Ολοκληρωθηκε το λογοτεχνικο αφιερωμα στην πολη της Κομοτηνης…

Από τον συγγραφέα και βιβλιοθηκονόμο του ΤΑΣ/ΔΠΘ Πασχάλη Κατσίκα

Short stories

[Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή την επέτειο των 106 χρόνων ελευθερίας της πόλης μας, ο κ. Πασχάλης Κατσίκας, ποιητής, που όμως αρέσκεται να ακολουθεί τα τελευταία χρόνια και τα μονοπάτια της πεζογραφίας, και βιβλιοθηκονόμος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ, μας «υποσχέθηκε» (βλ. σχετικά ΕΔΩ), μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, ένα μικρό λογοτεχνικό αφιέρωμα στην Κομοτηνή, τη δεύτερη αυτή πατρίδα του, μετά την Κίρκη Έβρου, και τις τελευταίες ημέρες το κάνει πράξη.

Με οδηγό τη νοσταλγία και την ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη, το λογοτεχνικό οδοιπορικό στην Κομοτηνή του χθες συνεχίστηκε, όπως καταγράψαμε σε προηγούμενη δημοσίευσή μας (βλ. σχετικά ΕΔΩ) και ολοκληρώθηκε πριν μερικά εικοσιτετράωρα. Μέσα από λέξεις που ανασύρουν εικόνες, μυρωδιές και χαμένα αποτυπώματα μιας πολυπολιτισμικής πόλης, καλούμαστε να περιπλανηθούμε σε σοκάκια μιας άλλης εποχής… που ίσως, τελικά, να μην απέχει και τόσο από το παρόν;

Ακολουθούν λοιπόν τα επόμενα αφιερώματα του κ. Κατσίκα, τα τελευταία, με τα οποία και ολοκληρώνεται το λογοτεχνικό αφιέρωμα στην πόλη μας.

Ως Κομοτηναίοι, τον ευχαριστούμε θερμά για την κατάθεση ψυχής και γραφής, και ευχόμαστε αυτή η σύντομη περιήγηση να αποτελέσει το έναυσμα για ένα μελλοντικό –και γιατί όχι;– πολυσέλιδο έργο.]

Το Θρακικό Πνευματικό Κέντρο – Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής

Αφιέρωμα 6ο | Γκιουμουλτζίνα

Ατσάλινη βροχή από εφιάλτες

μαστιγώνει τον ύπνο μου

Οβίδες όρθιες στέκονται οι καμινάδες

πριν σβήσει τ’ αστροπελέκι

και ξαναβαθύνει το κατράμι του ουρανού

Στην άπνοια του σιντριβανιού

αιμορραγούν ακράτητα οι πλάτανοι

Ξέστηθες οι συμφορές

μ’ ένα μαγνήτη με στήνουνε στον τοίχο

Το φεγγάρι περιμένω·

αν αγγίξει στο μπαρούτι

γαλαρία θ’ ανοίξει ο στεναγμός μου ως τον Θεό

Ν’ ανατείλει ο ήλιος απ’ τη μεριά που δεν τον καρτερείτε

Τοίχοι γεμάτοι μνήμες και ιστορία. Μια από τις προσφυγικές κατοικίες της Κομοτηνής, ζωντανή υπενθύμιση των ανθρώπων της πόλης μας

Αφιέρωμα 7ο | Το παγοθραυστικό

Αξιόπλοο ξεκινά με τρόπιδα κεκλιμένη
Χαμογελαστοί όλοι οι θαλάσσιοι πόροι
ξαπλώνουν στο στρώμα του
Θα το χαϊδέψουν
ύφαλοι και λευκές φάλαινες
Σε τρίγωνα των Βερμούδων και
Συμπληγάδες Πέτρες
θ’ αποκοιμηθεί
Όταν των πεταλίδων αποκτήσει τη σοφία
και η αρμύρα φτάσει στο μεδούλι
σ’ απάνεμα καρνάγια θα διηγείται
τα παραμύθια του στις τράτες

Ο ιστορικός Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής στο Άλσος της Κομοτηνής

Αφιέρωμα 8ο | Στην Αγια-Παρασκευή

Μετά τη λειτουργία

πόσες φορές μού αρνήθηκες

έναν καφέ στο «Πάρκο»;

