γίνεται ορατή σε μια σειρά κινητοποιήσεων που καταγράφονται τα τελευταία δύο χρόνια. Στη Σερβία, η κατάρρευση του στεγάστρου στον ανακαινισμένο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, που κόστισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους, εξελίχθηκε σε αφετηρία ενός ευρύτερου κύματος διαμαρτυρίας. Για πολλούς πολίτες, το δυστύχημα δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά σύμπτωμα βαθύτερων προβλημάτων: διαφθοράς, αδιαφάνειας και αδύναμων μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας.

Στην Αλβανία, οι αντιδράσεις γύρω από το σχέδιο τουριστικής ανάπτυξης στη Ζβέρνιτσα και στη λιμνοθάλασσα της Νάρτας ξεκίνησαν ως περιβαλλοντική διαμαρτυρία, αλλά γρήγορα μετατράπηκαν σε συζήτηση για τη διαχείριση της δημόσιας γης, τη διαφάνεια και τη συγκέντρωση εξουσίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των κινητοποιήσεων διατηρεί μη κομματικό χαρακτήρα. Παρότι στρέφεται κατά της κυβέρνησης του Έντι Ράμα, εκφράζει ταυτόχρονα δυσπιστία και προς την παραδοσιακή αντιπολίτευση. Η διαμαρτυρία, επομένως, φαίνεται να υπερβαίνει τα πρόσωπα και να αφορά το ίδιο το μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης που διαμορφώθηκε στη μετακομμουνιστική περίοδο.

Παράλληλα, στη Βόρεια Μακεδονία, τόσο οι αντιδράσεις μετά την τραγωδία στο Κότσανι όσο και οι κινητοποιήσεις Αλβανών φοιτητών για την εφαρμογή γλωσσικών δικαιωμάτων αναδεικνύουν ζητήματα θεσμικής ισότητας, πολιτικής εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης προς το κράτος. Παρά τις διαφορετικές αφορμές, οι περιπτώσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό ερώτημα: πόσο αποτελεσματικά και πόσο δίκαια λειτουργούν οι θεσμοί;

Οι εξελίξεις αυτές φωτίζουν τα όρια ενός μοντέλου που η διεθνής βιβλιογραφία περιγράφει ως stabilitocracy. Πρόκειται για πολιτικά συστήματα που διατηρούν δημοκρατικούς θεσμούς και φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά συχνά συνοδεύονται από συγκέντρωση εξουσίας, περιορισμένη λογοδοσία και αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Η σταθερότητα υπήρξε αναμφίβολα ένα σημαντικό επίτευγμα για μια περιοχή που βίωσε πολέμους και βαθιές κρίσεις. Ωστόσο, η μακροχρόνια πολιτική ομαλότητα δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει κοινωνική εμπιστοσύνη και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η συζήτηση αυτή αφορά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Βρυξέλλες προσέγγισαν τα Δυτικά Βαλκάνια κυρίως μέσα από το πρίσμα της σταθερότητας και της γεωπολιτικής ασφάλειας. Η επιλογή αυτή ήταν κατανοητή σε μια περιοχή που προσπαθούσε να αφήσει πίσω της τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η πολιτική σταθερότητα δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη δημοκρατική εμβάθυνση. Η ύπαρξη εκλογών και φιλοευρωπαϊκών κυβερνήσεων δεν αρκεί όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι θεσμοί αδυνατούν να διασφαλίσουν διαφάνεια, ισονομία και ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας. Υπό αυτή την έννοια, οι σημερινές κινητοποιήσεις αποτελούν και μια υπενθύμιση των ορίων ενός μοντέλου που έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στη σταθερότητα παρά στη δημοκρατική ποιότητα.

Το γεγονός αυτό συνδέεται και με μια βαθύτερη κοινωνική και γενεαλογική μεταβολή. Παρά τις περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και τη διαρκή επίκληση της ευρωπαϊκής προοπτικής, εκατομμύρια πολίτες εγκατέλειψαν τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η Αλβανία συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή συρρίκνωση στην Ευρώπη, ενώ η Σερβία και η Βόρεια Μακεδονία συνεχίζουν να χάνουν σημαντικό μέρος του νεότερου και περισσότερο μορφωμένου ανθρώπινου δυναμικού τους. Οι νεότερες γενιές δεν μεγάλωσαν με τη μνήμη του πολέμου αλλά σε ένα περιβάλλον ανοιχτών συνόρων, ψηφιακής επικοινωνίας και συνεχούς επαφής με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης. Για αυτές, η νομιμοποίηση της εξουσίας δεν προκύπτει μόνο από την απουσία αστάθειας, αλλά από τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής στη δημόσια ζωή.

Το κρίσιμο ερώτημα για τα Δυτικά Βαλκάνια δεν είναι πλέον αν μπορούν να παραμείνουν σταθερά. Είναι αν μπορούν να γίνουν περισσότερο δημοκρατικά. Οι κινητοποιήσεις που παρατηρούνται σήμερα στη Σερβία, στην Αλβανία και στη Βόρεια Μακεδονία δεν αποτελούν απλώς συγκυριακές εκρήξεις δυσαρέσκειας. Αποτυπώνουν μια βαθύτερη μεταβολή στις σχέσεις μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας. Εάν η πρώτη μεταπολεμική περίοδος της περιοχής οργανώθηκε γύρω από το αίτημα της σταθερότητας, η σημερινή συγκυρία δείχνει ότι η δημοκρατική λογοδοσία, η θεσμική ποιότητα και η ουσιαστική πολιτική συμμετοχή διεκδικούν πλέον αντίστοιχη θέση. Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι η αποτροπή νέων συγκρούσεων, αλλά η ανανέωση της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο αναγκαία μετάβαση που καλούνται να διαχειριστούν σήμερα οι κοινωνίες των Δυτικών Βαλκανίων.

*Η Βέρα Τίκα είναι ερευνήτρια του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.