Είχες τα παιδιά, διαβάσματα, δουλειές

ένα μελέτημα να ολοκληρώσεις

Έμοιαζε με τον δικό μου ο τρόπος σου

όταν απέφευγα τις νεαρές φοιτήτριες

μήπως θορυβηθεί η σύζυγος

Σήμερα, εκείνος αποφάσισε να εκπατριστεί

Κάτω από τις θλιβερές των πεύκων συστοιχίες

στο πρόσωπό σου διάβασα την ερημία

Αντιλήφθηκα επιτέλους, φίλε,

γιατί με αποφεύγεις

Το διαχρονικό σημείο συνάντησης παλαιών και «νέων» Κομοτηναίων, το σιντριβάνι, επί της Κεντρικής Πλατείας

Αφιέρωμα 9ο |  Πίσω στην Γκιουμουλτζίνα

Φθινόπωρο αδειάζει η Αγια-Παρασκευή

Πάνω στα πεύκα σιγούν οι κάργιες

Από την Αρωγή βουτώ στο σιντριβάνι

Ξεπλένεται εύκολα στο “Theatro”  η αρμύρα

Κρύα δεν πίνεται στου κυρ Ηλία η μπύρα

Μ’ ένα σπαθί τεράστιο διχάζεται ο χρόνος

Πουλί μου, εσύ, μεταναστεύεις στο νησί

Την ομορφιά αναπληρώνεις σε μονοθέσια σχολεία

Δυο βήματα η κόλαση απ’ τον παράδεισο

Τρεις μήνες πάρκο και εννιά πλατεία

Η «Πενηντάρα», η παιδική χαρά που βρίσκεται στη συνοικία των παλαιών εργατικών κατοικιών

Αφιέρωμα 10ο | Νικηφόρου Φωκά και Λαμπουσιάδη γωνία

Διέσχιζαν αγκαζέ την «Πενηντάρα»[1] καταμεσήμερο. Ο ιδρώτας κύλησε από το μέτωπο στα μάτια και τον έτσουξε.

—Αχ, μαμά! Πάλι ξέχασες το καπελάκι μου, μουρμούρισε.

Ποιος δήμαρχος άραγε έδωσε εντολή να κόψουν τις τρεις γέρικες μουριές, που φύονταν περιμετρικά της παιδικής χαράς και χόρταιναν την πείνα του τα καλοκαίρια; Άφησε το χέρι της και απομακρύνθηκε, ρισκάροντας να τον μαλώσει.

Το χώμα και το καμένο γκαζόν είχαν αντικατασταθεί από αφρώδη τάπητα, βάσει νομοθετικής διάταξης. Οι παλιές κούνιες, ολοκαίνουριες τώρα, είχαν σχήμα σωσίβιο. Ανέβηκε, ταλαντεύτηκε, μα είχε χαθεί ο συριγμός του αέρα στο πέρα-δώθε. Δεν ικανοποιήθηκε κι έτρεξε απέναντι στη νέα γυαλιστερή τσουλήθρα. Γλίστρησε με όση δύναμη είχε, αλλά ένιωσε το σώμα του βαρύ· η ταχύτητα κατάβασης μειώθηκε αντί να αυξηθεί. Δοκίμασε άλλες δύο φορές, μα τίποτα· δεν κατάφερε να φτάσει την απόλαυση εκείνης της παλιάς, της σκουριασμένης.

Προχώρησε στην άλλη γωνία, στην τραμπάλα. Ήταν πολύχρωμη και μοσχοβολούσε λαδομπογιά. Κάθισε κι αμέσως βυθίστηκε στο έδαφος. Κανένας φίλος ή συμμαθητής δεν ήταν τριγύρω, κανένας να φωνάξει, για να ισορροπήσουν μαζί. Τίναξε μία τα πόδια και για δευτερόλεπτα ένιωσε να ψηλώνει, πριν ξαναβυθιστεί. Δεν είχε γούστο να κάνει μόνος.

Εγκατέλειψε και πήγε να ξαποστάσει στο ξύλινο κιόσκι που είχε «φυτρώσει» στη μέση. Όπως χάζευε αμέριμνος, άκουσε φωνές να ψιθυρίζουν:

—Μεγάλωσες!

Σκιάχτηκε, πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε τριγύρω. Κανείς! Μόνον η μάνα τον κοιτούσε απορημένη από μακριά. Η φαντασία του οργίαζε από μικρό παιδί. Ξανακάθισε.

—Να μας συμπαθάς, ακούστηκε πάλι. Δεν έχουμε κάτι να σε τρατάρουμε.


[1] Η «Πενηντάρα» είναι παιδική χαρά στη συνοικία των παλαιών εργατικών κατοικιών στην Κομοτηνή.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.